ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ, ΣΥΝΘΕΣΗ & ΣΧΕΔΙΟ ΙΔΕΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ (ΜΕΡΟΣ Α’) (του Γιάννη Ζήση)

- Σόλων ΜΚΟ
image_pdfimage_print

- Σόλων ΜΚΟ

Η οικονομική ανάπτυξη, ο τρόπος πραγματοποίησής της και ο μερισμός της, αποτελούν  και θα συνεχίσουν να αποτελούν τα κύρια ενδιαφέροντα για την ανθρωπότητα, τα κράτη, τις κοινωνίες και τους ανθρώπους.             
        Είναι στο επίκεντρο των εξελίξεων καθώς για τον άνθρωπο το χρήμα αποτελεί τον παράγοντα κεφαλαιοποίησης των επιθυμιών και των συμπεριφορών του. Καθώς η οικονομία, αποτελεί το πεδίο της συναλλακτικής δυναμικής του ανθρώπου απέναντι στις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα μέσα του, η οικονομία συνεχίζει να αποτελεί το κομβικό πεδίο της ανθρώπινης εξέλιξης. Παρά τις περί του οποιουδήποτε αντιθέτου διακηρύξεις.

        Πρωταρχικά η οικονομία παρέχει το μέσο και το πεδίο μέσα από το οποίο ο άνθρωπος συμπυκνώνει τη δυναμική του απέναντι στο περιβάλλον. Στο πεδίο της οικονομίας, συγκεφαλαιώνεται όλη η επινόηση και η εποικοδόμηση του ανθρώπου πάνω στις αντανακλαστικές και αγοραίες διαδικασίες μέσα στη ζωή της σχέσης και τις επιδιώξεις, στη σχέση μέσων, διαδικασιών και στόχων. Αυτή η  δυναμική της φέρουσας ικανότητας της οικονομίας, να επιλύει την συντομή του διαδικαστικού, του μέσου, της διαμεσολάβησης και του επιθυμητού με έναν ρεαλιστικό δυναμισμό, που συγκλίνει τις αντικειμενικές συνθήκες με την υποκειμενική διαθεσιμότητα, την καθιστά το κύριο πεδίο αγοραίας έκφρασης της ανθρώπινης ατομικότητας. προσωπικότητας και συλλογικότητας.

        Η εξουσία έχει περιορισμένη δυναμική διαχείρισης της οικονομίας, και στην πραγματικότητα αποτελεί ένα φάντασμα μέσα στην λειτουργική ισχύ της, που συμπληρώνει, διανθίζει και ρυθμίζει επικουρικά την οικονομία και την αγορά με απογοητευτικό τρόπο.  Η εξουσία είναι και αυτή προσηλωμένη στην οικονομία καθώς η δεύτερη αποτελεί μια σταθερή βάση, τόσο για την διαχείριση της εξουσίας, όσο και για την συγκεκριμενικοποίηση της πρώτης. Η εξουσία διασυνδέεται  με την οικονομία, καθοριστικά και με αμοιβαιότητα.

        Και οι δύο, η πολιτική οικονομία και η πολιτική, με την έννοια της διαχείρισης της εξουσίας, της διακυβέρνησης και της διοίκησης, έχουν την συμβολική τους αμοιβαιότητα και παγίδευση, ως κλειστά συστήματα που αποκλείουν την περαιτέρω εξελιξιμότητά τους, η οποία γίνεται αποδεκτή μόνο στο βαθμό που καθηλώνεται  μέσα στην κρίση τόσο η οικονομία όσο και εξαιτίας αυτής η πολιτική.

Η ανθρωπολογική άγνοια πίσω από την ιστορική ανακολουθία  θεωρίας και πράξης.
        
        Συνεπώς, είναι ορθό να βλέπουμε την οικονομία σαν καθοριστικό παράγοντα για την πολιτική, για την δημοκρατία και το περιεχόμενό της, και σε αυτό θα λέγαμε δεν έσφαλε ο Μαρξισμός. Ο Μαρξισμός όμως, προεξόφλησε ότι θα μπορούσε να αντιστοιχεί στην ανθρώπινη πραγματικότητα ένα άλλο σύστημα διαχείρισης της οικονομίας και της πολιτικής. Το προεξόφλησε πέφτοντας έτσι στην παγίδα του εξωραϊσμού της ανθρώπινης φύσης και της ικανότητάς της για εργαλειακή και θεμελιώδη εξέλιξη στην κατεύθυνση των αξιών  και των τρόπων. Η ανθρώπινη φύση αρέσκεται στο να λειτουργεί με μια ψυχολογική συγκάλυψη και ένα ψυχολογικό εξωραϊσμό έναντι της πρακτικής και των κινήτρων της. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και ατομικά και συλλογικά από μια ψυχολογική θεατρική εξιδανίκευση, η οποία αφομοιώθηκε με αυτό τον τρόπο και μέσα από τον Μαρξισμό. Αφομοιώθηκε με όλη την ναρκισσιστική αφέλεια κατανόησης και ερμηνείας των πραγμάτων. 

        Αντίθετα ο διαφωτισμός στο πρώτο του στάδιο της νεωτερικότητας, λειτούργησε με μεγαλύτερη δυναμική εκλογίκευσης και ρεαλισμού, αντιλαμβανόμενος την ανταγωνιστικότητα και συνεπώς την αγορά, ως ρυθμιστή και εξισορροπιστή, των αντικρουόμενων και, συγκρουόμενων κινήτρων και συμφερόντων, νοοτροπιών και συμπεριφορών. Ο ανταγωνισμός ως διαιτησία, με πρόσθετη τη ρυθμιστική δύναμη του λόγου στα θεμέλια της αγοράς και στην διαμόρφωση συνθηκών μιας μερισματικής  κοινής ωφέλειας του προϊόντος περιείχε μέσα του μια ισχυρή δόση ρεαλισμού γύρω από την φύση και την ένταξη του ανθρώπου στην πολιτική και την οικονομική λειτουργία. Η αδυναμία αναγνώρισης της θετικής όψης του ανταγωνισμού αποτελεί αφετηριακό λάθος του Μαρξισμού και του Σοσιαλισμού, παρά την συναισθηματική και την νοητική ομορφιά της συγκεκριμένης ιδεολογίας.

         Η συσχέτιση συνάρτηση εργασίας – προϊόντος διανομής και επιθυμίας, είτε εκτός αγοράς, είτε όταν ταυτίζεται πλήρως με την αγορά χωρίς δημόσιο σχεδιασμό είναι γεμάτη από ηθικούς κινδύνους.

       Ο Μαρξισμός σαν η πιο συστηματοποιημένη ιδεολογία, απέτυχε πρωταρχικά από την ανθρωπολογική του ανακολουθία. Δεν κατανόησε ότι η ανθρώπινη φύση έχει φθίνουσα απόδοση έξω από το σύστημα της ανταγωνιστικότητας, παρά το γεγονός ότι η ολοκληρωτική ρύθμιση της ανταγωνιστικότητας μειώνει και αφαιρεί το κόστος της σύγκρουσης, της αλληλοαναίρεσης, της αλληλεξουδετέρωσης  των κινήτρων των συμφερόντων και των δυναμικών. Παρά το γεγονός αυτό η ανθρώπινη φύση είναι μη λειτουργική στο πλαίσιο ενός καθεστώτος κοινότητας και από τον λόγο του ότι η ίδια η πολιτική ρυθμίζεται και αυτή με τις δυναμικές ανταγωνιστικότητας. 

        Ενώ λοιπόν ο Μαρξισμός ρύθμισε την οικονομική ανταγωνιστικότητα, αδυνατούσε να κατανοήσει την ανταγωνιστικότητα και τον άπληστο χαρακτήρα της ανθρώπινης διαχείρισης εξουσίας και διακυβέρνησης. Όπως επίσης αδυνατούσε να αντιληφθεί το αναπόφευκτο της οικειοποίησης του δημόσιου πλούτου από τους «επαναστατικούς» διαχειριστές της εξουσίας, εις βάρος μιας δίκαιης διαχείρισής του και όλα αυτά γινόμενα με τον προσχηματικό χαρακτήρα της κοινής ωφέλειας. Αυτό ήταν μια εγγενής αδυναμία, η οποία ανέπτυξε άλλες ενδογενείς συγκρούσεις, και άμβλυνε την ιδεολογική και πολιτική πειθώ του οικονομικού μοντέλου του. Η ισχυρή προσωπική και ομαδική ανθρωπολογική ροπή προσκόλλησης  σε θέσεις εξουσίας, δεν αντιμετωπίστηκε λειτουργικά στο σύστημα του Μαρξισμού. Αυτό αποτέλεσε ένα σημείο λειτουργικής αφέλειας της συγκεκριμένης ιδεολογίας,  παράλληλα με την λειτουργική αφέλεια της απλοϊκότητας γύρω από τον προσδιορισμό της παραγόμενης ποσότητας, της κοστολόγησης της παραγωγής και της ρύθμισης του εισοδήματος για την απόκτηση παραγόμενου προϊόντος. 

        Αυτή  η μηχανιστική προσέγγιση που υπήρχε στην απλοϊκότητα αυτή, μαζί με την υποτίμηση του πολιτικού μοντέλου και της ανθρώπινης νοοτροπίας και συμπεριφοράς απέναντι στην εξουσία που της παρέχεται καταδίκασαν το Μαρξισμό, σε μια αναποτελεσματικότητα, με όλες τις παροδικές επιτυχίες του. Αυτές οι επιτυχίες ξεκίνησαν από το γεγονός ότι ο Μαρξισμός πολλές φορές υπήρξε, ως μια πίστη, ένα διέξοδο απέναντι στην ταξική ανισότητα και ως προσδοκία για μια ισότητα και μια κοινότητα ωφέλειας και διανομής της ευημερίας. Στην ουσία η επιτυχία αυτή προερχόταν αφενός μεν από την «αγωγιμότητα» του οικονομικού σχεδιασμού στην κεντρική διοίκηση, μια αγωγιμότητα που ήταν συνυφασμένη με την αφέλεια των οπαδών για τη δυνατότητα πραγματοποίησης στο μέλλον αυτής της ουτοπίας χωρίς προηγουμένως να έχει υπάρξει αναγνώριση και αλλαγή στάσης του ανθρώπου απέναντι στον βλαβερό και ναρκισσιστικό ανθρωπολογικό του ψυχισμό. 

        Ο Μαρξισμός την πρώτη του επιτυχία, την χρωστάει στην τάση των ανθρώπων, όταν αυτοί βρίσκονται σε αδυναμία να πιστεύουν ότι τα αίτια της ανθρώπινης φύσης, δεν βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη φύση, αλλά βρίσκονται στους εκάστοτε ανθρώπους της εξουσίας μόνο και στο σύστημα. Μέσα σε αυτή την μηχανιστική προσέγγιση δεν γινόταν αντιληπτό, το γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση, είναι αλληλένδετη με την εξουσία και την ανισότητα. Όχι με την έννοια ότι οι άνθρωποι είναι ακριβώς άνισοι, αλλά με την έννοια ότι είναι στόχος και τάση των ανθρώπων είναι η ίδια η ανισότητα. Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι δεν αποποιούνται την εξουσία και δεν την αλλάζουν, παρά μόνο θέλοντας να την ασκήσουν οι ίδιοι. Μπορεί να την εκχωρήσουν για μια μεταβατική περίοδο σε κάποιους, πιστώνοντάς τους σαν διαχειριστές της αυταπάτης της ανιδιοτελούς φύσης των ανθρώπων και των λαών, μέχρις ότου οι πρώτες αποτυχίες και οι πρώτες νέες ανισότητες και τυραννίες να επαναφέρουν ξανά στο προσκήνιο την συζήτηση για την ικανότητα ή όχι του ανθρώπου να κρίνει και να κατακρίνει και την διαψευσιμότητα των πολιτικών ονειροπολήσεων.

         Αυτό που συνέβη βέβαια στην κατεύθυνση του Μαρξισμού με το «κεφάλαιο» συνέβη σε μια μικρότερη κλίμακα και στον «πλούτο των εθνών» του Άνταμ Σμιθ, αλλά και στους επιγόνους του με όλες τις αποχρώσεις. Αυτό που συνέβη στο Μαρξ συνέβη σε ένα μικρότερο βαθμό και στον Κέυνς, στον Φρίντμαν και τον Χάγιεκ. Λίγο πολύ αποκαλύφθηκε σε μήκος χρόνου ότι οι οικονομικές ιδέες και θεωρίες, έχουνε κάποια όρια ιστορικότητας και παρακολούθησης των εξελίξεων σε πραγματικές συνθήκες, η in vivo.

           Οι θεωρίες, είναι in vitro απόπειρες του λόγου και τα συστήματα που αυτές καθορίζουν είναι οι in vivo προσομοιώσεις των θεωριών. Όμως επειδή τα προτεινόμενα θεωρητικά συστήματα αναφέρονται σε πραγματικά όντα, μεταφέρουν την δυναμική και την ιστορικότητα των πραγματικών όντων και συνεπώς στην εφαρμογή τους οδηγούνται σε ολικότερη ή μερικότερη διάψευσή τους.  


Το σύγχρονο αίτημα για μια διαλεκτική συμπληρωματικότητας, συνέπειας και συνεργασίας των θεωριών και των δρώντων σε αυτές.

        Εκείνο που συνήθως μέχρι τώρα δεν έχουμε αντιμετωπίσει ως ανθρωπότητα, είναι η υπαρκτή ανάγκη να δίνεται πλέον έμφαση στην εκλογίκευση και την συμπλήρωση και όχι στην διάψευση των θεωριών.

       Η εκλογίκευση μιας θεωρίας σίγουρα την αποδομεί μέσα από την αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών και των πραγματικών δρώντων σε αυτές όπως αυτοί αποκαλύπτονται στην πράξη.

        Η συμπλήρωση μιας θεωρίας μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο να εξαερώσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού που συμπληρώνει. Μπορεί αυτή η συμπλήρωση να περιέχει στο 99% μια αντίρροπη ιδέα. Είναι η εποχή ώριμη πλέον για να φτάσουμε σε αυτή την διαλεκτική της συμπληρωματικότητας, της συνέπειας και της συνεργασίας των θεωριών και των δρώντων, των πεδίων, των μέσων και των στόχων. 

        Η απλοϊκότητα του Μαρξισμού ήταν συνυφασμένη με το γεγονός όταν αυτός δημιουργούνταν ως θεωρία, ότι οι επιστήμες του ανθρώπου στον 19ο αιώνα, ήταν στην αφετηρία τους. Δεν είχαν αποκτήσει ακόμη το σημερινό βάθος και εύρος, ούτε τη σημερινή επιστημονική συμπληρωματικότητα και διάρθρωση που έχουν σήμερα. Έτσι τότε δεν είχε γίνει φανερό ότι η ανθρώπινη φύση είχε ορισμένα όρια αλλαγής και πολύ περισσότερο ότι αυτά τα όρια αλλαγής, διαμορφωνόντουσαν, διακρινόντουσαν και μεταβάλλονταν μέσα από την ίδια την ιστορία, ανάλογα με την συγκυρία και τις επιλογές. Αυτό έγινε φανερό με το ξεπέρασμα της μηχανιστικής θεώρησης της ανθρώπινης φύσης και κοινωνίας, μιας θεώρησης που θα λέγαμε ότι άρχισε να ξεπερνιέται πραγματικά μετά από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. 

        Γενικότερα οι μηχανιστικές θεωρίες, άρχισαν να απαξιώνονται στο σκληρό πυρήνα των επιστημών και της λογικής μετά από τις νέες εξελίξεις που αποκάλυπταν έναν νέο δρόμο στην περίοδο από τις αρχές του 20ου αιώνα, με σημαντικό σταθμό την ανάδειξη της πολύπλοκης και μη γραμμικής δυναμικής και θεωρίας των συστημάτων του της ιστορικής θεώρησης του συστήματος και της εξέλιξής του, είτε μιλάμε για ένα ανθρώπινο είτε για ένα φυσικό σύστημα. Δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά επικριτικοί απέναντι στο Μαρξ και τους συνοδοιπόρους του, καθώς η σύλληψή τους ήρθε σαν τάση αντιστάθμισης στα αυτονόητα της εποχής τους και καθώς υπήρχαν έμφυτες ευγενείς ατέλειες στη θεωρία του, που προέκυπταν μέσα από τα όρια της επιστημονικής θεώρησης της εποχής που δημιουργήθηκε.

           Σήμερα η διατήρηση αμιγών προσεγγίσεων ανάλογων με αυτές του Μαρξ ή του Λένιν, αποτελούν μια μουσειακή δυναμική, όσο μουσειακό είναι κατά κάποιο τρόπο και το ήθος των οπαδών των θρησκειών, που προσεγγίζουν φονταμενταλιστικά τις αρχικές αξίες και οράματα των ιδρυτών τους.

       Αυτή η διαφοροποίηση των συνθηκών εάν εκτιμηθεί σοβαρά θα μπορούσε να προσφέρει μια ευκαιρία απελευθέρωσης από την θρησκευτική αντίληψη και πρόσληψη της οικονομικής θεώρησης. Αυτό πλέον ισχύει και για τον φιλελευθερισμό από τον Άνταμ Σμίθ έως σήμερα. Εκείνο που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η οικονομία έχει πράγματι σκληρά και ανελέητα χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει η πολιτική να τα διαχειριστεί και να τα εξανθρωπίσει. Η οικονομία ως μηχανισμός, πρέπει επίσης  να χάσει την μηχανιστικότητα της λειτουργίας της. Το ίδιο πρέπει να γίνει σε σχέση με την μηχανικιστική θεώρηση του φιλελευθερισμού για τον ανταγωνισμό και την αντανακλαστική ρύθμιση η οποία είναι και αυτή μια πλάνη. Πλάνη είναι επίσης και η μηχανιστική προσέγγιση του τρόπου διαμόρφωσης τιμών και εισοδημάτων, της απασχόλησης και της οριοθέτησης της αγοράς. 

        Χρειαζόμαστε μια νέα δυναμική προσέγγισης που να μας απελευθερώνει από την μηχανιστική αφέλεια τόσο της θεωρίας όσο και των πρακτικών και των πολιτικών στον τομέα της οικονομίας. Αυτό θα το πετύχουμε κατανοώντας πολύ καλύτερα την ιστορικότητα της οικονομίας, διαμορφώνοντας μια ιστορική απέναντι στην μηχανιστική της θεώρηση, μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης που ενώ διατηρεί μέσα της τα αίτια και τα αιτιατά στοιχεία, ταυτόχρονα συνθέτει εκείνα που είναι λειτουργικά απροσδιόριστα όπως επίσης και την κατανόηση του ανθρωπολογικού και του πολιτικού πλαισίου, μέσα στο οποίο λειτουργεί η οικονομία και το οποίο βέβαια αναδρασιακά αλληλενεργεί με την ίδια την οικονομία.

        Είναι εκπληκτική η ως τώρα καλλιέργεια της μονομέρειας των θέσεων των οικονομικών θεωριών. Για την κατανόηση αυτής της μονομέρειας, σημαντικό ρόλο παίζει τόσο η αναγνώριση της αρχής της ανταγωνιστικότητας όσο και της αρχής της ρύθμισης, του σχεδιασμού και του μερισμού ως συμπληρωματικών αρχών. Η ίδια η ανταγωνιστικότητα χωρίς νόμους αυτοκαταλύεται σε σχέση με την λειτουργικότητα και την σκοπιμότητά της, ενώ επίσης η ρύθμιση γίνεται τυραννική ή φαντασιακή, ανεδαφική, χωρίς την συμπληρωματικότητά της από την αρχή της ανταγωνιστικότητας. Οι αρχές αυτές εναρμονίζουν δίκαια τις δύο όψεις της αποδοτικότητας, την ατομική και την κοινοτική απόδοση.

         Και στις δύο πλευρές, αυτές της ανταγωνιστικότητας και της ρύθμισης εκφράζεται η λογική και ο λόγος και αυτό πρέπει να είναι το σημείο της ώσμωσης μεταξύ των ρυθμιστικών και των δημόσιων και ανταγωνιστικών δυναμικών. Η ίδια η ανταγωνιστικότητα είναι μια ρύθμιση και η ρύθμιση της επίσης παίζει έναν ρόλο, ανταγωνίζεται την εντροπία της ανταγωνιστικότητας.

        Υπάρχει μια φθίνουσα απόδοση της ανταγωνιστικότητας τόσο στο επίπεδο της δυναμικής αυτοθέσμισης όσο και στο επίπεδο των αποτελεσμάτων. Χρειάζεται μια πρόσθετη συνεχής θεσμική και λειτουργική ροή πληροφορίας ώστε η ανταγωνιστικότητα και η διαμάχη, να διατηρούν τον εναρμονιστικό και ενοποιητικό τους τόνο, σαν ένας παράγοντες δημιουργικής ομοιοστασίας του συστήματος που να οριοθετεί τους εταίρους μακράν της νεοπλασματικής του τάσης, σαν αρμονία και ενότητα μέσω διαμάχης.

     Στο πεδίο της οικονομίας είναι το σύμβολο της ιδιοκτησίας και της ανταλλακτικής το χρήμα και ο τίτλος της ιδιοκτησίας αποτελεί το σημείο της μεγαλύτερης πίστης, έχει τη μεγαλύτερη δυναμική προεξόφλησης της πίστης του ανθρώπου. Ως σύμβολο και ως δύναμη μείζονος ελέγχου των συνθηκών είναι το σημείο της πίστης για τον τρόπο μέτρησης του ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης του ανθρώπου. Αυτή η πίστη είναι συλλογικοποιημένη και διαμεσολαβείται συλλογικά, και συνεπώς παραμένει το πεδίο της ισχυρότερης φαντασιακής θέσμισης.


Το χρήμα ως το πιο προσιτό σημείο του μείζονος ελέγχου των συμβαινόντων.

        Το χρήμα είναι η μόνη αυτοεκτελεστική δύναμη που μπορεί να τεθεί στη διάθεση του ατόμου, για την διεκπεραίωση των επιθυμιών του, η μόνη κοινωνική δύναμη. Είναι με το χρήμα που ο άνθρωπος ατομικά μπορεί να αποσπάσει δύναμη από τη συλλογικότητα για να την εφαρμόσει στις προσωπικές του αρέσκειες, σε αντίθεση με την διοικητική εξουσία, απέναντι στην οποία ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στα αποτελέσματα της καλής ή κακής χρήσης της και στις επιλογές άλλων. Για αυτό και υπάρχει αυτή η ευθεία σχέση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με το χρήμα σαν σχέση αλληλενέργειας, υποκειμενικού και αντικειμενικού ζωτικού παράγοντα στο άτομο που έχει και την θεσμική κατοχύρωση. 

        Η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο χρήμα ως δυνάμεως ελέγχου των προσωπικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών, καθώς το χρήμα αποσπά τα αντικείμενα από την παραγωγή και τα διαθέτει στην κατανάλωση και καθώς το χρήμα αποτελεί το μέσο οικειοποίησης της παραγωγικής δύναμης, παραμένει στην πίστη του ανθρώπου το πιο ισχυρό και επιθυμητό μέσο για την έκφραση, την οικειοποίηση εκπλήρωσης και αναγνώρισης του ανθρώπου. Μέσα στο χρήμα φωλιάζει ο άνθρωπος την ελπίδα του για τα όνειρά του και τις επιθυμίες του. Έτσι, με αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος εύκολα εκτρέπεται σε μια κοινωνική νεοπλασματικότητα και ελέγχεται απολύτως από την συμβολική και θεατρική επένδυση που κάνει ο ίδιος, στο χρήμα και στην ιδιοκτησία. Γι’ αυτό χρειάζεται η ρύθμιση ώστε ο άνθρωπος να μην γίνεται ένας τιτάνας απληστίας και ματαιοδοξίας και ένα στοιχείο βαρβαρότητας, ανοησίας και αδιακρισίας, για να μην διευρύνει μέσα από το χρήμα, την οντολογική ηλιθιότητα και βαρβαρότητα.

        Βέβαια το αντίστοιχο με το χρήμα ισχύει και για την εξουσία, που αποτελεί όμως ένα πεδίο προνομιακό για λιγότερους έστω και αν αυτοί είναι οι κριτές ή αμφισβητίες της εξουσίας και του οικονομικού συστήματος. Ωστόσο ασκούν κάποια συγκεκριμένη μορφή εξουσίας, ως εξουσία επωνυμίας, διαχείρισης της κοινής γνώμης, προς ειδωλική τους επιβίωση μέσα στους άλλους και στη ροή των ειδήσεων.

        Ο άνθρωπος λοιπόν, επενδύει πρωταρχικά στο χρήμα και την ιδιοκτησία, πιστεύοντας ότι αυτό είναι το πιο προσιτό σημείο του μείζονος ελέγχου των συμβαινόντων. Στη συνέχεια επενδύει στην εξουσία (και της πολιτιστικής συμπεριλαμβανομένης) καθώς  αυτή του παρέχει ένα άλλο πεδίο επιβίωσης και διάρκειας στο κόσμο των ειδώλων της κοινωνικής διάρκειας του εαυτού του.

        Αυτή η ανασφάλεια του ανθρώπου ξεκινάει από ένα έλλειμμα εσωτερικότητας, που καλλιεργείται από ένα έλλειμμα συμβιωτικότητας και συντροφικότητας. Η ίδια η ανασφάλεια εγγυάται τόσο τις υπερβολές στην ανταγωνιστική συμπεριφορά όσο και την ανάγκη η ρύθμιση της ανταγωνιστικότητας ώστε αυτή να έχει συνεχή παιδεία μάθησης, ανάδρασης και πληροφόρησης για να αντισταθμίζει τις εκτροπές και τις τερατογενέσεις μέσα στο σύστημά των μέτρων και των δεικτών καλής λειτουργίας της ανταγωνιστικότητας. 


Η ανάγκη κατανόησης της ιστορικότητας και του ολιστικού χαρακτήρα των θεωριών   των πρακτικών και των πολιτικών της οικονομίας.

        Πέραν τούτου χρειάζεται μια πολιτισμική μάθηση στο σύστημα της ανταγωνιστικότητας ώστε να υπάρχουν δομές κατεύθυνσης ανάκτησης της ποιότητας και εξυπηρέτησης της αναγκαιότητας μέσα από την λειτουργία της οικονομίας.

          Αυτό λοιπόν που θα πρέπει να σηματοδοτήσει τις εξελίξεις από εδώ και πέρα στον τομέα της οικονομικής θεωρίας και πρακτικής, είναι η ανάδειξη της ιστορικότητας, πέρα από την μηχανιστική θεώρηση, την θεώρηση της μονομέρειας μέσα από την αδυναμία της κατανόησης και της ολιστικής κατανόησης τόσο των φάσεων των λειτουργιών, όσο και του πεδίου των θεωριών στην οικονομία. Αυτό λοιπόν που πρέπει να κυριαρχήσει, είναι η κατανόηση της ιστορικότητας και του ολιστικού χαρακτήρα, τόσο των θεωριών όσο και των πρακτικών και των πολιτικών της οικονομίας.

        Ήδη φάνηκε μέσα στον 20ο αιώνα, η ύπαρξη τριών γενεών οικονομικής θεωρίας και πρακτικής. Η πρώτη και η τελευταία, φαίνεται  να ανακυκλώνουν την ίδια φάση, είναι η εποχή του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού στις αρχέ%

Πίσω στη λίστα

Σχετικά άρθρα

Καλάθι Αγορών
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας. Με την περιήγηση σε αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies από εμάς.