ΕΘΝΟΣ & ΚΡΑΤΟΣ, ΣΥΝΘΕΣΗ & ΣΧΕΔΙΟ ΙΔΕΩΝ

OI ΠΕΝΤΕ ΠΛΑΝΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΟΧΗ – ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ (του Ούλριχ Μπεκ)

Barnstar Hires - Σόλων ΜΚΟ
image_pdfimage_print

Barnstar Hires - Σόλων ΜΚΟΗ σχεδόν υποδόρια συνέχιση της κυριαρχίας της εθνικής πολιτικής αναγκαστικά έρχεται αντιμέτωπη με τις πέντε πλάνες της όταν εισέρχεται στην παγκόσμια εποχή. 

Αυτές είναι η πλάνη του παγκοσμιοποιημένου κόσμου, η εθνική πλάνη, η νεοφιλελεύθερη πλάνη,  η νέο-μαρξιστική πλάνη και η τεχνοκρατική πλάνη. 

1) Η πλάνη του παγκοσμιοποιημένου κόσμου

Αυτή εμπεριέχεται στη διάσημη πρόταση: «κανείς δε μπορεί να ασκήσει πολιτική ενάντια στις αγορές». Η έκφραση του Γ. Φίσερ είναι ενδεικτική της αυτό-εικόνας της πολιτικής τάξης των δύο προηγούμενων δεκαετιών. Οι πολιτικοί συλλαμβάνουν τους εαυτούς τους ως εγκλωβισμένους μέσα σε ένα παιχνίδι ισχύος στο οποίο κυριαρχεί το παγκόσμιο κεφάλαιο. Αυτή είναι –με δύο έννοιες- η πλάνη της αθωότητας των πολιτικών. 
Από τη μία αποκρύπτει το γεγονός ότι οι ίδιοι οι πολιτικοί προκάλεσαν ενεργητικά την ίδια τους την ανημποριά: ήταν οι ίδιοι που επέβαλλαν τους κανόνες της διεθνούς αγοράς, αρχικά σε εθνικό επίπεδο, σαν μεταρρυθμίσεις. Αυτή η πράξη ήταν που δημιούργησε την υποτιθέμενα αναπόδραστη «μοίρα της παγκοσμιοποίησης». Ας σημειώσουμε πως το παγκόσμιο κεφάλαιο διατηρεί την «απαραβίαστη» ισχύ του μόνο όσο οι πολιτικοί ηθελημένα επικυρώνουν την αυτό-κατάργησή τους. 

Από την άλλη, η ανικανότητα της πολιτικής, για την οποία μόνο τον εαυτό της μπορεί να κατηγορεί, είναι μια καλή δικαιολογία, πρώτον, για να μείνει αδρανής μπροστά στην όλο και αυξανόμενη ανάγκη για κινητοποίηση απέναντι στους παγκόσμιους κινδύνους, όπως επίσης και για την ανικανότητά της να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες για συντονισμένη, παγκόσμια δράση, οι οποίες αναδύονται μαζί με τα προβλήματα. Ο συλλογισμός πάει κάπως έτσι: «αφού δεν υπάρχει παγκόσμια πολιτική απάντηση στις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, αφού δε μπορεί καν να υπάρξει μια τέτοια, τότε τίποτα δε μπορεί να γίνει, τίποτα δε μπορούμε να κάνουμε».

Υπάρχει και η στρατηγική  αντίστροφης χρησιμοποίησης αυτής της σκέψης: οι πολιτικοί ανεβάζουν ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μόνο όταν όλοι γνωρίζουν πως η πραγματοποίησή τους είναι αδύνατη. Για παράδειγμα, πριν από μια σύσκεψη του G20 για την κλιματική αλλαγή, εκφράζονται ηχηρές απαιτήσεις (με το βλέμμα στραμμένο στην εσωτερική πολιτική σκηνή) για παγκόσμια, συντονισμένη δράση ή για επιβολή φόρου Tobin[1], έχοντας όμως την βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα κάτι τέτοιο να εφαρμοστεί. Το «τίποτα δεν είναι δυνατό επειδή για όλα αυτά απαιτείται παγκόσμια συστράτευση» δημιουργεί τη δυνατότητα ύπαρξης χάσματος μεταξύ όσων λέγονται και όσων εφαρμόζονται. Όσο πιο ανέφικτος ο στόχος τόσο πιο άνετα μπορεί κανείς να τον απαιτήσει, βάζοντας τον εαυτό του στη θέση του πρωτοπόρου για το καλό και τις ανάγκες του πλανήτη, χωρίς καθόλου να χρειάζεται να ανησυχεί μήπως και χρειαστεί πραγματικά να εργαστεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ρητορική των προσδοκιών σε κρυφή συνεργασία με την υπεράσπιση του status quo.   

2) Η εθνική πλάνη

Η εθνική πλάνη υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα από την προηγούμενη, σαν να ήταν εικόνα-καθρέφτης της: υποθέτει πως στην πραγματική κοσμοπολιτικοποίηση που υπάρχει, η επιστροφή στην ιδεατή κατάσταση του έθνους-κράτους είναι δυνατή. Παντού, λοιπόν, ο ίδιος θρήνος: η Ευρώπη είναι μιαν απρόσωπη γραφειοκρατία η οποία υπονομεύει τη δημοκρατία και την διατήρηση της ποικιλότητας των εθνών. Μπορεί όντως να υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας σε αυτά, παρόλα αυτά όμως αυτή η κριτική χάνει την ισχύ της όταν βασίζεται στην υπόθεση ότι δε μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς έθνη. Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, μια μετά-εθνική Ευρώπη θα είναι κατ’ ανάγκη και μετά-δημοκρατική, δηλαδή όσο περισσότερη Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο λιγότερη δημοκρατία.
Αυτού του είδους η επιχειρηματολογία είναι λανθασμένη για δύο λόγους και ταυτοχρόνως αποδεικνύει την στενότητα της εθνοκεντρικής σκέψης και οπτικής. Πρώτον, οι υποστηρικτές της αδυνατούν να καταλάβουν το ότι ο δρόμος για μια δημοκρατική Ευρώπη δε μπορεί να είναι πανομοιότυπος με αυτόν που οδήγησε στα δημοκρατικά έθνη-κράτη. Δεύτερον, η σύλληψη της δημοκρατίας, όπως αυτή θα χρησιμοποιηθεί στην Ε.Ε., είναι κάτι διαφορετικό. Η Ε.Ε. αποτελείται από δημοκρατικά κράτη αλλά δεν αποτελεί η ίδια ένα συμβατικού τύπου κράτος. Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι το εάν το μοντέλο που υιοθετήθηκε για τη δημοκρατία σε επίπεδο έθνους-κράτους μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στην Ε.Ε. ή εάν για τη δημοκρατική νομιμοποίηση της τελευταίας χρειάζεται να επινοηθούν άλλες, μετά-εθνικές προσεγγίσεις. 
Και τα δύο αυτά λάθη- η απόλυτη αλληλεξάρτηση των εννοιών της δημοκρατίας και του έθνους-κράτους και το γεγονός της έλλειψης κατανόησης για τον αναγκαίο και ιστορικά ξεχωριστό δρόμο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, και τα δύο βασίζονται σε αυτή τη νοσταλγική τάση εξιδανίκευσης του εθνικού.

3) Η νεοφιλελεύθερη πλάνη

Η τρίτη μεγάλη πλάνη συνδέεται στενά με την εθνική. Στην μετά-ψυχροπολεμική περίοδο η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έγινε μια ισχυρή πολιτική και κανονιστική δύναμη. Όλοι όσοι υπακούσουν στις εντολές της παγκόσμιας αγοράς θα ανταμειφτούν με επίγεια πλούτη-αυτή είναι η επαναλαμβανόμενη υπόσχεση του ανίκητου Θεού των αγορών, ο οποίος καλεί σε θυσίες στο βωμό του. Τελικά ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίζεται πως είναι ο καλύτερος σοσιαλισμός ο οποίος, με τη βοήθεια ενός παγκόσμιου εμπορικού καθεστώτος (και μόνο έτσι), θα καταφέρει να εξαλείψει τη φτώχεια, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, φτιάχνοντας έτσι έναν καλύτερο κόσμο.

Παρόλα αυτά, η υποτιθέμενη τάξη στην οποία έχει οδηγήσει η νεοφιλελεύθερη σύντηξη του κράτους με το κεφάλαιο έχει αρχίσει τελευταία να εγκαταλείπεται: η παγκόσμια αβεβαιότητα ενισχύει κοινωνικά και εθνοκεντρικά κινήματα, μιας και αυτά φαίνεται να υποδεικνύουν νέες πηγές νομιμοποίησης του πολιτικού και νέους δρόμους δράσης. Από την άλλη, η ίδια αυτή καινούργια τάξη αποδυναμώνει το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, μιας και οι συνέπειες των επενδυτικών επιλογών προκαλούν, πλέον, ανυπολόγιστους και απειλητικούς για τη διατήρηση της παγκόσμιας ισορροπίας κινδύνους. 

Το πώς και σε ποιο βαθμό έφτασε η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία να ξεσκεπαστεί ως δημοφιλής ουτοπική πλάνη μπορεί εύκολα να κατανοηθεί μέσω της καταγεγραμμένης μεταστροφής των απόψεων. Τα κόμματα και οι πολιτικοί αρχηγοί οι οποίοι πριν την κρίση ρητόρευαν περί «νοικοκυρεμένων προϋπολογισμών» (χαμηλό πληθωρισμό, ισορροπημένους ισολογισμούς, περιορισμό των εμποδίων του εμπορίου και των χρηματιστηριακών συναλλαγών, μέγιστη ελευθερία για το κεφάλαιο, ελάχιστο έλεγχο της αγοράς εργασίας και ένα «μικρό και ευέλικτο» κράτος το οποίο να αναγκάζει τους πολίτες του να δουλεύουν), τώρα συμβουλεύουν ακριβώς αυτά για τα οποία ο Οσκάρ Λαφονταίν, ο υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Σρέντερ, έγινε δέκτης χλευαστικών σχολίων: ένα ρυθμιστικό πλαίσιο πρέπει να εφαρμοστεί στο παγκόσμιο χρηματιστηριακό κεφάλαιο.
 
4) Η νέο-μαρξιστική πλάνη

Παραδόξως, η μεγάλη νέο-μαρξιστική πλάνη βαδίζει στο πλάι της νεοφιλελεύθερης. Οι μεγαλύτεροι κριτικοί του παγκόσμιου καπιταλισμού μετατρέπονται σε απολογητές της νεοφιλελεύθερης αγοράς, όταν περπατάνε αδρανείς δίπλα της την ώρα που αυτή γιγαντώνεται. Βλέπουν και αυτοί την μετάλλαξη του κοινωνικού κράτους, όμως αποκλειστικά με όρους προσαρμογής και υποχώρησης της εθνικής πολιτικής μπροστά στην κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς, κάτι που τελικά οδηγεί στην αυτό-διάλυση της πολιτικής. Παρόλα αυτά οι νέο-μαρξιστές και οι νεοφιλελεύθεροι εκτιμάνε με διαμετρικά αντίθετους τρόπους την υπάρχουσα παγκόσμια δυναμική. Η παγκόσμια οικονομία καταργεί τα όρια της ισχύος των εθνικών οικονομιών, εξωθώντας σε άνοιγμα των συνόρων και κατακτώντας τους αναδυόμενους χώρους παγκόσμιας πολιτικής ισχύος. Η πιθανότητα αυτό το σοκ να ανοίξει καινούργια πεδία δράσεων, πηγών και ευκαιριών για όλους τους παίκτες, είτε εντός είτε πέρα των εθνικών ορίων, δεν υπάρχει στη νέο-μαρξιστική οπτική, τουλάχιστον όχι σαν κάτι άλλο από περιθωριακή, ακαδημαϊκή «διεθνής πολιτική οικονομία». Δυστυχώς, λοιπόν, δε βλέπω κάποια σοβαρή προσέγγιση του επανακαθορισμού του πολιτικού προερχόμενη από το φάσμα της αριστεράς.  

5) Η τεχνοκρατική πλάνη 

Εάν οι προηγούμενες θέσεις θέλουν να περιορίσουν και να απλοποιήσουν τις πολιτικές επιλογές, η τεχνοκρατική θέση, υποδεικνύοντας τους κινδύνους που απειλούν την ανθρωπότητα –ειδικά το φαινόμενο του θερμοκηπίου- στοχεύει στην μεγιστοποίηση του πεδίου της πολιτικής δράσης. Οι ερευνητές πάνω στην κλιματική αλλαγή μπορεί να είναι εξαιρετικά ρεαλιστές, παρόλα αυτά συνήθως είναι, κοινωνικά και πολιτικά, ιδεαλιστές, όντας ανίκανοι να καταλάβουν το γιατί οι «αποκαλυπτικοί» υπολογισμοί τους δεν οδηγούν στις αυτοματικές, απαραίτητες αντιδράσεις από την πλευρά του κόσμου.

Κάπως έτσι φτάνουμε στην τεχνοκρατική πλάνη. Στον κόσμο του homo oecologicus, η δημοκρατία είναι δευτερευούσης σημασίας και οι ανισότητες που δημιουργούνται από την κλιματική πολιτική υποβαθμίζονται. Αναδύεται ο κίνδυνος διασύνδεσης των τρομακτικά ωραίων εικόνων των πάγων που λιώνουν με την ανάγκη για κάποιου είδους έκτακτης «ειδικο-κρατίας», η οποία για την επίτευξη της παγκόσμιας επιβίωσης θα υπερασπιστεί το παγκόσμιο «καλό» ενάντια στα εθνικά συμφέροντα και τις δημοκρατικές προκαταλήψεις.
Τα τρία συστατικά-η αναμονή της τελικής καταστροφής, η αυξανόμενα περιοριστική έλλειψη χρόνου και η προφανής ανικανότητα των δημοκρατιών να δράσουν αποφασιστικά- οδηγούν στο όραμα μιας «ισχυρής», «επεμβατικής» και «ασκητικής» αναδιανεμητικής εξουσίας, όπως την είχε οραματιστεί ο Wolfgang Harich [2], το οποίο στοιχειώνει τις συνειδήσεις των στρατευμένων οικολόγων. Εάν τραβήξουμε αυτή τη λογική στο όριό της οδηγούμαστε σε οίκο-δικτατορικά μοντέλα.  

Οι πολιτικές συνέπειες σε σχέση με την Ευρώπη

Δε μπορούμε παρά να μην αποφύγουμε δύο συμπεράσματα: 

Πρώτον, η παγκόσμια πολιτική μπορεί να επανακτήσει την ισχύ της, την αξιοπιστία της και την ικανότητα να δημιουργεί παρά να ακολουθεί τις εξελίξεις, μόνο εάν προσαρμοστεί σε μορφές διακρατικών συνεργασιών- ας δούμε την ΕΕ σαν το πρώτο παράδειγμα. Η εθνική κυριαρχία δε μπορεί πλέον να ξανακερδηθεί με εθνικούς όρους, παρά μόνο με παγκόσμιους. 

Δεύτερον: εάν καταρρεύσει η ΕΕ, τότε μπαίνουν σε κινδύνους και τα κράτη-μέλη της. Δε μπορεί να υπάρξει ισχυρή Γερμανία (πολλώ μάλλον ως ένα εξαγωγικό και οικονομικό θαύμα) χωρίς την ΕΕ. Είναι, λοιπόν, προς το συμφέρον των κρατών-μελών και της ίδιας της ΕΕ η εμβάθυνση παρά η οπισθοχώρησή της.

Σε προηγούμενες εποχές τα ζητήματα μάκρο-πολιτικής συνήθιζαν να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στις γερμανικές εκλογές. Σήμερα, ενόψει της κρίσιμης εκλογικής χρονιάς 2012, το μεγάλο μακρο-πολιτικό ζήτημα είναι η διάσωση της ΕΕ και του κυριότερου οικονομικού εργαλείου της, του ευρώ, ένα ζήτημα το οποίο μπορεί να κινητοποιήσει αντιτιθέμενες απόψεις εντός των εθνικών ορίων. Η εκάστοτε εθνική μακρο-πολιτική μπορεί να ανανήψει μέσω του εξ-ευρωπαϊσμού της. Για να το πω αλλιώς: μακρο-πολιτική στην Ευρώπη μπορεί να γίνει μόνο δια-κρατικά ή δε μπορεί να γίνει καθόλου.
 
Ίσως, τελικά, οι καταστάσεις να μας οδηγήσουν προς τα εκεί. Σε καιρούς κρίσης είναι το ευρώ που θα μας προστατέψει , εφόσον μπορέσει να μας ωθήσει σε αύξηση της συνεργασίας. Ακόμα και η γερμανίδα καγκελάριος φαίνεται, πλέον, να το έχει καταλάβει («εάν αποτύχει το ευρώ αποτυγχάνει και η Ευρώπη»). Ακόμα και μετά την κρίση θα χρειαζόμαστε και τότε «περισσότερη Ευρώπη», ούτως ώστε να μπορούμε καλύτερα να αντιμετωπίσουμε την επόμενη, πάντα ακολουθώντας την κόσμο-πολιτική προσταγή: συνεργασία ή διάλυση!

[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Tobin_tax 
[2] Συγγραφέας του “Communism without Growth: Babeuf and the Club of Rome with Rowohlt Verlag”, στο οποίο υποστηρίζει πως ένα σταλινικού τύπου κράτος με την εξουσία να επιβάλει περιβαλλοντικού προσανατολισμού επίπεδα παραγωγής και κατανάλωσης θα μπορούσε να προλάβει μια οικολογική καταστροφή. Γενικές πληροφορίες στο http://en.wikipedia.org/wiki/Wolfgang_Harich

Το κείμενο αποτελεί μέρος του άρθρου με τίτλο «Cooperate or bust:The existential crisis of the European Union» όπως δημοσιεύτηκε στο eurozine.com. 
Μετάφραση: Σιαβελής Παναγιώτης

Πηγή: Arguments.gr 
Φωτό: wikimedia

Πίσω στη λίστα

Σχετικά άρθρα