ΣΥΝΘΕΣΗ & ΣΧΕΔΙΟ ΙΔΕΩΝ, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΨΥΧΗ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ

soul art fractal - Σόλων ΜΚΟ
image_pdfimage_print

soul art fractal - Σόλων ΜΚΟΣτον 19ο αιώνα, οι πρώτες ακτίνες αυτού που σήμερα ονομάζουμε ψυχολογία έκαναν την αχνή εμφάνισή τους. Από τον μαγνητισμό του Αντουάν Μεσμέρ έως τον υπνωτισμό του Σαρκό, περνώντας από την «ψυχοφυσική» του Γούσταβ Φέχνερ, καλύπτεται -θα λέγαμε- η εισαγωγική φάση της ψυχολογίας. Σε αυτή την εισαγωγική φάση άρχισε να μπαίνει ως αντικείμενο έρευνας η  ψυχολογική δομή, και η ψυχή όλο και περισσότερο γινόταν αντικείμενο κι όχι ένα αστάθμητο υποκείμενο. Όσο πέρναγε ο χρόνος η ψυχή έπαιρνε κοινωνική- αγοραία μορφή, και γινόταν αντιληπτό ότι έχει μια εσωτερική οργάνωση και αυτορρύθμιση. Ξεκίνησε ως μια  μορφή της παραψυχολογίας, κατόπιν της ψυχολογίας, ακολούθως της κοινωνίας, ενώ δεν ξέρουμε τι θα ακολουθήσει.

Στο χρονικό αυτό σημείο της, η ψυχολογία δεν ξεχώριζε έντονα από τη φιλοσοφία ούτε από την κοινωνιολογική ανάλυση του ανθρώπου και των καταστάσεων· με άλλα λόγια, η ψυχολογία περνούσε από το προεπιστημονικό στάδιό της. Γι αυτό, ακόμη και στο πρώιμο επιστημονικό της στάδιο, μπορούμε να μιλήσουμε για την παρουσία φιλοσοφικών συστημάτων στον χώρο της ψυχολογίας, όπως αυτό του Henri Bergson.

Η ψυχολογία εισέρχεται στην ιστορική επιστημονική της φάση με την «ψυχανάλυση» του ΣίγκμουντΦρόυντ (1856-1939), την «αναλυτική ψυχολογία» του Καρλ Γιουνγκ 1875-1961), την «ατομική ψυχολογία» του Άλφρεντ Άντλερ (1870-1937) και τη θεωρία των αντανακλαστικών του Παβλόφ Ιβάν Πέτροβιτς  (1849- 1936).

Στο σημείο αυτό, θα κάνουμε μια περιληπτική αναδρομή στα βασικά σημεία των θεωριών τους, πριν περάσουμε στην συνέχεια στο δεύτερο στάδιο της επιστημονογένεσης της ψυχολογίας με την «αναπτυξιακή ψυχολογία» του Ζαν Πιαζέ (1896 -1980), την δεοντολογική ψυχολογία – «ψυχοσύνθεση» του Ρομπέρτο Ασσατζιόλι (1888-1974), και τέλος με την «οργονική» του Βίλχελμ Ράιχ (1897-1957), που αντιπροσωπεύει μια ιδιότυπη προσπάθεια σύνθεσης του επιστημονικού με το προεπιστημονικό στάδιο της ψυχολογίας.

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (1856-1939) ήταν ο πρώτος  που (σωστά ή λαθεμένα – αυτό δεν ενδιαφέρει εδώ) θεμελίωσε ένα μοντέλο λειτουργίας του υποσυνείδητου σε σχέση με το συνειδητό. Αυτό το έκανε  προτείνοντας ένα μοντέλο ερμηνείας του ανθρώπινου ψυχισμού που θεμελιώνεται στο φύλο – έναν ψυχισμό που θεμελιώνεται πάνω στη σχέση του εμβρύου με τους δημιουργούς του, τους γονείς του. Αυτό θεωρητικά διατυπωμένο αποτελεί τη γνωστή θεωρία του Φρόυντ για το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα. Γιατί το θεμελιώδες μοντέλο λειτουργίας είναι αυτό και όχι κάποιο άλλο δεν αφορά εδώ αυτήν την ιστορική αναδρομή μας.

Πάντως, το γεγονός είναι ότι αυτό το μοντέλο λειτουργίας εστιάστηκε σε ένα μέρος μόνο της ανθρώπινης φύσης, αντικρίζοντάς την ως αυτή να αποτελείται και να ρυθμίζεται από δύο μόνο αδένες. Οι αδένες αυτοί είναι οι γεννητικοί αδένες και η υπόφυση, καθώς η δεύτερη συνδέεται μαζί τους σε δεύτερο λόγο.

Για τον Φρόυντ, η διεργασία του ψυχολογικού γίγνεσθαι είναι υποκειμενική και βασίζεται σε ένα προτεινόμενο μοντέλο λειτουργίας του υποσυνείδητου. Ο Φρόυντ χρειάστηκε σταδιακά να προσεπιθέσει στο μοντέλο του – για να το κάνει πιο λειτουργικό – «το ένστικτο του θανάτου» και να παραδεχθεί αργότερα το ψυχολογικό υπόστρωμα δομής που ονομάστηκε ένστικτο του «εγώ».

Η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε στην φύση διά μέσου αναπαραγωγής και επιλογής. Ενώ η αναπαραγωγή φαίνεται σε αυτό το προτεινόμενο μοντέλο, η επιλογή απουσιάζει. Η επιλογή φαίνεται ως παράγοντας στην θεωρία των εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παβλόφ, αλλά σε αυτήν απουσιάζει η αναπαραγωγή. Αυτό καταδείχθηκε ακόμα σαφέστερα από το ότι οι Σοβιετικοί επιστήμονες αρνήθηκαν να δεχθούν την κληρονομική βάση της αναπαραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση Τροφίμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο.

Για τον Άλφρεντ Άντλερ (1870-1937) και την «ατομική ψυχολογία» του, το γίγνεσθαι έχει ένα διυποκειμενικό χαρακτήρα, ερμηνεύοντας το κοινωνικό και το υπαρξιακό εγώ κάπως βαθύτερα. Έφερε στην επιφάνεια το ένστικτο του εγώ, και σε συνάρτηση με αυτό το κέντρο, ανέλυσε και τα συμπλέγματα της ψυχολογικής δομής του ανθρώπινου όντος. Το μοντέλο του είναι ίσως πιο λειτουργικό για μια κοινωνιο-ψυχολογία, καθώς βλέπει την ατομικοποίηση ως το κύριο γεγονός στον άνθρωπο. Για τον Άντλερ, ο άνθρωπος δεν είναι εντοπισμένος σε ένα μέρος του οργανισμού, αλλά μια μονάδα που λειτουργεί ως μια ολότητα, την οποία που αποκαλούμε «εγώ».

Για τον Καρλ Γιουνγκ (1875-1961) και την «αναλυτική ψυχολογία» του το μοντέλο ανάλυσης μιας δομής είναι σε «γίγνεσθαι» με τα ίδια τα σύμβολα που χρησιμοποιεί. Κατ’ αυτόν υπάρχει ένα υλικό – νοηματικό  προτσές συμβόλων, που απηχούν ένα δυναμικό ψυχολογικό ενσώματο. Τα ίδια τα σύμβολα αρχίζουν αχνά να φαίνονται ως φορείς της εξέλιξης, ως «γονίδιά» της, που ανακλούν μια ασυνείδητη πραγματικότητα μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Το σύμβολο είναι φορέας ενοποίησης μεταξύ της ανθρώπινης συνείδησης και της πραγματικότητας, και μεταξύ του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στην ψυχολογική διάστασή του.

Εδώ, κάθε ανθρώπινο σύμπλεγμα εμφανίζεται από την αδυναμία της συνείδησης να ευθυγραμμιστεί με το δυναμικό της πραγματικότητας και το παγκόσμιο ασυνείδητο. Αυτή η ευθυγράμμιση σημαίνει την επίτευξη της ορθής χρήσης των συμβόλων, του δυναμικού της ασυνείδητης πραγματικότητας. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται  -απ’ την μεριά της ψυχολογικής πραγματικότητας- κοντύτερα στην φιλοσοφία.

Η σκέψη του  Γιουνγκ προσπάθησε να συζεύξει τον Ανατολίτικο εποπτικό νου (που χρησιμοποιεί το σύμβολο ως αντικείμενο για εποπτεία) με τον Δυτικό αναλυτικό νου (νοητική λειτουργία της παράστασης του συμβόλου). Το ρεύμα που δημιούργησε ονομάστηκε «αναλυτική ψυχολογία», αν και έχει ισχυρά ερείσματα για μια ενορατική και διαισθητική ψυχολογία.

Η φιλοσοφική βάση της ψυχολογίας του Γιουνγκ είναι απεργασμένη και από αντιλήψεις της σύγχρονης θεωρητικής φυσικής, ενώ βλέπουμε και κάποια ίχνη διαθέσεων σύνθεσης. Αυτό φάνηκε και στην προσπάθειά του για συνεργασία με τον W. Pauli που κατέληξε στην διατύπωση της γνωστής αρχής της «συγχρονότητας».

Ο Παβλόφ Ιβάν Πέτροβιτς  (1849- 1936) έθεσε τις βάσεις της ζωο-ψυχολογίας, καθώς η δουλειά του βρήκε περισσότερη απήχηση στην κατεύθυνση αυτή, παρά στην ανθρωπο-ψυχολογία. Ωστόσο, η έρευνα των αντανακλαστικών μπορεί να βαθύνει περισσότερο, αν και αυτό συναντά αντιστάσεις, καθώς στη γραμμή αυτή, είναι δύσκολες οι επιστημονικές αφαιρέσεις.  Για τον Παβλόφ, η διεργασία του ψυχολογικού γίγνεσθαι είναι αντικειμενική, προτείνοντας ως μοντέλο την αυτόματη αντανακλαστικότητα της συνείδησης.

Ανεξάρτητα από τον αν, ως έναν βαθμό, είναι σωστό αυτό που είπε ο Άρθουρ Καίστλερ για την «Ψυχολογία της Συμπεριφοράς» –ότι, δηλαδή, έχει βάλει τον άνθρωπο στο κρεβάτι του Προκρούστη για να τον προσαρμόσει στις γραμμές της ερευνητικής κατεύθυνσής της– αυτή έχει πολλά να προσφέρει και είναι η πρώτη ψυχολογία που άνοιξε τον δρόμο για μια βαθύτερη βιολογική έρευνα των ψυχολογικών φαινομένων, αρκεί, πέρα από τους φιλοσοφικούς δογματισμούς, να υπάρξει συνεργασία για επιστημονικά θεμελιωμένη έρευνα για τις σχέσεις των ψυχολογικών φαινομένων με το ενδοκρινικό, το νευρικό και το εγκεφαλικό σύστημα.

Ο Άντλερ καινοτόμησε φέρνοντας κοντά την ψυχολογία με την κοινωνική διάσταση και την αντανάκλαση των ψυχολογικών φαινομένων. Ο Φρόυντ, κατ’ αναλογία, για πρώτη φορά συνέδεσε βασικά βιολογικά και κοινωνικά γεγονότα με την ψυχολογική δομή. Έστω και λαθεμένα, τα βιολογικά γεγονότα στον Φρόυντ επιβάλλονται στα κοινωνικά, η επίδρασή τους υπερέχει, και η κοινωνικότητα διακατέχεται από αυτά. Μετά από τον Γιουνγκ, ο οποίος έκανε για την ψυχολογία- ίσως σε μικρότερο βαθμό- ό,τι ο Χέγκελ για τη φιλοσοφία, ερχόμαστε στον Γιάσπερς.  

Ο Καρλ Γιάσπερς (1883-1969), ο «φιλόσοφος της ύπαρξης» και ψυχίατρος – τόσο μέσω του επαγγέλματός του όσο και μέσω της διανοητικής του δουλειάς- συνδύασε την φιλοσοφία με την ψυχολογία σε μια διαφορετική τονικότητα από αυτή του Γιουνγκ, προς τη γραμμή αυτή που θα λέγαμε «μη μηδενιστικού υπαρξισμού». Από φιλοσοφική θέση, δίχως αποχρώσεις ψυχολογικής κατεύθυνσης και σε άλλο τόνο από τον Γιουνγκ, έβαλε τις βάσεις για μια νέα σύνθεση μη μπορώντας να ξεχωρίσει την φιλοσοφία για τον άνθρωπο από την ψυχολογία.

Στο σημείο αυτό, άρχισε μια πιο μαζική επιστημονική – με ακαδημαϊκή βάση – μόρφωση για την ψυχολογία. Έκτοτε, δεν εμφανίστηκαν νέες μεγάλες καινοτόμες συνεισφορές στην ψυχολογία, κάτι που συμβαίνει και σε όλους τους άλλους τομείς. Ίσως το δυναμικό που συγκεντρώνεται να φέρει καινούργιες εκρηκτικές ψυχολογικές ανακαλύψεις στην ψυχολογία, όπως και σε οποιονδήποτε άλλο τομέα γνώσης.

soul art fractal

Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897-1957) έχει αρκετό ενδιαφέρον απ’ την σκοπιά ότι αποτελεί ένα πισωγύρισμα της ψυχολογίας στην προεπιστημονική της φάση – δίπλα στον μαγνητισμό του Μεσμέρ – ιδιαίτερα με τις θεωρίες του για τον αιθέρα και την οργόνη. Αυτές, βέβαια, τις μνήμες από το παρελθόν προσπάθησε  να τις επιστημονικοποιήσει, ωστόσο δεν μπορούμε ακόμα να πούμε ότι πέτυχε ή απέτυχε.

Ο αιθέρας, στην περίπτωση του Ράιχ, ήταν ότι ο παράγοντας των ψυχικών αντανακλαστικών για τον Παβλόφ. Ο αιθέρας ήταν επίσης για τον Ράιχ ό,τι ο παράγοντας της εγωιστικότητας για το Αντλερικό μοντέλο. Ο αιθέρας ήταν η δύναμη που ενσαρκωνόταν στα σύμβολα του Γιουνγκ και τα έκαναν αυτά που είναι, δίνοντας και την σημασία τους. Και το μοντέλο του Φρόυντ εμπίπτει στην ίδια βάση. Η σύνθεση, ωστόσο, φαίνεται χαλαρή: το μοντέλο αυτό δεν μπορεί να κάνει τόσο εύκολα μια ψυχολογική ανάλυση στο φαινόμενο της λογικής και της νόησης. Το ένστικτο της λογικής ήρθε σε κάποιο αδρό προσκήνιο από τον Πιαζέ.

Η βάση του Ράιχ έτεινε να είναι φυσική, όμως ήταν διχασμένη από την σύγχρονη φυσική και ενστικτωδώς πήγε να κάνει σύνθεση με καθετί. Τελικά, το κύριο που έμεινε από αυτή τη δουλειά είναι περισσότερο το σεξολογικό μέρος της, το οποίο και εμπορευματοποιήθηκε μέσω μιας μαζικής προπαγάνδας που εξελισσόταν σαν μια καινούργια θρησκεία ή ιδεολογία, δίχως επιστημονική βαθύτητα.

Ωστόσο, η περιγραφή που δίνει για την κατάσταση του κόσμου σήμερα στο «Άκου Ανθρωπάκο» είναι, δυστυχώς, πολύ πραγματική. Επεξεργάστηκε το θέμα του στην γραμμή της ελάχιστης αντίστασης και της μικρότερης επιστημονικότητας. Αν και από ακαδημαϊκής οπτικής γωνίας, δεν προσέφερε πολλά, ωστόσο έδωσε μια «ιδεολογία» στους νέους, πάλι στην γραμμή της ελάχιστης αντίστασης, στην γραμμή που εύκολα τα πράγματα οδηγούν.

Λέγοντας αυτό, δεν εννοούμε ότι δεν υπάρχουν αρκετά θετικά στον Ράιχ, δυστυχώς όμως αυτά τα θετικά υποβαθμίζονται από τις πολλές υπερβολές για την οργόνη. Είναι γεγονός ότι η ψυχολογία – πέρα από το γεγονός του να είναι κανείς ακαδημαϊκός μιμητής και παπαγάλος – αποτελεί έναν από τους πιο δύσκολους χώρους στους οποίους μπορεί να προσφέρει κανείς.

Πρέπει να αποστασιοποιηθούμε απέναντι στον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά και από αυτό που νιώθουμε ότι είμαστε, για να μπορέσει να προσφέρει νέες αποκαλύψεις της ανθρώπινης ψυχικής δομής. Είναι επίσης πρόσθετη ανάγκη να αποφύγει κανείς το κύκλωμα της εμπορευματοποίησης των απόψεων, γιατί, μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα θυμαπάτης, «η αλήθεια γίνεται φάκα για τους βλάκες». Μαρτυρίες για την πληθωρικότητα αυτών των περιστατικών θα αναφέρουμε αργότερα. Η πραγματική ψυχολογική γνώση και επίγνωση βαθαίνει όσο υπερβαίνουμε αυτό που είμαστε. 

Ο Ζαν Πιαζέ (1896-1980) με την «αναπτυξιακή ψυχολογία» του είναι ένας από τους πρώτους που έκανε μια σύνθετη αναφορά στην έρευνα της ψυχολογικής δομής  με την εξέταση τόσο των λογικών, όσο και των βιολογικών δομών. Η λογικοποίηση της ψυχολογικής έρευνας άνοιξε ένα νέο ορίζοντα Ο Πιαζέ πρόσφερε έναν δρόμο στη λογική, μέσα από τον οποίο αυτή μπορεί να παρέμβει εκπαιδευτικά και παιδαγωγικά στην ψυχολογική δομή. Ανέδειξε την λογική ως ένα ψυχολογικό όργανο. Το μοντέλο του Πιαζέ είναι απρόσωπο, αφορά περισσότερο την νοητικότητα και την έλλογη ψυχολογική δομή και λιγότερο την παρορμητική αισθαντικότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνθεση αυτής της λογικής με την γενετική πληροφορία.

Η Μαρία Μοντεσσόρι (1870-1952) κινήθηκε σε παρόμοιες γραμμές με τον Πιαζέ, δίνοντας έμφαση στην εκπαιδευτική χρησιμότητα της λογικής και της ψυχολογικής έρευνας. Η Μοντεσσόρι μπόρεσε, σε μεγάλο βαθμό, να δείξει πόσες ουσιαστικές δυνατότητες χάνονται με τα τωρινά συστήματα εκπαίδευσης, τα οποία απαξιώνουν να κάνουν μια πιο βαθιά ψυχολογική έρευνα στον παιδικό κόσμο. Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι «ενώ όλοι θαύμαζαν τα καθυστερημένα παιδιά του σχολείου μου, εγώ αναζητούσα τις αιτίες που κρατούσαν τόσο πίσω τα γερά και ευτυχισμένα παιδιά των κανονικών σχολείων, που στα τεστ νοημοσύνης ήταν ίσα με τους δικούς μου δύστυχους μαθητές». Σύμφωνα με την Μοντεσσόρι, είναι απαραίτητο να δώσουμε στο παιδί την ευκαιρία να αναπτυχθεί σύμφωνα με τους νόμους της φύσης.

Το έργο του Πωλ Γκούντμαν (1911-1972) κινήθηκε στην ίδια γραμμή με αυτήν της Μοντεσσόρι δείχνοντας την υποχρεωτική δυσεκπαίδευση που περνάμε και μας παραχαράζει την γνησιότητα της λογικής σκέψης και της ψυχολογικής μάθησης.

Στη σύγχρονη ψυχολογία γίνεται μια στροφή της ερευνητικής σκέψης προς την μεριά της εκπαιδευτικής χρησιμότητας που έχει η ψυχολογική γνώση και έρευνα, και αυτό είναι το πιο θετικό που θα μπορούσε να γίνει τώρα. Η ψυχολογική γνώση θέτει ως αντικείμενό της το να αλλάξει τον κόσμο εκπαιδευτικά και συνακόλουθα πολιτικά, και όχι μόνο  να θεραπεύσει τις νευρώσεις, τις ψυχώσεις και κάθε λογής ασθένειες, αντιμετωπίζοντας το ψυχολογικό νέφος που βραχνιάζει την ανθρωπότητα και που πνίγει καθημερινά τους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή τους.

Ο Ρομπέρτο Ασσατζιόλι (1888-1974) με την «ψυχοσύνθεσή» του έκανε μια σημαντική προσπάθεια στη γραμμή της απαλλαγής από το ψυχολογικό νέφος που μολύνει την καθημερινή ζωή. Δεν προσπάθησε να κάνει ψυχολογία για την ψυχολογία, ούτε έκανε αντικείμενό του το βόλεμα του ανθρώπου με μια ανοχή στην αυτο- αλλοτρίωση ή την αλλοτρίωσή του από το περιβάλλον του.

Η ψυχολογία του έχει αρκετή πίστη στην εσωτερική δύναμη του ανθρώπου που μπορεί να κοντράρει την «θερμοδυναμική ισοστάθμιση» της ψυχολογικής δομής. Διακρίνεται από μια πίστη στην ικανότητα του ανθρώπου για συνεχή μετουσίωση, μεταμόρφωση και υπέρβαση. Προσπαθεί, ακόμη, στην ψυχοσύνθεσή του να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της μακροψυχολογικής και της μικροψυχολογικής διάστασης, όπως και μεταξύ εαυτού και μη εαυτού, εμβαθύνοντας στην οντολογική συνείδηση. Το έργο του αξίζει να τύχει πιο πλατειάς προσοχής. Δυστυχώς, δεν είχε στην εποχή του τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα.

Εξετάσαμε το έργο ορισμένων από τους δημιουργούς της ψυχολογίας με άκρως συνοπτικές αναφορές και σε αυτό οπωσδήποτε η μνήμη μας στάθηκε μεροληπτική. Αναγκαστήκαμε να προσφύγουμε σ’ αυτή την περιληπτική εικόνα,  για να μπορεί να υπάρξει ένα συνοπτικό σημείο αναφοράς. Σταθήκαμε σε αυτούς που, κατά την προσωπική μας εκτίμηση ή άποψη, προσέφεραν σε μεγάλο μέρος θετικά.  Σε μερικούς άλλους με αρνητική συνεισφορά δεν σταθήκαμε. Ο Ζακ Λακάν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση και για μια κριτική σε αυτόν θα μπορούσε κανείς να  αποταθεί στον Καστοριάδη. 

Γενικεύοντας και κάνοντάς το αυτό, αδικούνται κάποιοι συνάνθρωποί μας. Θα λέγαμε πως η πορεία των ψυχολόγων, ψυχαναλυτών, κτλ δεν κινείται προς την έμπνευση, δεν κατευθύνεται προς την κάλυψη των διευρυνόμενων αναγκών για νόημα του ανθρώπου. Το ίδιο εξάλλου συμβαίνει και στον οποιοδήποτε άλλο τομέα της ανθρώπινης σκέψης και δράσης. Αυτό το φαινόμενο  συγχρονίζεται με την παρατηρούμενη σε βάθος αποσυνθετική ρευστοποίηση όλων των κληρονομημένων μορφών σκέψης και δράσης του πολιτισμού. Αυτή η κατά βάθος καταστροφή συνοδεύεται αναγκαστικά με αποζωτικοποίηση και των δημιουργικών μορφών. Αυτό δεν είναι ολότελα αρνητικό.

Προετοιμάζοντας το επόμενο βήμα

Όπως σε οποιαδήποτε άλλη εποχή κρίσης, έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να επιταχύνουμε την αποζωτικοποίηση και καταστροφή των προκαταλήψεων που κληρονομήθηκαν από το παρελθόν, για να επιτρέψουμε να έρθει μια νέα γνήσια, δημιουργική εποχή, χωρίς προηγούμενο. Η ιστορία ενός οποιουδήποτε τομέα, αφού πρώτα γίνει αντικείμενο γνώσης, κατόπιν ας γίνει αντικείμενο υπέρβασης, διαφορετικά θα κλείσει τον δρόμο της θέλησής μας για το μέλλον. Θα μας κάνει άχαρους, μηχανικούς μιμητές, και αναμασητές του παρελθόντος.

Το υποκειμενικό εμβαθύνει και εμπολουτίζει το αντικειμενικό κουβαλώντας μαζί του την Προμηθεϊκή θέληση για Υπέρβαση, μια υπερβατική ενόρμηση. Αυτό είναι το αντικείμενο μιας διαλεκτικά ενορατικής, συνθετικής ψυχολογίας. Η κατεύθυνση της ψυχολογικής έρευνας στη γραμμή της μέγιστης αντίστασης έχει σκοπό να μεγιστοποιήσει την ψυχολογική αποστασιοποίηση – απελευθέρωση και να αποδείξει την διαφοροποίηση του ψυχολογικού χώρου χρήσιμη σε συνθήκες κοινωνικής ενότητας.

Ο ψυχολογικός χώρος της συνείδησης και της επίγνωσης προσδίδει βάθος τον κοινωνικό χώρο των σχέσεων, η ελευθερία γεννιέται μέσα στην ενότητα. Σε αυτή την οντολογική ψυχολογία, είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε μια διαλεκτική σύνθεση της ψυχολογίας με την φιλοσοφία η οποία μπορεί να βγάλει από την παρακμή και τις δύο. Μπορούμε, επιτέλους να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε το καθετί ως μια νέα αρχή, δίχως να γυρεύουμε ένα τέλος στην προσπάθεια, καθώς θα στεκόμαστε ελεύθεροι από την πίεση εκείνου του μέρους του εαυτού μας που επιζητεί να πνίξουμε τον χώρο και τον χρόνο στην αδράνεια και την στατικότητα.

Οι τωρινές βάσεις που υπάρχουν για τη διαλεκτική θεμελίωση της οντολογικής – συνθετικής ψυχολογίας αντιστοιχούν σε ό,τι αποτέλεσε ο Σουμεριακός τροχός σε σχέση με τα αυτοκίνητα πίστας και, μολονότι οι βάσεις είναι λιλιπούτειες, η θεμελίωση πρέπει κάποτε να αρχίσει.


Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας

Πρώτη δημοσίευση: 7 Απριλίου 2010

Φωτογραφία: “Soul carried to Heaven”, Πίνακας του William Bouguereau, commons.wikimedia.org

(solon.org.gr)

Πίσω στη λίστα

Σχετικά άρθρα