ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΦΕΡΝΕΙ ΑΝΟΔΟ ΤΩΝ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΩΝ/ΑΡΝΗΤΩΝ

image_pdfimage_print

Το επιβαλλόμενο από τις επιχειρήσεις -και κυβερνήσεις που τις υποστηρίζουν- πρότυπο ανάπτυξης, θεωρεί ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να συμβαδίσει με πολιτικές που να σέβονται το περιβάλλον. 

Μία νέα μελέτη δημοσκοπήσεων των τελευταίων χρόνων δείχνει την επιρροή του επιβαλλόμενου αυτού προτύπου ανάπτυξης, το οποίο φέρνει σε σύγκρουση οικονομία και περιβάλλον, στους πολίτες.


Αυτό που δεν θέλουν να εξηγήσουν οι υποστηρικτές της θεωρίας της συγκρουσιακής σχέσης οικονομίας/περιβάλλοντος, είναι επί της ουσίας ότι η αειφορική ανάπτυξη που θα σέβεται το περιβάλλον και την κοινωνία προϋποθέτει την αλλαγή του υπάρχοντος μοντέλου και φυσικά αποκλείει την επίτευξη του μέγιστου βραχυπρόθεσμου κέρδους για τους λίγους και κατέχοντες εις βάρος κοινωνίας και περιβάλλοντος.

Οι Η.Π.Α. μάλιστα στις οποίες ανήκουν και οι περισσότερες δημοσκοπήσεις, αποτελούν και το κατεξοχήν δείγμα της επιβολής της εξίσωσης “Οικονομική Ανάπτυξη = Αναγκαστική Περιβαλλοντική Υποβάθμιση” και για αυτό τα αποτελέσματά των μεταβολών της κοινής γνώμης είναι εντυπωσιακά. Καθημερινά οι πολίτες βομβαρδίζονται από νεοφιλελεύθερους ειδικούς και μη για τις απώλειες της οικονομίας από πολιτικές που ενδεχομένως θα σέβονταν το περιβάλλον, το οποίο πρέπει να υπηρετεί τους οικονομικούς “στόχους” και όχι να αντιμετωπίζεται ως μεγαλύτερης ή έστω ίδιας σημασίας με αυτούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από μία εξέταση δημοσκοπήσεων από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 έως και το 2010, η κλιματική κρίση ως παγκόσμιο και ζωτικής σημασίας πρόβλημα απασχολεί όλο και λιγότερους πολίτες, καθώς αυξάνεται η οικονομική κρίση και τα καθημερινά προβλήματα. Όσο τα οικονομικά προβλήματα μεγαλώνουν, αντίστοιχα μεγαλώνει και η συγκρουσιακή σχέση οικονομίας/περιβάλλοντος στο μυαλό των περισσότερων πολιτών.

Το 2008, στην αρχή της κρίσης, σε έρευνα του ινστιτούτου Gullop, το 65% των ερωτηθέντων πίστευε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μεγάλο κίνδυνο και ότι απαιτούνται άμεσες πολιτικές αντιμετώπισής της. 
Το 2010, μετά από δύο χρόνιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, το ποσοστό αυτό είχε πέσει στο 50%, καθώς πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η λύση στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της παγκόσμιας υπερθέρμανσης παρεμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη.

Το ποσοστό των ανθρώπων που δεν πιστεύουν στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής έχει αυξηθεί σύμφωνα με τους ερευνητές και λόγω της ανεργίας. Το 2008, με την ανεργία να βρίσκεται στο 4,5%, οι 6 στους 10 ερωτηθέντες πίστευαν ότι η κλιματική αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Δύο χρόνια αργότερα, με την ανεργία να έχει φτάσει το 10%, λιγότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες απάντησαν καταφατικά στο ίδιο ερώτημα.

Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών είναι λίγο πολύ αναμενόμενα. Δεν μπορεί κανείς να απαιτεί από κάποιον άνεργο ή με σοβαρά οικονομικά προβλήματα άνθρωπο να θεωρεί την κλιματική αλλαγή ως δεδομένη, ειδικά στις Η.Π.Α. όπου η σχέση οικονομικής μεγέθυνσης/οικονομικής κινητικότητας προβάλλονται ως δύο εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες.

Ο Λάιλ Σκραγκς, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο UConn’s College και επικεφαλής της έρευνας που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση Global Environmental Change, θεωρεί βέβαιο πως με τα πρώτα σημάδια οικονομικής ανάκαμψης που παρατηρούνται στη χώρα, η θεωρία για την ανάγκη αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής υποβάθμισης του πλανήτη θα αρχίσει να ξανακερδίζει έδαφος.

Η λογική αυτή, της αντίρροπης σχέσης οικονομικής ανάπτυξης (όπως αυτή εννοείται και όσο λίγους και αν αφορά) και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της, σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας και στα ευρωπαϊκά κράτη, των οποίων οι πολίτες ήταν παραδοσιακά πιο ευαισθητοποιημένοι και πληροφορημένοι σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Όμως και εδώ, σταδιακά η οικονομική κρίση αρχίζει να φέρνει στους πολίτες το περιβάλλον και την οικονομία ως δύο συγκρουσιακά στοιχεία, “συκρουσιακές ανησυχίες” όπως τις αποκαλεί ο κ. Σκραγκς.

Μία άλλη βασική παράμετρος μεταβολής των δεικτών σχετικά με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες έχει να κάνει και με τα καιρικά φαινόμενα. Έτσι, τα ποσοστά μιας δημοσκόπησης σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές, η οποία έχει διεξαχθεί μετά από κάποιο ακραίο καιρικό φαινόμενο, παρουσιάζονται αυξημένα, σε σχέση με άλλες που έχουν διεξαχθεί κατά περιόδους που τα πράγματα μοιάζουν να κυλούν φυσιολογικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο χειμώνας 2010-2011, ο οποίος εξαιτίας της δριμύτητας του, ενίσχυσε τον σκεπτικισμό και την άρνηση σχετικά με τα ανθρωπογενή αίτια ή και αυτή την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής. Το ακριβώς αντίστροφο συνέβη φέτος με τον ήπιο χειμώνα να προκαλεί πολλά ερωτηματικά, συχνά στους ίδιους ανθρώπους και τα ίδια Μ.Μ.Ε.

Πηγές: Physorg,  Global Environmental Change

Φωτό:wikipedia

Άρης Καπαράκης
Συνεργάτης της ΜΚΟ Σόλων
aris@solon.org.gr

Πίσω στη λίστα

Σχετικά άρθρα