ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ, ΣΥΝΘΕΣΗ & ΣΧΕΔΙΟ ΙΔΕΩΝ

ΤΖΩΝ ΡΟΛΣ: ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ (του Λέιφ Βέναρ) — Σειρά Πολιτική Ηγεσία Επικοινωνία

Triangle - Σόλων ΜΚΟ
image_pdfimage_print

Triangle - Σόλων ΜΚΟΠολιτικός φιλελευθερισμός: νομιμότητα και σταθερότητα στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης κοινωνίας
        Σε μια ελεύθερη κοινωνία οι πολίτες θα έχουν ανόμοιες κοσμοθεωρήσεις. Θα πιστεύουν σε διαφορετικές θρησκείες ή σε καμία θρησκεία. θα έχουν διαφορετική αντίληψη του σωστού και του λάθους.

        Θα προσδώσουν αξία σε διάφορες αναζητήσεις και μορφές διαπροσωπικών σχέσεων. Ένα δημοκρατικό κοινωνικό σύνολο θα έχει αντικρουόμενες δεσμεύσεις, αλλά σε κάθε χώρα μπορεί να υπάρξει ένα μόνο δίκαιο. Το δίκαιο θα πρέπει είτε να εγκαθιδρύει μια εθνική εκκλησία είτε όχι. οι γυναίκες θα πρέπει είτε να έχουν ίσα δικαιώματα είτε όχι. Η έκτρωση και ο ομοφυλοφιλικός γάμος θα πρέπει είτε να επιτρέπονται από το σύνταγμα είτε όχι. η οικονομία θα πρέπει να είναι οργανωμένη βάσει ενός συστήματος ή κάποιου άλλου.

         Ο Rawls υποστηρίζει ότι η ανάγκη επιβολής ενός ενιαίου δικαίου σε διαφορετικούς πολίτες δημιουργεί δύο θεμελιώδη ζητήματα. Το πρώτο είναι το ζήτημα της νομιμότητας: η νόμιμη χρήση καταναγκαστικής πολιτικής εξουσίας. Σε μια δημοκρατία, πολιτική εξουσία είναι πάντα η εξουσία του λαού ως συλλογικό σώμα. Πως μπορεί να είναι νόμιμο για ένα δημοκρατικό λαό να αναγκάζει όλους τους πολίτες να τηρούν ένα μόνο δίκαιο, δεδομένου ότι οι πολίτες θα έχουν αναπόφευκτα διαφορετικές κοσμοθεωρήσεις;

         Το δεύτερο ζήτημα είναι το ζήτημα της σταθερότητας που εξετάζει την πολιτική εξουσία από τη σκοπιά του αποδέκτη. Γιατί να υπακούσει πρόθυμα ένας πολίτης στους νόμους εάν του επιβάλλονται από ένα συλλογικό σώμα πολλά από τα μέλη του οποίου έχουν πεποιθήσεις και αξίες αρκετά διαφορετικές από τις δικές του; Και όμως, εάν οι περισσότεροι πολίτες δεν υπακούσουν πρόθυμα στους νόμους δεν θα υπάρξει για πολύ σταθερή κοινωνική τάξη.

         Ο Rawls εξετάζει τα ζητήματα της νομιμότητας και της σταθερότητας στο πλαίσιο της θεωρίας του πολιτικού φιλελευθερισμού. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός δεν αποτελεί ακόμα τη θεωρία της δικαιοσύνης του Rawls (δικαιοσύνη ως ακριβοδικία). Ο πολιτικός φιλελευθερισμός απαντά στα προηγούμενα εννοιολογικά ερωτήματα περί νομιμότητας και σταθερότητας, θέτοντας έτσι τις βάσεις και το αρχικό σημείο αναφοράς για τη δικαιοσύνη ως ακριβοδικία.

Νομιμότητα: η φιλελεύθερη αρχή της νομιμότητας
        Ενόψει της ποικιλίας που υπάρχει στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας, τι θα σήμαινε για τους πολίτες να ασκούν νόμιμα καταναγκαστική πολιτική εξουσία ο ένας στον άλλον; Το κριτήριο του Rawls σε ότι αφορά την αποδεκτή χρήση της πολιτικής εξουσίας σε μια δημοκρατία είναι η φιλελεύθερη αρχή της νομιμότητας:

        Η άσκηση της πολιτικής εξουσίας από την πλευρά μας είναι ορθή μόνον όταν ασκείται σύμφωνα με ένα σύνταγμα, τα θεμελιώδη στοιχεία του οποίου καλούνται ευλόγως να υποστηρίξουν όλοι οι πολίτες ως ελεύθεροι και ίσοι, δεδομένου ότι πρόκειται για αρχές και ιδανικά αποδεκτά από την κοινή ανθρώπινη λογική τους. (PL, 137)

        Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η πολιτική εξουσία δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο με τρόπους που μπορούμε να αναμένουμε εύλογα ότι θα υποστηρίξουν όλοι οι πολίτες. Η χρήση της πολιτικής εξουσίας θα πρέπει να πληροί ένα κριτήριο αμοιβαιότητας: οι πολίτες θα πρέπει να πιστεύουν εύλογα ότι όλοι οι πολίτες μπορούν εύλογα να αποδεχτούν την επιβολή ενός συγκεκριμένου συνόλου βασικών νόμων. Όσοι εξαναγκάζονται δια του νόμου θα πρέπει να μπορούν να στηρίξουν ελεύθερα τις θεμελιώδεις πολιτικές διευθετήσεις της κοινωνίας, όχι επειδή τους επιβάλλονται ή τους παραπλανούν ή τους κρατούν στο σκοτάδι.

        Η φιλελεύθερη αρχή της νομιμότητας εμπεριέχει το πρόβλημα της νομιμότητας: πως μπορεί οποιοδήποτε σύνολο βασικών νόμων να επιβληθεί νόμιμα σε ένα πλουραλιστικό σώμα πολιτών. Η λύση του Rawls στο πρόβλημα αυτό ξεκινά από την ελπίδα ότι πολλοί από τους πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας θα αποδειχθούν έλλογοι.

Έλλογοι πολίτες
        Οι έλλογοι πολίτες επιθυμούν να ζήσουν σε μια κοινωνία όπου μπορούν να συνεργαστούν με τους συμπολίτες τους υπό όρους που είναι αποδεκτοί από όλους. Είναι πρόθυμοι να προτείνουν και να τηρήσουν αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδιο θα πράξουν και οι άλλοι· και θα σεβαστούν τους κανόνες αυτούς ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να θυσιάσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα. Οι έλλογοι πολίτες θέλουν, με λίγα λόγια, να ανήκουν σε μια κοινωνία όπου η πολιτική εξουσία χρησιμοποιείται νόμιμα.

        Κάθε έλλογος πολίτης έχει τη δική του άποψη σχετικά με το Θεό και τη ζωή, το σωστό και το λάθος, το αγαθό και το φαύλο. Ο καθένας έχει δηλαδή αυτό που ο Rawls αποκαλεί το δικό του ενιαίο δόγμα. Όμως, επειδή ακριβώς οι έλλογοι πολίτες είναι έλλογοι, είναι απρόθυμοι να επιβάλλουν τα δικά τους ενιαία δόγματα σε άλλους που είναι επίσης πρόθυμοι να αναζητήσουν αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες. Παρόλο που ο καθένας μπορεί να πιστεύει ότι γνωρίζει την αλήθεια, κανένας δεν είναι πρόθυμος να αναγκάσει άλλους έλλογους πολίτες να ζουν σύμφωνα με την αλήθεια αυτή, ακόμα και αν ανήκει σε μια πλειοψηφία που έχει τη δύναμη να την επιβάλλει.

         Ένας λόγος για την ανεκτικότητα των έλλογων πολιτών, σύμφωνα με τον Rawls, είναι ότι αποδέχονται μια συγκεκριμένη εξήγηση για την ποικιλία των κοσμοθεωρήσεων στην κοινωνία τους. Οι έλλογοι πολίτες αποδέχονται το βάρος της κρίσης. Τα βαθύτερα ερωτήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της ηθικής είναι πολύ δύσκολο να τα συλλογιστούν ακόμα και οι ευσυνείδητοι άνθρωποι και όλοι οι άνθρωποι θα δώσουν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά εξαιτίας των δικών τους συγκεκριμένων προσωπικών εμπειριών (της ανατροφής τους, της κοινωνικής τάξης, του επαγγέλματος κλπ.). Οι έλλογοι πολίτες κατανοούν πως τα βαθιά αυτά ζητήματα είναι ζητήματα για τα οποία μπορεί να διαφωνήσουν άνθρωποι με καλή βούληση και θα είναι επομένως απρόθυμοι να επιβάλλουν τις δικές τους κοσμοθεωρήσεις σε όσους κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Έλλογος πλουραλισμός και δημόσια πολιτική κουλτούρα
         Η περιγραφή του έλλογου πολίτη από τον Rawls συνάδει με τις απόψεις του σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι δεν είναι ανεπανόρθωτα εγωκεντρικοί, δογματικοί ούτε ωθούνται από αυτό που ο Hobbes ονόμαζε «αδιάκοπη και ακατάπαυ- στη επιθυμία για ολοένα και περισσότερη εξουσία» (1651, 58). 
         Οι άνθρωποι έχουν τουλάχιστον την ικανότητα για πραγματική ανεκτικότητα και αμοιβαίο σεβασμό. Η ικανότητα αυτή δημιουργεί την ελπίδα ότι η ποικιλία των κοσμοθεωρήσεων σε μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να αντικατοπτρίζει όχι απλά τον πλουραλισμό, αλλά τον έλλογο πλουραλισμό. Ο Rawls ελπίζει δηλαδή ότι τα θρησκευτικά, ηθικά και φιλοσοφικά δόγματα που αποδέχονται οι πολίτες θα υποστηρίζουν από μόνα τους την ανεκτικότητα και θα αποδέχονται τα βασικά στοιχεία ενός δημοκρατικού καθεστώτος. Στη σφαίρα της θρησκείας για παράδειγμα, ο έλλογος πλουραλισμός θα μπορούσε να περιλαμβάνει έναν έλλογο καθολικισμό, μια έλλογη ερμηνεία του Ισλάμ, έναν έλλογο αθεϊσμό, κλπ. Αν είμαστε έλλογοι, κανένα από τα εν λόγω δόγματα δεν θα συνηγορεί υπέρ της χρήσης καταναγκαστικής πολιτικής εξουσίας για την επιβολή της συμμόρφωσης στους μη πιστούς.
         Η πιθανότητα του έλλογου πλουραλισμού μειώνει αλλά δεν επιλύει το πρόβλημα της νομιμότητας: πώς μπορεί ένα σύνολο βασικών νόμων να επιβληθεί νόμιμα σε διαφορετικούς πολίτες; Διότι ακόμα και σε μια κοινωνία έλλογου πλουραλισμού θα ήταν παράλογο να αναμένουμε ότι όλοι θα υποστηρίξουν, για παράδειγμα, έναν έλλογο καθολικισμό ως βάση για συνταγματικό διακανονισμό. Δεν μπορούμε να περιμένουμε από τους έλλογους μουσουλμάνους ή άθεους να υποστηρίξουν ότι ο καθολικισμός θα θέσει τους βασικούς όρους της κοινωνικής ζωής.

        Ούτε βέβαια μπορούμε να περιμένουμε από τους καθολικούς να αποδεχτούν το Ισλάμ ή τον αθεϊσμό ως τη θεμελιώδη βάση του δικαίου. Κανένα ενιαίο δόγμα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από όλους τους έλλογους πολίτες και επομένως κανένα ενιαίο δόγμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη νόμιμη χρήση καταναγκαστικής πολιτικής εξουσίας. Πού άλλου όμως να στραφούμε για να βρούμε τις ιδέες που θα καθορίσουν τους βασικότερους νόμους της κοινωνίας, τους οποίους θα κληθούν όλοι οι πολίτες να υπακούσουν;
         Μιας και η αιτιολόγηση απευθύνεται σε άλλους, ξεκινά από αυτό που είναι ή θα μπορούσε να είναι κοινώς αποδεκτό. Έτσι λοιπόν ξεκινάμε από κοινές βασικές αρχές που είναι εγγενείς της δημόσιας πολιτικής κουλτούρας, με την ελπίδα να αναπτυχθεί με βάση αυτές μια πολιτική αντίληψη που μπορεί να επιτύχει ελεύθερη και έλλογη συμφωνία στην κρίση (PL, 100-01).

          Υπάρχει μόνο μία πηγή θεμελιωδών ιδεών που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κεντρικό σημείο αναφοράς για όλους τους έλλογους πολίτες μιας φιλελεύθερης κοινωνίας, ήτοι η δημόσια πολιτική κουλτούρα της κοινωνίας. Η δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Rawls, «αποτελείται από τους πολιτικούς θεσμούς ενός συνταγματικού καθεστώτος και τις δημόσιες παραδόσεις που αφορούν την ερμηνεία τους (συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού σώματος), καθώς και ιστορικά κείμενα και έγγραφα που είναι γνωστά σε όλους» (PL, 13-14). Ο Rawls αναζητά θεμελιώδεις ιδέες, για παράδειγμα, μέσα στο σχεδιασμό της διακυβέρνησης της κοινωνίας, στο γραπτό σύνταγμα που προβλέπει ατομικά δικαιώματα και στις ιστορικές αποφάσεις των σημαντικότερων δικαστηρίων. Αυτές οι θεμελιώδεις ιδέες που πηγάζουν από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα ερμηνεύονται στη συνέχεια ως πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης.

Πολιτικές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης
        Η λύση του Rawls στο πρόβλημα της νομιμότητας σε μια φιλελεύθερη κοινωνία είναι η άσκηση της πολιτικής εξουσίας σύμφωνα με μια πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης. Πολιτική αντίληψη περίδικαιοσύνης είναι η ηθική αντίληψη που προέρχεται από τις θεμελιώδεις ιδέες που είναι εγγενείς της δημόσιας πολιτικής κουλτούρας. Μια πολιτική αντίληψη δεν πηγάζει από κάποιο συγκεκριμένο ενιαίο δόγμα, ούτε αποτελεί συμβιβασμό μεταξύ των κοσμοθεωρήσεων που τυχαίνει να συνυπάρχουν ταυτόχρονα στην κοινωνία. Μια πολιτική αντίληψη είναι μάλλον αυτάρκης: το περιεχόμενό της καθορίζεται ανεξάρτητα από  τα ενιαία δόγματα που επικυρώνουν οι πολίτες. 
        Οι έλλογοι πολίτες που επιθυμούν να συνεργαστούν μεταξύ τους υπό αμοιβαία αποδεκτούς όρους θα διαπιστώσουν ότι μια ανεξάρτητη πολιτική αντίληψη που παράγεται από ιδέες στο πλαίσιο της δημόσιας πολιτικής κουλτούρας αποτελεί τη μόνη βάση για συνεργασία την οποία μπορούμε να αναμένουμε ότι θα υποστηρίξουν όλοι οι πολίτες. Η χρήση καταναγκαστικής πολιτικής εξουσίας καθοδηγούμενη από τις αρχές μιας πολιτικής αντίληψης περί δικαιοσύνης μπορεί επομένως να θεωρηθεί νόμιμος καταναγκασμός.

       Οι τρεις πιο θεμελιώδεις ιδέες που εντοπίζει ο Rawls στο πλαίσιο της δημόσιας πολιτικής κουλτούρας μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι ότι οι πολίτες είναι ελεύθεροι και ίσοι και ότι η κοινωνία θα έπρεπε να είναι ένα δίκαιο σύστημα συνεργασίας. Όλες οι φιλελεύθερες πολιτικές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης θα επικεντρωθούν επομένως στις ερμηνείες των τριών αυτών θεμελιωδών ιδεών. Καθώς υπάρχουν πολλές έλλογες ερμηνείες του ελεύθερος, ίσος και δίκαιος, υπάρχουν πολλές φιλελεύθερες αντιλήψεις περί δικαιοσύνης. Ωστόσο, μιας και όλα τα μέλη της οικογένειας αυτής ερμηνεύουν τις ίδιες θεμελιώδεις ιδέες, όλες οι φιλελεύθερεςπολιτικές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης έχουν ορισμένα κοινά βασικά χαρακτηριστικά:

1. Μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης αποδίδει σε όλους τους πολίτες γνωστά ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, η ελευθερία συνειδήσεως και η ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος.

2. Μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη θα δώσει ειδική προτεραιότητα στα εν λόγω δικαιώματα και ελευθερίες, ειδικά μετά από απαιτήσεις για διεύρυνση του γενικότερου καλού (π.χ. μεγαλύτερος εθνικός πλούτος) ή των τελειοθηρικών αξιών (π.χ. τις αξίες της πολιτισμικής άνθησης).

3. Μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη θα παρέχει σε όλους τους πολίτες επαρκή μέσα για να προβούν σε αποτελεσματική χρήση των ελευθεριών τους. Σύμφωνα με τον Rawls, αυτά τα αφηρημένα χαρακτηριστικά έχουν συγκεκριμένες θεσμικές πραγματώσεις. Αναφέρει αρκετά θεσμικά χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλες τις φιλελεύθερες πολιτικές αντιλήψεις: 
-ίσες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες (ειδικά στην παιδεία και την κατάρτιση),
-μια αξιοπρεπής κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου,
-την κυβέρνηση ως εργοδότη τελευταίας ανάγκης,
-βασική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους τους πολίτες,
-και δημόσια χρηματοδότηση των εκλογών.

        Σύμφωνα με τα κριτήρια του Rawls, μια ελευθεριακή αντίληψη της δικαιοσύνης (όπως αυτή του Nozick στο Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία) δεν αποτελεί φιλελεύθερη αντίληψη της δικαιοσύνης.

        Οι πολιτικές που απορρέουν από την ελευθεριακή αντίληψη δεν εξασφαλίζουν σε όλους τους πολίτες επαρκή μέσα για να εκμεταλλευτούν τις βασικές τους ελευθερίες, ενώ επιτρέπουν ακραίες ανισότητες σε ότι αφορά τον πλούτο και την εξουσία. Αντίθετα, η προσωπική αντίληψη του Rawls περί δικαιοσύνης (δικαιοσύνη ως ακριβοδικία) μπορεί να ενταχθεί στην οικογένεια των φιλελεύθερων πολιτικών αντιλήψεων περί δικαιοσύνης. Η χρήση της πολιτικής εξουσίας σε μια φιλελεύθερη κοινωνία θα είναι νόμιμη εάν εφαρμόζεται σύμφωνα με τις αρχές οποιασδήποτε φιλελεύθερης αντίληψης περί δικαιοσύνης – δικαιοσύνη ως ακριβοδικία ή άλλη αντίληψη.

Σταθερότητα: μια αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση
        Η πολιτική εξουσία χρησιμοποιείται νόμιμα σε μια φιλελεύθερη κοινωνία όταν χρησιμοποιείται σύμφωνα με μια πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης. Αυτό όμως δεν καλύπτει το ζήτημα της σταθερότητας: για ποιο λόγο να υπακούσουν οι πολίτες πρόθυμα στους νόμους όπως ορίζονται από μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη; Νομιμότητα σημαίνει ότι οι νόμοι δύνανται να επιβληθούν

        Ο Rawls αναζητεί το γιατί οι πολίτες έχουν προσωπικούς λόγους που πηγάζουν από τις προσωπικές τους απόψεις για να τηρήσουν τους εν λόγω νόμους. Οι ελπίδες του Rawls για μια σταθερή φιλελεύθερη κοινωνία στηρίζονται σε μια αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση. Σε μια αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση οι πολίτες στηρίζουν τους ίδιους βασικούς νόμους για διαφορετικούς λόγους. Σύμφωνα με τον Rawls, κάθε πολίτης υποστηρίζει μια πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης για λόγους που είναι εγγενείς του προσωπικού του ενιαίου δόγματος.

        Μια πολιτική αντίληψη είναι ανεξάρτητη: πρόκειται για ένα «πρότυπο» που μπορεί να ενταχθεί σε όλες τις πιθανές κοσμοθεωρήσεις των πολιτών. Σε μια αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση κάθε έλλογος πολίτης επικυρώνει αυτό το κοινό «πρότυπο» από την προσωπική του σκοπιά.

        Το παρακάτω παράθεμα από τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού απεικονίζει πώς ένα ενιαίο δόγμα (καθολικισμός) επικυρώνει ένα στοιχείο μιας φιλελεύθερης πολιτικής αντίληψης (μια γνωστή ατομική ελευθερία) από τη δική του σκοπιά: 
Η παρούσα Σύνοδος του Βατικανού διακηρύσσει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη θρησκευτικήελευθερία. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι θα είναι απρόσβλητοι στον καταναγκασμό που ενδεχομένως ασκήσουν μεμονωμένα άτομα ή κοινωνικές ομάδες ή οποιαδήποτε ανθρώπινη εξουσία. Έτσι, σε θρησκευτικά ζητήματα κανένας δεν είναι εξαναγκασμένος να δρα αντίθετα προς τα προσωπικάτου πιστεύω. Ούτε μπορεί κάποιος να εμποδιστεί από δράση σύμφωνη με τα πιστεύω του, σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, μόνος ή μαζί με άλλους, εντός επιτρεπτών ορίων. Η σύνοδος διακηρύσσει επίσης πως το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία εδρεύει στην ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αξιοπρέπεια που επικυρώνεται από το Λόγο του Θεού και την ίδια τη λογική. Το εν λόγω δικαίωμα του ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία θα αναγνωρίζεται στο συνταγματικό δίκαιο που διέπει τη διακυβέρνηση της κοινωνίας και θα αποτελεί επομένως πολιτικό δικαίωμα(1965, άρθρο 2)
        Στο σημείο αυτό το καθολικό δόγμα υποστηρίζει το φιλελεύθερο δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία για λόγους εγγενείς του καθολικισμού.

       Ένα έλλογο ισλαμικό δόγμα καθώς και ένα έλλογο αθεϊστικό δόγμα μπορούν επίσης να επικυρώνουν το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, το καθένα για τους δικούς του λόγους. Στην περίπτωση της αλληλεπικαλυπτόμενης συναίνεσης όλα τα έλλογα ενιαία δόγματα υποστηρίζουν όχι μόνο το συγκεκριμένο δικαίωμα, αλλά μια ολοκληρωμένη πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης, το καθένα από τη δική του σκοπιά. 
Οι πολίτες στο πλαίσιο της αλληλεπικαλυπτόμενης συναίνεσης κατανοούν από μόνοι τους ότι το φιλελεύθερο «πρότυπο» ταιριάζει στη δική τους κοσμοθεώρηση. 
        Ορισμένοι πολίτες μπορεί να θεωρήσουν ότι ο φιλελευθερισμός πηγάζει από τις βαθύτερες πεποιθήσεις τους, όπως στο παράδειγμα παραπάνω από τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού. Άλλοι μπορεί να θεωρούν ότι μια φιλελεύθερη αντίληψη είναι από μόνη της ελκυστική, αλλά ξεχωριστή από τις υπόλοιπες ανησυχίες τους. Όλοι οι πολίτες θεωρούν τις αξίες μιας πολιτικής α ν τ ί λ η ψ η ς  π ε ρ ί  δ ι κ α ι ο σ ύ ν η ς  ως πολύ σημαντικές αξίες που συνήθως ξεπερνούν σε σπουδαιότητα τις άλλες τους αξίες εάν υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους για κάποιο συγκε κριμένο ζήτημα.

        Ο Rawls αντιλαμβάνεται την αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση ως μια εφικτή βάση για τη μέγιστη δυνατή δημοκρατική σταθερότητα. Η σταθερότητα στο πλαίσιο της  αλληλεπικαλυπτόμενης συναίνεσης είναι ανώτερη από μια απλή ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των πολιτών που έχουν αντικρουόμενες κοσμοθεωρήσεις. Οποιαδήποτε ισορροπία δυνάμεων (ή modus vivendi) μπορεί να αλλάξει και επομένως να χαθεί η κοινωνική σταθερότητα. 
        Στο πλαίσιο της αλληλεπικαλυπτόμενης συναίνεσης οι πολίτες υποστηρίζουν σθεναρά μια πολιτική αντίληψη για τους δικούς τους λόγους και θα συνεχίσουν επομένως να το πράττουν είτε αυξηθεί είτε μειωθεί η πολιτική εξουσία της ομάδας τους. Ο Rawls θεωρεί ότι η αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση είναι σταθερή για τους ορθούς λόγους: κάθε πολίτης υποστηρίζει ένα ηθικό δόγμα (μια φιλελεύθερη αντίληψη της δικαιοσύνης) για ηθικούς λόγους (όπως αυτοί παρέχονται από το ενιαίο δόγμα του). Η τήρηση των βασικών φιλελεύθερων νόμων δεν αποτελεί δευτερεύων συμβιβασμό για τους πολίτες, ενόψει της εξουσίας άλλων, αλλά την καλύτερη επιλογή, δεδομένων των προσωπικών τους πεποιθήσεων.

         Ο Rawls δεν ισχυρίζεται πως μπορεί να επιτευχθεί αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση σε κάθε φιλελεύθερη κοινωνία ή ότι εάν θεμελιωθεί θα αντέξει για πάντα. Οι πολίτες σε ορισμένες  κοινωνίες μπορεί να μην έχουν αρκετά κοινά ώστε να συγκλίνουν οι απόψεις τους προς μια συγκεκριμένη φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη περί δικαιοσύνης, ενώ σε άλλες κοινωνίες μπορεί να διαδίδονται παράλογα δόγματα ωσότου κατακλύσουν τους φιλελεύθερους θεσμούς. Ο Rawls πιστεύει πως η ιστορία επιδεικνύει όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη καθώς και σύγκλιση, σε ότι αφορά τις πεποιθήσεις μεταξύ των πολιτών σε ορισμένες φιλελεύθερες κοινωνίες, πράγμα που αποδεικνύει ότι μπορεί να επιτευχθεί αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση. Ισχυρίζεται επίσης πως όπου είναι εφικτή η αλληλεπικαλυπτόμενη συναίνεση, είναι η καλύτερη βάση για την κοινωνική σταθερότητα στην οποία θα μπορούσε να ελπίζει μια ελεύθερη κοινωνία.

Δημόσιος Λόγος
         Έχοντας δει πως χειρίζεται ο Rawls τα ζητήματα της νομιμότητας και της σταθερότητας, μπορούμε να επιστρέψουμε στη νομιμότητα και το κριτήριο της αμοιβαιότητας: οι πολίτες θα πρέπει να πιστεύουν έλλογα ότι όλοι οι πολίτες μπορούν έλλογα να αποδεχτούν την επιβολή ενός συγκεκριμένου συνόλου βασικών νόμων. Είναι παράλογο να προσπαθήσουν οι πολίτες να επιβάλλουν σε άλλους αυτό που θεωρούν ως ολοκληρωμένη αλήθεια – η πολιτική εξουσία θα πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο λογικά αποδεκτό από όλους τους πολίτες.

        Με τη θεωρία του περί δημόσιου λόγου, ο Rawls επεκτείνει αυτήν την προϋπόθεση για αμοιβαιότητα ώστε να εφαρμόζεται απευθείας στο πως αιτιολογούν οι πολίτες τις πολιτικές τους αποφάσεις ο ένας στον άλλον. Στην πραγματικότητα, ο δημόσιος λόγος απαιτεί από τους πολίτες να μπορούν να αιτιολογήσουν τις πολιτικές τους αποφάσεις ο ένας στον άλλον χρησιμοποιώντας αξίες και κριτήρια που διατίθενται δημόσια.

         Ένα απλό παράδειγμα: το να αποφασίσει ένας δικαστής ανωτάτου δικαστηρίου για το νόμο περί γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων θα παραβίαζε το δημόσιο λόγο εάν βάσιζε την απόφασή του στην απαγόρευση από το Θεό της συνουσίας μεταξύ ομοφυλόφιλων στο βιβλίο του Λευιτικού ή σε ένα προαίσθημα ότι η ψήφιση ενός τέτοιου νόμου θα επίσπευδε το τέλος του κόσμου. Είναι λογικό ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι όλα τα μέλη της κοινωνίας θα αποδεχτούν το Λευιτικό ως έγκυρο σύνολο πολιτικών αξιών ούτε μπορεί ένα θρησκευτικό προαίσθημα να θεωρηθεί κοινό κριτήριο για την αξιολόγηση της δημόσιας πολιτικής. Αυτές οι αξίες και τα κριτήρια δεν είναι δημόσια. Η θεωρία του Rawls περί δημόσιου λόγου μπο- ρεί να συνοψιστεί ως εξής:

        Οι πολίτες που συμμετέχουν σε ορισμένες πολιτικές δραστηριότητες έχουν καθήκον ευπρέπειας να μπορούν να αιτιολογήσουν τις αποφάσεις τους για θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς μόνο δημόσιες αξίες και δημόσια κριτήρια. 
        Καθένας από τους όρους που επισημαίνονται στο δόγμα αυτό μπορούν να διευκρινιστούν περαιτέρω ως εξής:

• Οι δημόσιες αξίες τις οποίες θα πρέπει να έχουν ως σημείο αναφοράς οι πολίτες είναι οι αξίες μιας πολιτικής αντίληψης περί δικαιοσύνης: αυτές που σχετίζονται με την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών και τη δίκαια εξελισσόμενη κοινωνική συνεργασία. Μεταξύ των δημόσιων αξιών βρίσκονται η ελευθερία επιλογής θρησκευτικού δόγματος, η πολιτική ισότητα των γυναικών και των φυλετικών μειονοτήτων, η αποδοτικότητα της οικονομίας, η διατήρηση ενός καθαρού περιβάλλοντος και η ακεραιότητα της οικογένειας για τη διασφάλιση της κανονικής αναπαραγωγής της κοινωνίας από τη μια γενιά στην επόμενη. Οι μη δημόσιες αξίες είναι οι εσωτερικές αξίες οργανώσεων όπως είναι οι εκκλησίες (π.χ. ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να κατέχουν ανώτατα αξιώματα) ή ιδιωτικών λεσχών (π.χ. ότι οι φυλετικές μειονότητες ορθώς δεν έχουν δικαιώματα πρόσβασης) που δεν δύνανται να συμπίπτουν με δημόσιες αξίες όπως αυτές που αναφέραμε.

• Ομοίως, οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να αιτιολογήσουν τις πολιτικές τους αποφάσεις βάσει δημόσιων κριτηρίων έρευνας. Τα δημόσια κριτήρια είναι συλλογιστικές αρχές και αποδεικτικοί κανόνες τους οποίους μπορούν να αποδεχτούν έλλογα όλοι οι πολίτες. Έτσι, οι πολίτες δεν θα πρέπει να αιτιολογούν τις πολιτικές τους αποφάσεις επικαλούμενοι προφητείες ή περίπλοκες και αμφισβητούμενες οικονομικές ή ψυχολογικές θεωρίες.

         Αντίθετα, αποδεκτά δημόσια κριτήρια είναι εκείνα που βασίζονται στην κοινή λογική, σε ευρέως γνωστά δεδομένα και σε επιστημονικά συμπεράσματα που είναι καλά θεμελιωμένα και χωρίς αντιφάσεις.

• Το καθήκον της συμμόρφωσης με το δημόσιο λόγο ισχύει όταν διακυβεύονται τα πιο θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα: ζητήματα όπως το ποιος έχει δικαίωμα να ψηφίσει, έναντι ποιων θρησκειών θα επιδεικνύεται ανεκτικότητα, ποιος θα έχει δικαίωμα στην ιδιοκτησία και βάσει ποιων κριτηρίων θα λαμβάνονται αποφάσεις στον τομέα της απασχόλησης. Αυτά αποκαλεί ο Rawls συνταγματικά θεμελιώδη και ζητήματα βασικής δικαιοσύνης. 
        Ο δημόσιος λόγος εφαρμόζεται από λίγο έως και καθόλου σε λιγότερο σημαντικά πολιτικά ζητήματα, για παράδειγμα, στους περισσότερους νόμους που αλλάζουν το μέγεθος των φόρων ή που βάζουν στην άκρη χρήματα για την προστασία των εθνικών δρυμών.

• Οι πολίτες έχουν καθήκον να βασίζουν τις αποφάσεις τους στο δημόσιο λόγο μόνον όταν συμμετέχουν σε ορισμένες πολιτικές δραστηριότητες, συνήθως κατά την άσκηση των εξουσιών δημόσιου αξιώματος. Έτσι, οι δικαστές δεσμεύονται από το δημόσιο λόγο όταν βγάζουν τις αποφάσεις τους, οι νομοθέτες πρέπει να συμμορφώνονται με το δημόσιο λόγο όταν συζητούν ή ψηφίζουν νόμους και το εκτελεστικό σώμα καθώς και οι υποψήφι- οι για τα ανώτατα αξιώματα θα πρέπει να σέβονται το δημόσιο λόγο στις δημόσιες διακοινώσεις τους.

         Είναι σημαντικό ότι σύμφωνα με τον Rawls οι ψηφοφόροι θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους το δημόσιο λόγο όταν ψηφίζουν. Όλες αυτές οι δραστηριότητες είναι ή υποστηρίζουν την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και θα πρέπει επομένως να αιτιολογούνται όλες με τρόπο λογικά αποδεκτό από όλους τους πολίτες. Οι πολίτες, ωστόσο, δεν δεσμεύονται από καθήκοντα δημόσιου λόγου όταν συμμετέχουν σε άλλες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα όταν προσκυνούν στην εκκλησία, ερμηνεύουν επί σκηνής, διεξάγουν επιστημονική έρευνα, στέλνουν επιστολές σε εκδότες ή μιλούν για πολιτική την ώρα του δείπνου.

• Το καθήκον της αιτιολόγησης των πολιτικών αποφάσεων κάποιου βάσει του δημόσιου λόγου αποτελεί ηθικό, και όχι νομικό, καθήκον: είναι καθήκον ευπρέπειας. Όλοι οι πολίτες έχουν πλήρη νομικά δικαιώματα στην ελεύθερη έκφραση και η υπέρβαση των ορίων του δημόσιου λόγου δεν είναι ποτέ αυτή καθεαυτή έγκλημα. Οι πολίτες έχουν όμως ηθικό καθήκον αμοιβαίου σεβασμού και κοινωνικής φιλίας να μην αιτιολογούν τις πολιτικές αποφάσεις επί θεμελιωδών ζητημάτων βάσει κομματικών αξιών ή αντικρουόμενων κριτηρίων εξήγησης που δεν μπορούν να γίνουν δημόσια αποδεκτά. 

          Ως σημαντική ρήτρα ο Rawls προσθέτει ότι οι πολίτες μπορούν να ομιλούν τη γλώσσα των επικριτικών τους ενιαίων δογμάτων – ακόμα και ως δημόσιοι αξιωματούχοι και επί των πιο θεμελιωδών ζητημάτων – υπό την προϋπόθεση πως ό, τι πουν μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα του δημόσιου λόγου. Έτσι, ο Πρόεδρος Λίνκολν, για παράδειγμα, μπορούσε να καταδικάζει νόμιμα το δεινό της δουλείας χρησιμοποιώντας εικόνες από τη Βίβλο, μιας και οι διακοινώσεις του μπορούσαν να εκφρασθούν βάσει των δημόσιων αξιών της ελευθερίας και της ισότητας. Επομένως, ακόμα και σε περιορισμένο εύρος εφαρμογής, η θεωρία του Rawls περί δημόσιου λόγου είναι μάλλον ανεκτική σε ότι αφορά το τι μπορούν να πουν και να κάνουν οι πολίτες εντός των ορίων της ευπρέπειας.

Διαβάστε επίσης: 
Τζων Ρολς, Στόχοι και Μέθοδοι
Τζων Ρολς, Η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία
Τζων Ρολς, Το δίκαιο των λαών-Φιλελεύθερη εξωτερική πολιτική

Από τη σειρά «Σύγχρονοι Στοχασμοί και Πολιτικές Παρεμβάσεις» του Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ) – Ανδρέας Παπανδρέου
Διαβάστε για τη ζωή και το έργο του Τζων Ρολς εδώ

Ευχαριστούμε το ΙΣΤΑΜΕ για την παραχώρηση της άδειας για την δημοσίευση αυτού του άρθρου

3 Δεκεμβρίου 2010

Πίσω στη λίστα

Σχετικά άρθρα