ΕΥΤΡΟΦΙΣΜΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ KAI ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (του Γιάννη Ζήση)

Το αόρατο πρόσωπο και το αόρατο χέρι

«Ο ορθός λόγος χρειάζεται να διαχωριστεί από την φιλαυτία των ατόμων και αντιθέτως να επικεντρωθεί στο κοινό καλό. Έτσι θα διασφαλιστεί ότι κανένα μεμονωμένο άτομο ή καμία μικρή ομάδα δεν θα έχει τη δυνατότητα να ασκεί εξουσία δίχως να διαπραγματεύεται με τους υπόλοιπους, οι οποίοι θα είναι απαραίτητο να πειστούν ότι ο προτεινόμενος τρόπος άσκησης της εξουσίας ικανοποιεί τις επιταγές του ορθού λόγου» [1]

Το αόρατο πρόσωπο είναι αυτό του οποίου η βούληση νομιμοποιεί το «αόρατο χέρι» [2] ως λειτουργικός παράγοντας. Η εξασφάλιση της κοινοτικής και της ατομικής απόδοσης και αναγνώρισης είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο στα μείζονα όσο και στα ελάχιστα.

Όσον αφορά το αίτημα της ασφάλειας, αυτό «αφήνεται» στην πολιτική διαχείρισή του, ενώ το αίτημα της ελευθερίας αφήνεται στην οικονομική διαχείρισή του. Σε αυτό τον λειτουργικό δυισμό συνίσταται η σύμπτυξη του μετώπου του νεοσυντηρητισμού με το νεοφιλελευθερισμό.

Όταν διαμορφώνεται η φιλοσοφία μιας πολιτείας, όταν, δηλαδή, διαμορφώνονται οι αρχές οι οποίες διέπουν την δομή και την λειτουργία ενός κράτους, ορίζονται από αυτήν διακριτές εξουσίες που θα επιτρέπουν την γενικότερη υλική και πνευματική πρόοδο της κοινωνίας και των πολιτών της εξασφαλίζοντας τις ελευθερίες όλων. Η όποια φιλοσοφία μιας πολιτείας, είναι ενιαία και αφορά τη λειτουργικότητα και την ευημερία του συνόλου, ως μιας ενότητας αλληλεξαρτώμενων επιμέρους τμημάτων της. Όταν έρχεται η στιγμή της διάκρισης των εξουσιών από την πολιτεία,  σε αυτήν  αντανακλάται το ενιαίο του φιλοσοφικού στοχαστικού υποβάθρου της, το οποίο μπορεί να μην είναι ορατό στους πολίτες, αλλά  πρέπει να υπάρχει. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να πει κάποιος «α, εγώ θα ασχοληθώ με την οικονομία και θα κάνω ότι μου αρέσει», και ένας άλλος να πει κάτι αντίστοιχο για την ασφάλεια.

Όπου συναντάται μια τέτοια στάση ζωής, φανερώνεται όχι απλά η απουσία οποιασδήποτε αληθινής ιδεολογίας, αλλά και η καταστρατήγηση των αρχών με βάση τις οποίες έγινε αυτή η διανομή. 

Στην περίπτωση της εμφάνισης σημειακών φαινομένων υπερτροφισμού ισχύος, εμφανίζεται μια σύγκλιση πανουργίας για υπερσυγκέντρωση εξουσίας. Σήμερα, η ισχύς στην οικονομία πορεύεται διαμέσου της «ελευθερίας» και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και η ισχύς στην πολιτική πορεύεται διαμέσου της εξουσίας και της κυριαρχίας. Εδώ δεν βλέπουμε την διάκριση των εξουσιών αλλά την σύγκλισή τους. Και οι δύο πορεύονται προς το σημείο που είναι η γραμμή ελάχιστης αντίστασής τους. Δηλαδή, κατευθύνονται στην γραμμή της συγκέντρωσης ισχύος και άσκησης εξουσίας και όχι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, παραβαίνοντας τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν.

Έτσι έχουμε μια ομογενοποίηση εξουσιών, παραβαίνοντας την ορισμένη από την πολιτεία διακριτότητά τους, κινούμενες αντίθετα στην διατυπωμένη ιδρυτική θέληση των πολιτών της κοινωνίας. Υπάρχει μια πανουργία επανασυγκόλλησης, των εξουσιών –όχι υπό την τυπική έννοια των Τριών Εξουσιών, αλλά υπό την έννοια την κοινωνική και την πολιτική – που πλέον γίνονται μορφές συσσώρευσης πολιτικής και οικονομικής ισχύος.

Η διάκριση των εξουσιών ορίζεται για την καλύτερη εφαρμογή του γενικού ιδεολογικού πλαισίου και των αρχών οι οποίες διέπουν την  πολιτεία και δεν νομιμοποιεί, με κανένα τρόπο, την υπερσυγκέντρωση ισχύος και την φανερή ή μη συρρίκνωση της ελευθερίας των πολιτών της.

Στην πραγματικότητα, διαχωρίζοντας την πολιτεία από την οικονομία, γίνεται δυνατό για μερικούς, μονομερείς αλλά ιδιαίτερα ικανούς ανθρώπους, να συγκεντρώνουν υπερβολική ισχύ στον ένα ή τον άλλο τομέα, κάτι που δεν θα ήταν εύκολα δυνατό διαφορετικά. Τέτοια φαινόμενα ευνοούνται από τον εσκεμμένο ή όχι διαχωρισμό της έννοιας  της ελευθερίας από την ασφάλεια. Μέσα από τις συνέπειες της επιπόλαιης αποδοχής του διαχωρισμού των εννοιών σε στεγανά μεταξύ τους διαβρώνονται τα θεμέλια όλου του κράτους δικαίου. 

Μια συνέπεια του διαχωρισμού των εννοιών μεταξύ τους αποτελεί η φύση της σημερινής ερμηνευτικής του μετασχηματισμού του κράτους δικαίου, εν όψει των κινδύνων που συνιστούν γ’ αυτό οι «ασύμμετρες απειλές, η οποία συρρικνώνει την ελευθερία και τις ατομικές εγγυήσεις. Είναι εδώ το σημείο στο οποίο μπορεί να πει κανείς ότι συναντάται ο Καρλ Σμιτ[3] με τους φιλελεύθερουςς – για να καταλάβουμε ποια είναι, αυτή την στιγμή, η τερατογένεση και το διακύβευμά της στη δικαιϊκή εξέλιξη.

Ανάγκη για μια νέα «γεφυροποιό» θεωρία στον 21ο αιώνα 

Μπροστά στον περιγραφόμενο κίνδυνο αναζωπύρωσης σε ανεξέλεγκτες διαστάσεις του ολοκληρωτισμού, γίνεται φανερή η ανάγκη να συγκροτήσουμε μια εξελικτική θεωρία για τον 21ο αιώνα.

Μέσα σε αυτή την εξελικτική θεώρηση του 21ού αιώνα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την εξέλιξη του υποκειμένου της διεθνούς κοινότητας. Έχουμε μια ουσιαστική εξέλιξη γύρω από το ζήτημα του πολιτικού υποκειμένου, το οποίο δεν ταυτίζεται πλέον με το έθνος, ενώ δεν υπάρχει ολοκληρωμένη θεωρία για να το περιγράψει στις ποιότητές του και την δυναμική των σχέσεών του. Βασικό πάντως σημείο είναι ότι δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη το μετα-βιομηχανικό ιστορικό πολιτικό υποκείμενο.

Αυτή η θεωρία θα μπορούσε να ανασυγκολλήσει στην ομαδικότητά τους τις έννοιες και την διαλεκτική τους με την ολοκλήρωσή τους σε αυτήν. 

Θα μας διευκολύνει σε μια συζήτηση γύρω από την έννοια της ασφάλειας, με αφορμή τους κινδύνους των «ασύμμετρων απειλών», να εξεταστούν ολοκληρωμένα και όλες οι άλλες παράμετροι.

Η ασφάλεια της ζωής συνδέεται άμεσα με τα διαρκή χρηστικά αγαθά, με την πρόσβαση, δηλαδή, στα βασικά αγαθά την τροφή, το νερό κ.λπ, και με την  πρόσβαση σε υπηρεσίες. Επίσης σε μια ολοκληρωμένη και όχι μονομερή και αποσπασματική αντιμετώπιση της ασφάλειας πρέπει να αναλαμβάνεται και η έννοια του κόστους ασφάλειας.

Όταν αντιμετωπίζεται μια διακινδύνευση, πώς να λαμβάνονται καλές πρακτικές κοινωνικών εγγυήσεων οι οποίες πρέπει να προβλέπονται τόσο συνταγματικά όσο και λειτουργικά. Αυτές οι προβλεπόμενες κοινωνικές εγγυήσεις θα μπορούσαν να λαμβάνονται στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζεται, για παράδειγμα, η διακινδύνευση στην πρόσβαση ενός αγαθού. Η πρόσβαση σε αυτό θα πρέπει να είναι ανοικτή.

Έτσι, όταν αντιμετωπίζουμε διακινδύνευση στην πρόσβαση ή στην επάρκεια κάποιου αγαθού της ζωής, παραδείγματος χάριν, από έλλειψη νερού, το νερό πρέπει να απαγκιστρώνεται πλήρως από τους κανόνες της αγοράς.

Σε περιπτώσεις που αντιμετωπίζουμε την διακινδύνευση του αγαθού της ελευθερίας, για παράδειγμα, από κανόνες ασφάλειας, τότε οι κανόνες ασφάλειας πρέπει να εξισορροπούνται από την αναγκαιότητα της εξασφάλισης της ελευθερίας.

Με άλλα λόγια, θα πρέπει να υπάρχει μια διαλεκτική προσέγγιση σε κάθε μία αξία η οποία θα παίρνει πάντα υπόψη της τις εξωτερικότητες, τις οικονομίες κλίμακας τις συνέργειες, τον κύκλο ζωής των αξιών, τις συγγενείς και τις αντικρουόμενες αξίες, ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και μια ολική ποιότητα. Εδώ μπορούμε να μεταφέρουμε από την αγορά και το management όρους προς την πολιτική. Η ολική ποιότητα δεν σημαίνει μια κατασταλτική λειτουργία. Εξάλλου το management πλέον γίνεται περισσότερο ελευθεριακό και λιγότερο οργανωσιακό. Απελευθερώνει ελευθεριακά τις δυνάμεις τόσο της εργασίας όσο και των ιδεών και της επικοινωνίας όλων των σχέσεων μέσα στην αγορά.

Αναφορές: 
[1] Γκορ, Αλ,  «Προσβολή στη Λογική», εκδόσεις Καθημερινή.
[2] Ο Άνταμ Σμιθ περιέγραψε τη συλλογική σοφία των ελεύθερων αγορών με τον όρο «το αόρατο χέρι».
[3] Καρλ Σμιτ « … πρέπει να εγκαταλείψουμε οριστικά το νομικοδικαιικό μοντέλο της εξουσίας», http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=09/09/2005

Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας

28 Αυγούστου 2009

Φωτογραφίες: Wikimedia