![]() This work is licensed under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-No Derivative Works 3.0 Unported License. |
| ΤΑ ΕMΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ --- Σειρά Ζωή Ιδέες Συνάφειες Κόσμος |
|
|
| Πέμπτη, 10 Μάρτιος 2011 17:02 |
|
Οι δυσκολίες για την ανακάλυψη του καινούργιου Τα σημεία που χτίζουν ένα παρεμποδιστικό τείχος ανάμεσα σε μας και σ’ αυτό που είναι αναγκαίο είναι δύο: Ναι μεν χρειαζόμαστε την διάκριση στην αναζήτηση του προοδευτικού (ώστε να μην είμαστε ευάλωτοι σε γοητείες που θα μας παθητικοποιούσαν απέναντι σε μια εξουσία,) αλλά από την άλλη μεριά, πρέπει να αναγνωρίσουμε την αναγκαιότητα μιας ιεραρχικοποιημένης αναγνώρισης και πνευματικής επαφής μέσα και από την ελευθερία μιας εξελικτικής επικοινωνίας. Η μάθηση ή η μαθητεία δεν έχουν καλλιεργηθεί αυτοπροαίρετα ως στοιχεία που να είναι συνυφασμένα με τις ενδογενείς δυνάμεις ακεραιότητας, διακριτικής ελευθερίας και εργασίας στη συνείδησή μας. Ούτε έχουν συνυφανθεί με την χαρά, με τη ζωηρότητα και τον κοινωνικό χαρακτήρα της σχέσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτή η εκπαιδευτική μας υπανάπτυξη αποτελεί ένα ανάχωμα πάνω στο οποίο βασίζεται η ναρκισσιστική μας καθήλωση. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να βρεθεί κάποια υποκατάσταση του σταθεροποιητικού και αμυντικού ψυχολογικού μηχανισμού, τότε χρησιμοποιούμε έναν προβληματικό αναχρονισμό.
Υπάρχει πολύ περισσότερη ομορφιά και προστασία:
Aν κάνουμε μια αναδρομή, θα δούμε πόσο πολύ μας κόστισε η άρνησή μας να αλλάξαμε. Αρνηθήκαμε να ξεμαγευτούμε από τον εαυτό μας, και τις παραδόσεις μας. Το ζητούμενο από το νέο δεν είναι να απορρίψουμε τα πάντα αλλά να συγκροτήσουμε μια περιεκτικότερη σύνθεση συμβιωτικότητας.[1]
Ακόμη και την ιδέα ότι «ο Θεός είναι Αγάπη», ο άνθρωπος την έκανε ιδεολογία στο όνομα της οποίας εγκαινιάστηκαν η ιερά εξέταση, οι σταυροφορίες, τα συγχωροχάρτια. [2] Γιατί όλο αυτό; Γιατί η προσκόλληση μας στην σημερινή τραγική δομή της οικονομίας, της πολιτικής, του πολιτισμού και του τεχνολογικού καταναλωτισμού; Γιατί δε μπορούμε ν’ αναζητήσουμε εκείνα τα χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν καμία καχυποψία και αίσθηση φόβου;
Είναι δυστύχημα ότι πολλές φορές δημιουργούμε μια αίσθηση υπερβολικού ρήγματος και ασυμφιλίωτης διαφοράς. Επενδύουμε αυτές τις αισθήσεις με διαφορετικές ψυχολογικές και διανοητικές χρωστικές -σχεδόν αυτόματης απόρριψης- με απομυθοποιητική διάθεση, απωθώντας το μέσα μας ως γραφικό ή γελοίο, χωρίς όμως προηγουμένως να έχουμε ερευνήσει σχετικά. Έτσι συχνά φτάνουμε ακόμη και στην πλήρη αίσθηση νοητικής απαξίωσης ή ακόμη και σε μια διάθεση αντανακλαστικής μαχητικής εχθρότητας και φονικότητας, παράλληλα -πολλές φορές- μ’ έναν ψυχολογικό φθόνο απέναντι στο υποκείμενο που μας προσεγγίζει ως διαφορετικότητα. Η πρόκληση είναι να πούμε όπως ο Emerson , ότι «δεν θ’ αποποιηθώ μικρόπρεπα την απεραντοσύνη του καλού, γιατί άκουσα πώς ήλθε σε άλλους με κάποια διαφορετική μορφή». [3] Βέβαια, η προσέγγιση ενός υποκειμένου που λειτουργεί ως φορέας της διαφορετικότητας, πολλές φορές προκαλεί και αμηχανία που με τη σειρά της προκαλεί παθητικότητα. Η παθητικότητα όμως υποθάλπει φαινόμενα γοητείας και αυθεντίας ως αντίδραση στο διαφορετικό, στην ετερότητα και την ποιότητα. [Γιατί πρέπει να θέσουμε επιπλέον και έναν ορίζοντα και μια αναζήτηση ποιότητας]. Η αμηχανία απέναντι στο νέο, είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Αυτό το βλέπουμε στη δίχως διάκριση δόμηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να πυροδοτηθεί η εσωτερική διεργασία της συνείδησης. Δεδομένης της τρομακτικής πυρηνικής και τεχνολογικής δύναμης του σύγχρονου ανθρώπου, και της αναντίστοιχης –με αυτή τη δύναμη- δυναμικής της συνείδησής του, αποτελεί απαίτηση βιωσιμότητας η αναζήτηση οικουμενικών, και ομαδικών φόρμουλων επικλητικού συντονισμού για ένα βιώσιμο σχέδιο για το μέλλον. Πρόκληση βιωσιμότητας αποτελεί επίσης η αναγνώριση της μεγάλης κλίμακας του πνεύματος, των μεγάλων ομαδικών σωμάτων του πνεύματος. Καθώς ψάχνουμε το καινούργιο και το λυτρωτικό, καλούμαστε στην δημιουργία μιας καθολικής αίτησης λύσης, απεξαρτημένοι από την αρχέγονη τάση της αναζήτησης εξατομικευμένων λύσεων. Την εμπειρία αυτού του μεγάλου ομαδικού πνευματικού σώματος μπορεί να μας την παράσχει η ιστορία και εξέλιξη της ενανθρώπισης του πνεύματος και του πολιτισμού. Μπορούμε να τη δούμε μέσα από τις ομάδες των φιλοσόφων, των καλλιτεχνών, των πολιτικών, των ιδεολόγων, των θρησκευτικών εργατών, των εργατών στον τομέα της οικονομίας, της επιστήμης και της τέχνης. Μια τέτοια αναδρομή θα μας βοηθούσε ν’ αποκτήσουμε μια αίσθηση εμπιστοσύνης προς το μέλλον. Μια αίσθηση ότι υπάρχει μια εξελικτική ποιοτική ιεραρχικότητα, [4] ανοιχτή στον ορίζοντα, ένα σχέδιο, ένα πεδίο όντων με συλλογικότητα, ποιότητα, προοπτική και καλή θέληση. Μπορούμε να αισθανθούμε αυτή την παρουσία στην Ιστορία, χωρίς να καθηλωθούμε στις μορφές με τις οποίες εκφράστηκαν οι ιδέες στο παρελθόν και να αναζητήσουμε ξανά αυτή τη δυναμική σε έναν ορίζοντα σχέσης προς το μέλλον.
Η οικονομία είναι ένα πεδίο συμφερόντων, υποκριτικής εξουσίας και πανουργίας στο πεδίο των ιδεών (ακαδημαϊκά, ιδεολογικά, θεωρητικά,) των πολιτικών, επιχειρηματιών και της καθημερινότητας. Θα πρέπει όντως να ασκήσουμε -σε κάθε τομέα- τη διάκρισή μας, τόσο απέναντι στα πρόσωπα όσο στις ιδέες. Εάν η αναζήτησή μας είναι ειλικρινής, η ικανότητα διάκρισης θα ήταν επιπόλαιο να υποβιβαστεί σ’ ένα πνεύμα επίκρισης, άρνησης ή αδιαλλαξίας. Αυτό ισχύει ακόμη και για θέματα που αφορούν τη διακυβέρνηση στο πολιτικό πεδίο. Συνδέεται επίσης με ζητήματα που αφορούν τον κόσμο της επικοινωνίας και της διαμεσολάβησης. Στο βάθος, η κατάχρηση της ικανότητας διάκρισης στο πεδίο της οικονομίας, συνδέεται με την προσωπική καταναλωτική επιθυμία, η οποία συχνά φτάνει στα όρια της ανευθυνότητας και της απληστίας και λειτουργεί ως παράγοντας ενσωμάτωσης στον μηχανισμό που παράγει τα αδιέξοδα. Φυσικά ο ατομικισμός εκείνος που «τακτοποιεί το σύνολο σε σχέση με τον εαυτό του» και αποτελεί «το κέντρο των πάντων» [5] -όπως έλεγε ο Ρουσσώ- μας καθηλώνει σε μια αρνητική βιωματική.
|