|
Θεμελιωδώς μπορούμε να πούμε ότι η εξέλιξη συνδέεται με δημιουργικές, συντηρητικές και καταστροφικές διαδικασίες ταυτόχρονα. Συμπεριλαμβάνει δηλαδή την τριαδική διαλεκτική, μια διαλεκτική που έχει συμπεριληφθεί και υπό την πιο υπερβατική της ή πιο προσωποποιημένη της αναφορά και στο θρησκευτικό στοχασμό υπό την έννοια του καταναλίσκοντος πυρός πχ που μπορεί όμως και συνυπάρχει στο πλαίσιο μιας φλεγόμενης βάτου, υπό την έννοια του όντος που είναι Λόγος και Αγάπη, όπου ο Λόγος είναι και δημιουργικός, γίνεται σαρξ και υπό αυτή την έννοια ο λόγος αναγνωρίζει τον εαυτό του και γι’ αυτό έχει αυτήν την απόλυτη λογική και μαθηματική του αρμονία στην φύση όπου ο Θεός «αεί γεωμετρεί».
Βέβαια, στην έννοια της γεωμετρίας μπορεί να συμπεριλάβουμε τόσο το χωροχρονικό συνεχές όσο και την κβαντική μη τοπική συνεκτικότητα και μια ευρύτερη ίσως αναγνώριση μιας διαδικτυακής οργανικότητας και ολιστικότητας στο γίγνεσθαι. Αυτό, όχι μόνο στην εκδοχή που αναφέραμε της ελληνικής, ιουδαϊκής ή χριστιανικής φιλοσοφίας ή θρησκείας. Όπως παρατηρεί ο Λένιν στα «Φιλοσοφικά του Τετράδια» εμφανίζεται μια αντιστοίχιση της διαλεκτικής του ιστορικού υλισμού με την τριαδικότητα και την προσωποποίησή της στην ινδουιστική τριάδα, που εκφράζεται η πρώτη όψη με το Σίβα τον Καταστροφέα, τον Βισνού τον Συντηρητή και τον Βράχμα τον Δημιουργό.
Η εξέλιξη σίγουρα περιλαμβάνει και τις διαδικασίες της διάρκειας, της συνέχειας και της βιωσιμότητας μέσα στις οποίες συμπεριλαμβάνει την αφαίρεση και την απόπτωση. Αυτό το βλέπουμε στην ισορροπία ενός κυτταρικού οργανισμού και στην διαλεκτική της οργανικής και οικολογικής ομοιοστασίας μέσα σε έναν οργανισμό και σε ένα οικοσύστημα. Η εξέλιξη πέρασε στην έμβια οργάνωση της μορφής, μέσα από διαδικασίες βίας. Η έμβια οργάνωση της μορφής δοκιμάστηκε σε κωδικό δυναμικό στοιχείο συνοχής της, στο επίπεδο το γενετικό και στο επίπεδο της οργανικής εξέλιξης και μάθησης, μιας μακράς Δαρβίνειας διαδικασίας μέσα από την συγκυρία αλλά και την πολύ «παράδοξη προτίμηση», θα έλεγε κανείς, για την οργανικοποίηση, την ενθαλπία ενάντια στην αυτονόητη στατιστική κυριαρχία της εντροπίας.
Η εξέλιξη χρησιμοποίησε στοιχεία χρονικότητας, διακύμανσης και διακλάδωσης με μια εναλλακτικότητα προφανώς, γιατί βλέπουμε πολλές φορές τα κυρίαρχα στοιχεία της να προέρχονται από επικουρικά στοιχεία τα οποία γίνονται ιδιαίτερα κρίσιμα και τα οποία στην συνέχεια παρακμάζουν ως σημεία αδυναμίας ή ενός μετασχηματισμού σε μια νέα πορεία αξιοποίησής τους. Όμως, εκείνο το σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε είναι ότι η ένδεια μορφής συνδέθηκε στενά με την αυτοποίηση. Η σχέση αυτοποίησης και ένδειας μορφής έχει μια πολύ παράδοξη αρχετυπική αναφορά στις κουλτούρες. Αυτό το βλέπουμε και στον μύθο της ανάπλασης του ανθρώπινου γένους από τον μύθο του Δευκαλίωνα. Το ίδιο βλέπουμε στον τεκτονικό μύθο των «ζώντων λίθων» ή της «ζωντανής πέτρας» αντίστοιχα, στη «φιλοσοφική λίθο». Το ίδιο βλέπουμε στην κουλτούρα του Σαμανισμού, του ανιμισμού και του υλοζωισμού που έχει μια διάχυση και μια συνέχεια - παρά την κυκλικότητα επικράτησης ενός αναγωγικού, νοησιαρχικού και ματεριαλιστικού μηχανιστικού. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι αυτό το πεδίο ερμηνείας δεν έχει κλείσει και δεν έχει πάψει να μπορεί να μας δίνει νέους ορίζοντες στοχασμού, εμπειρίας, θεωρίας και επίγνωσης.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται εξάλλου προσεγγίσεις όπως αυτές του Χούσερλ, του Γουάιτχεντ και του Μπερσόν -φαινομενολογικές και άλλες- που αναδεικνύουν την αυτοαναφορικότητα της συνείδησης μέσα από το όργανο αντίληψης και την οργανισμική προχώρηση έκφρασης και την ενορατικότητα. Ο Καρτεσιανός και ο Καντιανός Λόγος, όπως ο Αριστοτελικός Νους, αναδεικνύουν και επιχειρούν να αναδείξουν την αυταξία στο συνειδησιακό επίπεδο. Ακόμη περισσότερο οι ιδεαλιστικές προσεγγίσεις του Μπέρκλευ, όπως και οι πιο οργανικά και συναφείς με την έννοια της διάρκειας και του συνεχούς σε χρόνο μια ενορατική θεωρία του Μπερξόν. Στοχαστές όπως ο Μπασελάρ και αρκετοί άλλοι επιδιώκουν μια γλωσσική σύνθεση των εννοιών χωρίς να στοχεύουν σε μια συστηματοποίηση, ενώ από το παρελθόν μεγάλοι στοχαστές όπως ο Πλάτωνας, ο Ποσειδώνιος ή ο Πλωτίνος αναδεικνύουν μια πολύ διαφορετική σχέση του Ζώντος με την κλίμακα ή με τον Λόγο και με τον Νου. Αναγνωρίζουν ύπαρξη και οντότητα και συνειδητότητα στο ιδεατό και ταυτόχρονα την Ζωικότητα στην πολύ μεγάλη χωροχρονική κλίμακα, όπως και στη στοιχειώδη. Όλη η αναλογία στοχασμού, στόχευσε και στοχεύει, στο να συνδέσει την μορφή και την ζωή με το φαινόμενο της συνείδησης και της ταυτότητας στο μέρος και στο όλο και αυτό υποδεικνύει μια ιεραρχικότητα δομημένη πάνω στην λογική της συνείδησης.
Παράγοντες εξέλιξης της συνείδησης Η εξέλιξη λοιπόν στο πέρασμά της από τις φυσικές μορφές της πέτρας, του φυτού και του ζώου σ’ όλη την ποικιλομορφία της χλωρίδας και της πανίδας, συνδέθηκε με μια διαδικασία αυτοποίησης των μορφών. Η ζωή εκδηλώθηκε ως ψυχολογικό σχήμα αυτοσυντήρησης, διαιώνισης και εξέλιξης τόσο στο μικροοοργανικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των οργανισμών. Μέσα από αυτή την διαδικασία αναδείχθηκε ο συνειδησιακός παράγοντας όχι μόνο ως ταυτοποίηση, αλλά και ως εποπτεία – ερμηνεία, ως ο κυρίως εξελισσόμενος παράγοντας προσαρμογής στην ανθρωπογένεση. Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι συλλειτουργούν αντίστοιχα τέτοιοι παράγοντες στη νοητικοποίηση, την ατομικοποίηση, την ομαδοποίηση, την ενορατικότητα,, την υπερβατικοποίηση, την εμψύχωση και την πολιτισμοποίηση του ανθρώπου.
Μπορούμε να διαπιστώσουμε μια πολλαπλότητα τέτοιων παραγόντων: Καταρχήν, προσεγγίζοντας έναν αντισταθμιστικό μηχανισμό περιβαλλοντικής, σωματικής μειονεξίας με διαδικασίες εσωτερίκευσης και συνειδησιακής ψυχολογικής και κοινωνικής εποικοδόμησης. Πάνω σε αυτή την μειονεξία απέναντι στο περιβάλλον που σφράγισε την ανθρωπογένεση, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της αντιστάθμισης τον οποίο προσέγγισαν με εισαγωγικό και θεωρητικό τρόπο ο Καντ και με ψυχαναλυτικό, ψυχολογικό τρόπο ο Άντλερ. Αυτή είναι η παράξενη αντισταθμιστικότητα που λειτουργεί ομοιοστατικά, ακεραιοποιητικά, συνεργετικά και συμβιωτικά με το περιβάλλον. Παρατηρείται από το κυτταρικό ή ακόμη το υποκυτταρικό επίπεδο μέχρι το επίπεδο των οργανισμών του οικοσυστήματος ή της βιόσφαιρας. Αυτή η αντισταθμιστικότητα, θα λέγαμε ότι είναι το σημαντικό στοιχείο της διαμάχης που προάγει την αρμονία, το σημαντικό στοιχείο του περάσματος από όλες τις μορφές της βιόσφαιρας. Είναι αυτή η παραδοξότητα, θα έλεγε κανείς, που οδηγεί σε εμβίωση ή εκδήλωση της ζωής στις μορφές και στην υπερβατικότητά τους, στην εξέλιξή τους, στην ακεραιοποίηση και στην ολοποίησή τους μέσα από διακριτικές και συνθετικές διαδικασίες.
1. Η αντισταθμιστικότητα, θα έλεγε κανείς, είναι ο βασικός άξονας της ταυτότητας, της ταυτοποίησης και της οργανικοποίησης, αλλά ταυτόχρονα κινείται συνθετικά. Αυτό είναι μια θεμελιώδης παραδοξότητα που αναδεικνύει μια υπερβατικότητα στον τρόπο που θεωρούμε το υλικό γίγνεσθαι, ακόμη κι αν το δούμε υπό την ολιστική έννοια ως ενθαλπική δυναμική.
Η αντισταθμιστικότητα λοιπόν, η αναιρετικότητα αυτή, έχει μια υπερβατική τάση. Λειτουργεί και ως αυτουπερβατικότητα. Μέσα από την αυτουπερβατικότητα διαμορφώνει και λειτουργεί ζυμωτικά στα φαινόμενα κλίμακας και σχέσης, μικρής και μεγάλης διάστασης αλλά και στις ιεραρχικές δομές. Θα έλεγε κανείς ότι είναι το κλειδί για την ερμηνεία της δομής ως πληροφορία ή την απόδοση της δομής ως πληροφορία για την μόχλευση της ενέργειας επίσης ως πληροφορία και θα έλεγε κανείς ότι απηχεί και αυτό που εισηγείτο σαν δυνατότητα για πληροφορία χωρίς φορέα ο Νόμπερτ Βίνερ.
Είναι η αφαιρετικότητα τελικά που είναι οντότητα; Η μέσω της αφαίρεσης, λειτουργεί και σχηματοποιείται η οντότητα; Γι’ αυτό και η δημιουργική έκφραση και η εξέλιξη είναι τόσο αλληλένδετες με διαδικασίες μορφοποίησης, αφαίρεσης ή υπέρβασης; Παρέχει πάντως το κλειδί μιας εσωτερίκευσης, αναδεικνύοντας την οντοποίηση ως εσωτερίκευση και σύνθεση.
2. Εδώ ερχόμαστε σε ένα πολυσύνθετο και πολύπλοκο πεδίο και δω είναι ο δεύτερος παράγοντας. Εκτός από την αντιστάθμιση ως εργαλειακή επέκταση της αντιστάθμισης - ή ως εξειδίκευση της και από μια άποψη ως ειδωλοποίηση - λειτουργεί και η υποκατάσταση. Έτσι πχ μπορεί να πει κανείς ότι το γεγονός του θανάτου παρά το γεγονός ότι μετέχει της εξελίξεως και υπό αυτή την έννοια που αναφέραμε προηγουμένως είναι πεδίο απελευθερωτικό της οντότητας η αφαίρεση, η υπερβατικότητα αποτελεί μια ενόχληση στην μορφοποιημένη αυτή ταυτοποίηση ως ένα μη αποδεκτό γεγονός απέναντι στο οποίο η συνειδησιακή υπανάπτυξη και η εσωτερίκευση λειτουργεί με έναν φόβο συσπειρωτικό και κατασκευάζει εν μέρει τον νου πλέον όχι σαν κύρια αντιστάθμιση ή αναιρετικότητα και εσωτερίκευση υπέρβασης, σαν κύρια εσωτερίκευση αλλά σαν μια δευτερεύουσα εσωτερίκευση, σαν υποκατάσταση της αίσθησης του πραγματικού, της αίσθησης της ζωής, της ύπαρξης ως φαντασιακή ειδωλοποίηση, ή μάλλον ως ειδωλικής δέσμευσης της φαντασίας.
Αυτή η ειδωλική δέσμευση της φαντασίας έχει την καταγωγή της στις ζωικές καταβολές και στην υπανάπτυξη της συνείδησης παρά το ότι το κεντρικό ερέθισμα αυτής της εξέλιξης της συνείδησης, το βαθύτερο ερέθισμα της εξέλιξης είναι αυτή η υπερβατικότητα, αυτή η εσωτερίκευση, αυτή η αφαιρετική οντικότητα και οντότητα. Εδώ βλέπουμε έναν δυισμό, όντως ως ψυχή και πρόσωπο, ψυχή και προσωπικότητα στον άνθρωπο, βλέπουμε έναν δυισμό νοητικό ως επιθυμησιακό, ενστικτώδη υπό την υπανάπτυξη και από την άλλη ως μια ενατένιση.
Αυτό τον δυισμό τον βλέπουμε στο ζωικό βασίλειο σε διαδικασίες αποσύνδεσης από την βιοτική μέριμνα στον τροφικό κύκλο, στην ρέμβη, στο παιχνίδι, στη ζωική χάρη που την βλέπουμε έντονα να λειτουργεί ως εφελκυστικός παράγοντας της συμπάθειας στη σχέση των ζώων και στην οικογενειακή συγκρότηση και μέριμνα για τα μικρά, τη βλέπουμε στα μικρά όλων των ζωικών ειδών και φυσικά στις ειδικές κατηγορίες της πανίδας σε πιο σταθερή και διάχυτη επίδραση.
3. Ερχόμαστε εδώ σε ένα θεμελιώδες ανθρωποζωολογικό θεώρημα εξέλιξης, ως τρίτο παράγοντα, ως έναν παράγοντα ισορροπίας ανάμεσα στην περισσότερο υπερβατική και άμεση εσωτερίκευση ή εμψύχωση και ανάμεσα στην πολωτική, ανταγωνιστική ή φοβική υποκατάσταση και στρατηγική όπου παρατηρούμε την αποσύνδεση της έμβιας ταυτότητας και οντότητας από το ανταγωνιστικό πεδίο και τον ανταγωνιστικό κύκλο δράσης και ερεθισμάτων, είναι περίπου σαν τον Νυχτοκόπο του Άρθρουρ Κλάρκ. Μπορούμε να το διαπιστώσουμε στα είδη ζωής αλλά και στις κοινωνίες που αναπτύσσονται από αυτά όπως στην περίπτωση του παπαγάλου και γι’ αυτό θα μιλήσουμε για ένα πιο πραγματικό εξελικτικό ανθρωποζωολογικό «θεώρημα του παπαγάλου».
Στην περίπτωση του παπαγάλου μπορούμε να παρατηρήσουμε - και αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί ενδεχόμενα από πλευράς γονιδιώματος και από πλευράς Δαρβινικής εξελικτικότητας και συνάφειας - ότι οι παπαγάλοι εμφανίζουν έναν ισχυρό θηρευτικό αμυντικό φαινοτυπικό εξοπλισμό. Ταυτόχρονα είναι αποσυνδεδεμένοι από τον οξύ ανταγωνιστικό κύκλο προς τον οποίον θα μπορούσε να λειτουργήσει ο εξοπλισμός τους, ένας εξοπλισμός που έχει στοιχεία υβριδιακά, που θα μπορούσε να στρέφεται τόσο προς τους καρπούς όσο και προς την πανίδα.
Βλέπουμε όμως ότι οι παπαγάλοι έχουν αναπτύξει ένα διατροφικό προσανατολισμό μικρής ανταγωνιστικότητας σε σχέση με άλλα κινούμενα είδη και την ίδια ώρα έχουν αναπτύξει ένα εκφραστικό γλωσσικό πλουραλισμό, μια μιμητικά προσαρμοστική έκφραση που βασίζεται σε μια διαδικασία προσήλωσης και συνοχής με το περιβάλλον, σε μια επικοινωνιακή έμφαση και έκφραση.
Βλέπουμε δηλαδή μια επικοινωνιακή εκφραστική αποσύνδεση από τον σκληρό πυρήνα του βιοτικού κύκλου. Αυτό το πρότυπο το παρατηρούμε και στη διαδικασία της μάθησης, στις εξελικτικές πρόνοιες της ζωής στη νηπιακή ηλικία όλων σχεδόν των ειδών και την παιδική ηλικία των περισσότερων έμβιων μορφών. Παρατηρούμε δηλαδή ότι υπάρχει μια αποσύνδεση -για λόγους μαθησιακούς- από το ανταγωνιστικό πεδίο, μια προστασία από τα φοβικά ερεθίσματα και τις φοβικές αντανακλαστικές καθηλώσεις προκειμένου να ωριμάσουν εξελικτικά ακόμη και για λόγους βιωσιμότητας. Είναι μιά διαδικασία επίσης εσωτερίκευσης. Ειδικά στην περίπτωση του παπαγάλου συναντάμε μια μεταθηρευτική αποσύνδεση και ολοκλήρωση και ίσως δεν είναι η μόνη περίπτωση.
Αυτή λοιπόν η μετατροφική αποσύνδεση της ζωής συνδέεται με μια ανάπτυξη ενός πολιτισμού επικοινωνίας, παρατήρησης, έκφρασης, με μια μετατόπιση του επίκεντρου της χρήσης της στοματικής και της λαρυγγικής κοιλότητας σε πεδίο επικοινωνίας και δημιουργικής έκφρασης ή πειραματισμού.
Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε μια θεμελιώδη γενική τάση γύρω από τη μετατόπιση της ζωής στη διαδικασία της εσωτερίκευσης και της ατομικοποίησης με τη μετάθεση του επίκεντρου στη συνείδηση και στην επικοινωνία από μετουσίωση της τροφικής και αναπαραγωγικής δυναμικής σε επικοινωνιακή και αντιληπτική δυναμική κοινωνικότητας και εσωτερίκευσης. Η συνάφεια γίνεται λιγότερο βαρβαρική, αποσυνδέεται από διαδικασίες υλικής βίας από υλικές ροές και έρχεται σε ροές λόγου.
Βλέπουμε δηλαδή μια τεκμηρίωση της εξέλιξης της ζωής προς τον τομέα της επικοινωνίας, της συνείδησης και της δημιουργικής έκφρασης και συνεργασίας που οδηγεί βέβαια σε κοινωνική ολοκλήρωση σε άλλες κλίμακες συνέργειας και υπερβατικότητας, σε άλλες κλίμακες σύνθεσης όπου βέβαια το άτομο κατέχει μια σε ένα βαθμό επιφαινόμενη αυτεξουσιότητα.
Πολλές φορές μπορεί να λειτουργήσει παραμορφωτικά στην αντίληψη της ακεραιότητας της ολότητας και ίσως έτσι δεν μπορούμε να δούμε - όπως θα έλεγε ο Πλάτωνας ή ο Ποσειδώνιος – το σύμπαν ως «ένα μεγάλο ζώο» με μεγάλες διαστάσεις, όπως ένας νευρώνας δεν μπορεί να δει το σύνολο του εγκέφαλου και δεν θα μπορούσαμε να δούμε έναν πλανήτη ως μια εκφρασμένη Νοόσφαιρα και ως Πλανητικό Λόγο.
|