protagon.gr
 
ΧΡΗΣΕΙΣ, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ & ΝΟΗΜΑ --- Σειρά Εσωτερικότητα Φασματικότητα Υπερβατικότητα Εκτύπωση E-mail
D_OneΤα όρια της χρήσης του ανθρώπινου ψυχισμού και από τον ανθρώπινο ψυχισμό των εποπτικών παραστάσεων, των δομικών στοιχείων του κόσμου και της σχέσης της ανθρώπινης, έχουν διευρυνθεί σε μια περίοδο όπου η συνείδηση της αιτιατής συνοχής του εαυτού μας και του κόσμου δεν έχει καλλιεργηθεί επαρκώς, ενώ το νόημα των χρήσεων είναι εντοπισμένο σε εκτονωτικές διαχύσεις και αντιφάσεις εντροπικές σε σχέση με τη διάρκεια της ευτυχίας και την πολιτιστική πρόοδο.
Η χρήση εμπεριέχει αναφορά στο νόημα και το νόημα περιέχει τη συνέχεια της Ύπαρξης, την Ενιαιότητά της και την Πνευματική Χειραφέτηση από τη μηχανική και τεχνολογική εξέλιξη.
Σε όλα όσα κάνουμε προσδίδουμε ένα νόημα, αλλά συχνά ο άνθρωπος αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να αρνηθεί το νόημα του νοήματος, το αίτιο ύπαρξης του νοήματος, δηλαδή επιχειρεί να σταματήσει τη ροή και την επίδραση του νοήματος περιορίζοντάς την μόνον στο επίπεδο που αυτός έχει επιλέξει, λέγοντας ότι δήθεν δεν υπάρχει νόημα.

Η χρήση της τεχνολογίας
Επειδή η τεχνολογία είναι το κύριο πεδίο έκφρασης της χρήσης εκ μέρους του ανθρώπου, είμαστε αναγκασμένοι να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του Αϊνστάιν που έχει μια αναγκαία και εξισορροπητική υπερβολή: δεν υπάρχει τίποτε μεγάλο σ’ αυτή την τεχνολογία, το πνεύμα οφείλει να την φτάνει και να την υπερβεί και να την κυριαρχήσει. Χωρίς, λοιπόν, συνέχεια ύπαρξης η χρήση είναι αυτοκτονία. Επίσης το στιγμιαίο της ψυχαγωγίας ως ανόητο είναι αυτοκτονία.

Παράλληλα όμως το νόημα οφείλει να μην αίρει την ελευθερία και να μην καταλύει την υποκειμενικότητα οδηγώντας σε μηχανική θεώρηση της αιτιότητας και της ταυτότητας. Ούτε η χαώδης ούτε η μηχανική αλλοτρίωση της ελευθερίας του νοήματος, αλλά μια σχέση ερωτικής αναγέννησης και ποιότητας μεταξύ τους.

Αυτό βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, τόσο για τους πολλούς που επιθυμούν μία προδιαγεγραμμένη πορεία, ώστε οι ίδιοι να μη χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη αναγκαίων επιλογών, όσο και για εκείνους που θέλουν μέσω του νοήματος που αυτοί ειλικρινά θεωρούν ή ψευδώς προβάλλουν ότι ισχύει να ελέγξουν μηχανικά και συνειδησιακά τους υπόλοιπους.

Το χαώδες στοιχείο της «ελευθερίας» είναι μία προχωρημένη διαστρέβλωση της ελευθερίας και μίμησή της, η οποία τελικά παρίσταται ως εκκεντρικότητα, δήθεν πρωτότυπη-πρωτογενής βούληση να είναι κάτι έτσι και όχι αλλοιώς, καθώς και μείωση της ευθύνης μέσω εξάχνωσης των σχέσεων αιτιότητας.

Αυτοί είναι οι δύο συμπληρωματικά στρεβλωτικοί πόλοι για την αντίληψη του νοήματος (με πιθανές διαβαθμίσεις και μείξεις μεταξύ τους).

Ο ένας, ο μηχανικός, είναι ιστορικά αρκετά καλά γνωστός από την επίδραση του φανατισμού στην ανθρώπινη εξέλιξη, π.χ. του θρησκευτικού ή του πολιτικού φανατισμού.

Ο άλλος, ο χαοτικός, δεν έχει ακόμη διερευνηθεί επαρκώς ιστορικά, πράγμα που θα καθιστούσε το σύνολο της στρέβλωσης περισσότερο κατανοητό, γιατί θα έκανε πιο ορατή τη συνειδησιακή στρέβλωση στην οποία βασίζεται. Αλλά ο άνθρωπος παραπαίει ανάμεσα σε δύο άκρα, φαινομενικά αντίθετα μεταξύ τους, αλλά με κοινή αιτία. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι, πλην άλλων, και τα δύο ενέχουν μία στρέβλωση της ελευθερίας.

Η μηχανική αλλοτρίωση του νοήματος καταλύει την υποκειμενικότητα, γιατί η υποκειμενικότητα είναι απολύτως συναφής με την ελευθερία. Φυσικά εδώ δεν εννοείται σε καμμία περίπτωση η υποκειμενικότητα ή ο υποκειμενισμός ως φαντασίωση ή περιχαράκωση στον ατομισμό, αλλά η υποκειμενικότητα ως εσωτερική αιτιότητα, ως ιδιότητα του Είναι.

Το στιγμιαίο της αλλοτριωμένης αισθαντικότητας μπορεί να γίνει πνευματικό έγκλημα, όπως και μια συστηματική τυραννία του μέτρου και της αντικειμενικής «ορθότητας». Η αισθαντικότητα δεν μπορεί να είναι ρηγματική στον χρόνο, οφείλει να αναπτύσσεται εξελικτικά και με χρονική μεστότητα-συνέχεια.

Η σχέση αισθαντικότητας και χρόνου σ’ όλες τις διαστάσεις του είναι κρίσιμη για την αποβολή της αλλοτρίωσης.

Η στιγμιαία προβολή της αλλοτριωμένης αισθαντικότητας μπορεί να καταδεικνύει ένα σταθερό και συστημικό στρεβλό υπόβαθρο που σε κάθε περίπτωση θα αρνείται την αντίληψη τόσο της αληθινής ισορροπίας ανάμεσα στο νόημα και την ελευθερία όσο και του ίδιου του νοήματος της ελευθερίας και του νοήματος καθαυτού.

Η ρηγματικότητα ανάμεσα στην αισθαντικότητα και τον χρόνο δείχνει προσπάθεια για απεμπλοκή της αισθαντικότητας από τα αποτελέσματά της στον χρόνο και από τα αποτελέσματα του χρόνου επάνω της, όμως στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα επέρχονται παρά την θεατρική επιχείρηση του ρήγματος. Επειδή τα αποτελέσματα είναι αναπόφευκτα, γι’ αυτό η αισθαντικότητα δεν μπορεί να «απελευθερωθεί» αληθινά από την μοιραία λογική του χρόνου και να προσδώσει στον άνθρωπο ένα κούφιο αίσθημα ελευθερίας. Η λογική αυτή του χρόνου δεν έχει σχέση με την ανθρώπινη λογική. Η ευθύνη την οποία επιβάλλει ο χρόνος δεν μπορεί να αποφευχθεί και είναι αναγκαία συνέπεια της ελευθερίας. Η πραγματική ελευθερία είναι καθαυτή ένα «τρομακτικό» γεγονός και ακόμη μη προσεγγίσιμο από τον άνθρωπο. Η ανευθυνότητα ως ελευθερία από τον χρόνο και τις περιστάσεις είναι μία τραγική απομίμηση της θέλησης ως ελευθερίας, η οποία όμως ανευθυνότητα, αντιθέτως προς το νομιζόμενο, οδηγεί κάποιον σε εξάρτηση από την ύπαρξη άλλων για αποδοχή του παραχθέντος βάρους, δηλαδή σε εξουσίαση.

Η αισθαντικότητα, όπως και ο νους, έχει μία σχέση εξελικτικής συνέχειας με τον Εαυτό ή το Είναι, δεν είναι εντροπικά προς αυτόν, και στον βαθμό που επιχειρείται η εντροπία, αυτό δεν σημαίνει ανυπαρξία αποτελεσμάτων, αλλά ότι ορισμένα μόνον αποτελέσματα μπορεί να μη τα επωμιστεί προς το παρόν ο παράγων την εντροπία. Έτσι η επιχειρούμενη ασυνέχεια στον χρόνο προκαλεί αλλοτρίωση, γιατί αρνείται  τη σχέση με τον εαυτό, αποξενώνει από αυτόν μέσω ταυτίσεων με λανθασμένα είδωλα που είναι κυρίως είδωλα θέλησης, δυνάμεως, ελευθερίας και χωριστότητας.

Το νόημα και η αισθαντικότητα μέσα από την ψυχολογική εξέλιξη και ωριμότητα οδηγούνται στην ανάπτυξη του προσωπικού Είναι ως αγάπης που απελευθερώνει τόσο τις δυνάμεις του ατόμου όσο και του κόσμου σε συνύπαρξη και παρουσία.

Το νόημα και η αισθαντικότητα δικαιώνονται στην Αγάπη που συνθέτει το πρόσωπο με τον Εαυτό και τον Κόσμο και αίρει τόσο την αλλοτρίωση του Εγώ όπως και την αλλοτρίωση του Περιβάλλοντος.

Η αισθαντικότητα δεν μπορεί να νοηθεί ως αυθύπαρκτος παρά μόνο καρκινικά.

Η Αγάπη είναι το επίκεντρο της οντολογικής αντίληψης, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί να προσδιοριστεί επαρκώς και ορθά ο εαυτός και η σχέση του με τον κόσμο και το υποθετικό επέκεινα. Όμως η Αγάπη δεν είναι συναίσθημα και μάλιστα εύκολα προσιτό, χωρίς αυτό να απαξιώνει τα συναισθήματα. Η Αγάπη είναι η έκφραση της Ενότητας προσώπου, Κόσμου και Εαυτού, Ενότητας πνεύματος και ύλης, Ενότητας ατόμου και Ολότητας, συμπεριλαμβάνοντας μέσα στην Ολότητα και την ολότητα του Χρόνου. Βέβαια αυτά στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι ακατάληπτα, όμως μπορούν να προσεγγιστούν οι πρώτες διέπουσες αρχές (π.χ. η αρχή της Ενότητας), που και στην υπέρβασή τους δεν πρόκειται να αναιρεθούν από κάτι αντίθετο, αλλά μόνον να υπαχθούν σε κάτι περισσότερο περιεκτικό και αφαιρετικό. Αυτό μπορεί να αποτρέπει την κατάχρηση της ελευθερίας και ταυτόχρονα να αφήνει τον άνθρωπο πραγματικά ελεύθερο.

Το νόημα είναι ο συνδετικός συνειδησιακός κρίκος και η λογική συνοχή ανάμεσα στο άτομο και το αίτιό του, είναι η διαδρομή του γίγνεσθαι στον χρόνο που οδηγεί στην πλήρη αυτογνωσία και γνώση. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί που αρνούνται την αυτογνωσία αρνούνται άμεσα ή έμμεσα και το νόημα.

Η Ενότητα είναι το μεγάλο στοίχημα για την ανθρωπότητα, είναι το πεδίο της αποτυχίας της, επειδή η βίωση της ατομικότητας έχει γίνει καταθλιπτικά χωριστική και ανταγωνιστική προς τις άλλες ατομικότητες και το Όλο και επειδή η χωριστικότητα ως στρέβλωση της Ενότητας εξαρτά τον άνθρωπο από τους άλλους αλλά ως αντικείμενα. Αυτή είναι μία σχιζοειδής πραγματικότητα που πρέπει κάποτε να αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά.

Το νόημα εμπεριέχει την αντίληψη της αισθαντικότητας για τον εαυτό της και τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστά τον λόγο υπάρξεως, όπως δεν υποκαθιστά και την αρχή της ελευθερίας.

Η αυτοαντίληψη εμπεριέχει πάντοτε το στοιχείο του προσδιορισμού του αρχικού αιτίου ως γενεσιουργού παράγοντα, που αναγκαστικά βέβαια είναι αφαιρετικός και όχι ειδωλικός, αν και ο άνθρωπος προσπαθεί ταυτόχρονα να τον ειδωλοποιήσει. Φυσικά ως τέτοιο το νόημα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον λόγο της ύπαρξης, γιατί αυτός υπέρκειται της συνείδησης και δεν μπορεί παρά να είναι απότοκο της ελευθερίας, ακόμη και της ελευθερίας από την αντίληψη περί ελευθερίας. Επομένως ούτε την ελευθερία υποκαθιστά. Το νόημα αναφέρεται στη συνείδηση, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς.

Η αρχή της σκοπιμότητας και η αρχή της ελευθερίας συντίθενται στην αρχή της αγάπης.

Η χρήση χωρίς να χάνει την αυθορμησία - με δεδομένο μάλιστα ότι η αγάπη είναι πλήρης αυθορμησία, πλήρης εξέλιξη, πλήρης σκοπιμότητα και πλήρης αισθαντικότητα - οφείλει να είναι συνεπής και με το νόημα της και με την αισθαντικότητα.

Στο ζήτημα του σκοπού και της σκοπιμότητας έχει γίνει πολλή συζήτηση και προσπάθεια ανθρώπινη, αλλά ο σκοπός και η σκοπιμότητα γινόταν πάντοτε αντιληπτός από την πλειονότητα των ανθρώπων ως ένα αναλυτικό σχέδιο, μία διανοητική διαδικασία, που περιόριζε την ελευθερία των άλλων όντων. Όμως αυτά αφορούν τους κακέκτυπους σκοπούς των ανθρώπων που είναι ατομιστικοί και απηχούν ατομικές αντιλήψεις. Ο οντολογικός σκοπός ή ο σκοπός ως υπερβατικότητα αφορά την Ενότητα ή τη Σύνθεση και ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται τόσο με την Αγάπη όσο και με την Ελευθερία. Αυτό είναι έξω από την ανθρώπινη αντίληψή μας, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Η Αγάπη ως έκφραση της υποκείμενης Ενότητας ή Σύνθεσης συνθέτει τις δύο αρχές της σκοπιμότητας και της ελευθερίας, αναιρώντας έτσι την νοούμενη χωριστικότητα της σκοπιμότητας και την νοούμενη χαοτικότητα της ελευθερίας. Η Αγάπη είναι υπέρβαση των φαινομενικών αντιφάσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι π.χ. παίρνει λίγη χωριστικότητα και λίγη χαοτικότητα δημιουργώντας ένα μείγμα με ορθές αναλογίες και από τις δύο, αλλά ότι εμπεριέχει τα πρότυπα ενιαιότητας αναιρώντας και τις δύο ως στρεβλωτικές αρνητικότητες. Υπό αυτή την έννοια η Αγάπη είναι ακόμη απρόσιτη αν και «γνωστή» ως έννοια.

Η αρμονία, η ισορροπία και η διαλεκτική αποτελούν νόημα οργανικότητας των χρήσεων και των ειδών σε χώρο και χρόνο.

Η χρήση οποιουδήποτε πράγματος (αντικειμένου, υποκειμένου, κατάστασης κτλ.) έχει για τον άνθρωπο μία χροιά ανυπαρξίας υποκειμενικότητας, μία χροιά αντικειμενικοποίησης των πάντων, ακόμη και του εαυτού, αντί να αντιλαμβάνεται το σύνολό τους ως μία οργανικότητα. Αυτή η οργανικότητα θα μπορούσε να άρει τη δυσαρμονία τόσο μέσα στον χώρο όσο και μέσα στον χρόνο με τη θνητότητα που επιφέρει, καθώς και ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο.

Μακριά ωστόσο από μας η κατάθλιψη και ο ατελεύτητος θάνατος, η αίσθηση ματαιότητας της ζωής, του αυθόρμητου και της ελευθερίας. Αυτός ο νους που προβάλλει ως ματαιότητα την ζωή, ακόμη και την παροδικότητα, είναι «φονέας του πραγματικού», όπως και αν την θεοποιεί.

Η φύση του πνεύματος είναι ευδαιμονία και η ευδαιμονία δεν προσεγγίζεται παρά μόνο μέσα από την εναρμόνιση Διαχρονικής Βίωσης, Αιώνιου Τώρα Πληρότητας και τόσο ενθαδικής, όσο και πανταχού παρουσίας, όπως και ευεργετικών χρήσεων-αβλάβειας με παραίτηση από την ιδιοτέλεια. Η ευτυχία γίνεται εκστατική, καθώς το άγος της επιθυμίας και η φοβική αγωνία είναι τα τελικά εμπόδια για την ευδαιμονική αντίληψη που δεν είναι ούτε παθητικότητα ούτε ουδετερότητα.

Η αντίληψη του πνεύματος είναι περιεκτική και απελευθερώνει την αίσθηση του κόσμου και του εαυτού από χρήση μέσα σε μια πληρότητα ευδαιμονικής συναυθυπαρξίας.  Αυτός είναι ο βιωματικός πυρήνας των μεγάλων θρησκειών και των σχολών αναζήτησης.

Όλο αυτό το ζήτημα είναι πραγματικά εξαντλητικό και μπορεί βασίμως να οδηγήσει τον άνθρωπο στο να θεωρήσει τα πάντα μάταια απέναντι ή στο πιθανολογούμενο μεγάλο με τη συνθλιπτικότητά του ή στο άγνωστο με το κρυμμένο απροσδόκητο σαν γρίφο ανεπίλυτο. Η ματαιότητα όμως οδηγεί αναπόφευκτα στην απάθεια ή ουδετερότητα ή στην ενεργό ιδιοτελή απόλυτη ταύτιση με αυτό που είναι ορατό. Το ορατό είναι ο εύκολος δρόμος, αν και οι αντιφάσεις του είναι επίσης ορατές, αλλά δυνητικά και φαντασιακά επιλυόμενες με τον γνωστό τρόπο του ανταγωνισμού, του φόβου και της σύγκρουσης. Ωστόσο, παρά τα παραπάνω, το ορατό δεν είναι άχρηστο και θα ήταν καίρια παράλειψη η αντίληψή του ως τέτοιου. Είναι το πεδίο της δοκιμασίας και της αποκάλυψης της φύσης των επιλογών μέσω των αποτελεσμάτων που αυτές προκαλούν. Είναι το πεδίο στο οποίο αποκαλύπτεται η σχέση μας με την ελευθερία, όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Και το πεδίο της αποκάλυψης της φύσης του και λειτουργίας του είναι ανοικτό για όλους μας, γιατί η οποιαδήποτε φαντασίωση για τελείωση αντίληψης ή αυθεντίας θα ήταν πραγματικά μάταιη.

Εφόσον λοιπόν δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί όλα ως μία οργανικότητα σε χώρο και χρόνο, τότε δεν μπορεί να αντιληφθεί ούτε τη σπουδαιότητα της παροδικότητας ως τέτοιας, γιατί μόνον μέσα σε αυτή την οργανικότητα μπορεί και αυτή να βρει το νόημά της. Τότε, όσο και αν θεοποιήσει αυτή την παροδικότητα, αυτό δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ένας κυνισμός, ένας κρυφός θρήνος γι’ αυτό που χάνεται αναπόφευκτα, μία πικρία εκδικητική ότι αφού η παροδικότητα είναι ένα – ανομολόγητο από αυτόν-  μηδενικό στην ουσία, τότε δεν υπάρχει τίποτε για να καταστραφεί ή να πεθάνει.

Αυτού του είδους η κατάθλιψη είναι μακριά από το πνεύμα, καθώς βέβαια και το πνεύμα είναι μακριά από μια νιρβανική χωριστικότητα από τον εκδηλωμένο και μαχόμενο κόσμο όλων των επιπέδων.

Δεν μπορεί κανείς να επιχειρήσει ορισμό του πνεύματος, γιατί η σταδιακότητα της συνείδησης στον χρόνο λογικά αποτρέπει από μια τέτοια δραματική και οριστική οριοθέτηση αυτής της έννοιας. Ωστόσο η αντίληψη δεν είναι μόνον νοητικά αναλυτική και οριστική, αλλά διαμορφώνεται μέσα από ισορροπίες διαφόρων διαπιστώσεων, εννοιών, επιλογών, αισθαντικότητας και νου και όλων γενικά των παραμέτρων που εμπλέκονται με τους αντιληπτικούς και συνειδησιακούς «μηχανισμούς» του ανθρώπου σε σχέση και με τη φύση του εαυτού του και του υπερβατικού Εαυτού.

Όμως το πνεύμα ως υπέρβαση του γνωστού και των εξωτερικών ταυτίσεων είναι ένας παράγοντας συνθετικός και αφαιρετικός ταυτόχρονα (και αυτό πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, ότι δηλαδή σύνθεση και αφαίρεση ταυτίζονται). Αν λάβουμε υπόψη ότι το θεμελιώδες πρόβλημα του ανθρώπου είναι η σχέση του μέρους-ατόμου και της Ολότητας, μπορούμε να κατανοήσουμε τόσο τη δυσχέρεια επίλυσής του όσο και το εύρος των δυνατοτήτων αντίληψης και των διαφόρων ποιοτήτων της. Ως τέτοιος λοιπόν παράγοντας το πνεύμα δεν μπορεί παρά να συνθέτει σε ένα νέο άγνωστο όλο τη μερική αντίληψη μέσα στον χρόνο με την Συνείδηση που υπερβαίνει τον Χρόνο, καθώς και την τοπικότητα με την «πανταχού παρουσία». Βέβαια μπορεί να νομίζεται ότι έτσι το αδύναμο μέρος χάνεται μέσα στο παντού και το πάντα. Αλλά το Όλο δεν είναι άθροισμα μερών ούτε ανταγωνίζεται τον Εαυτό Του και δεν μπορεί να περιέχει στη φύση Του τέτοια βίαιη χρήση δύναμης ενάντια σε κάτι υποθετικό «άλλο». Αυτή η αντίληψη δια της εις άτοπον απαγωγής απόρριψης δεν μπορεί βέβαια να μας άρει στο επίπεδο αντίληψης του Όλου -και αυτό θα ήταν αστεία πλάνη, αν δεν ήταν προηγουμένως τόσο τραγική. Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να ορίσουμε εσχατολογικά όντας μέσα στο μέρος, αλλά μπορούμε και πρέπει να απορρίψουμε ότι αρνείται την Ολότητα ως Ενότητα, Αφαίρεση, Σύνθεση, Ανιδιοτέλεια. Η οποιαδήποτε άλλη αντίληψη για την Ολότητα ως δήθεν οριστικά εκπροσωπούμενη από την κοινωνία, το κράτος ή ο,τιδήποτε άλλο ανθρωποποίητο θα είναι επιβολή. Την Ολότητα μόνον εν ελευθερία μπορεί να επιχειρήσει κανείς να την προσεγγίσει κάπως, μια ελευθερία συνείδησης τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους.

Το πνεύμα λοιπόν υπό αυτή την έννοια είναι ευδαιμονία. Αλλά και η ευδαιμονία θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως κάτι πέραν της ανταγωνιστικής επιθυμίας ή της αδράνειας και της ουδετερότητας επειδή αυτές αποτελούν ουσιαστική περιχαράκωση της ατομικότητας.

Στο πνεύμα ο εαυτός παύει να είναι είδωλο και αντικείμενο του ίδιου του ανθρώπου, γιατί κάθε είδωλο είναι αντικείμενο και επομένως κάθε ταύτιση. Ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει στην πραγματικότητα ένα είδωλο για τον εαυτό του και ταυτίζεται με αυτό. Αυτό το είδωλο είναι αντικείμενο, παρά την σκληρή φροντίδα του να το δομήσει και να το συντηρήσει, ακόμη και παρά τα τυχόν προτερήματα του ειδώλου.

Xρήσεις με οριακό δυναμικό χαρακτήρα
Ας έρθουμε όμως στις χρήσεις που έχουν οριακό δυναμικό χαρακτήρα.

Η χρήση του κυβερνοχώρου και της γενετικής 
Η χρήση του κυβερνοχώρου, μια χρήση που μπορεί να είναι ανοικτή στην Δορυφορική Εποπτεία της Γης και του Κόσμου, σε εικονικές κατασκευές, σε άμεσες σχέσεις με τα κέντρα δύναμης και αποφάσεων, σε νανομηχανικά και μικροσκοπικά εργαστήρια και δεδομένα και σε επικοινωνίες χωρίς όρια. Μπορεί να είναι μανιακή και εξαρτησιογόνος και το θέμα μας είναι να βοηθήσουμε τον Κυβερνοχώρο ως πεδίο εξελικτικής ομαλότητας να ενταχθεί στον ψυχισμό και τα ανθρωπολογικά δεδομένα δημιουργικά και ομαλά και όχι να υποκαταστήσει θεμελιώδεις ανθρώπινες δεξιότητες χάριν και μόνον αδρανειακής ευκολίας, αποκρύπτοντας ακόμη περισσότερο την πνευματική προοπτική. Κάθε ευκολία που μειώνει το πνεύμα και τη συνείδηση γίνεται αρνητική και καταργεί τον σκοπό της γνώσης. Αυτή η άποψη είναι συνεπής και προς τα επιστημονικά δεδομένα που αποκαλύπτουν πως ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας τον κυβερνοχώρο δεν αποτυπώνει στη μνήμη τις πληροφορίες που παίρνει, αλλά το πού και πώς τις αποθηκεύει! Καταλήγει έτσι να έχει μία μηχανική χρηστική σχέση με την πληροφορία και όχι μία σχέση συνείδησης –χωρίς φυσικά να εννοούμε ότι είναι αναγκαίο όλο το πλήθος των πληροφοριών. Πόσο χρήσιμη είναι μία τέτοια πληροφορία; Το μέλλον θα δείξει. Αλλά απελευθέρωση της συνείδησης προς το κενό δεν είναι απελευθέρωση, είναι τύφλωση, η οποία όμως, λόγω της νομιζόμενης έλλειψης ορίων από σκοπό, νόημα και σχέση, μιμείται την ελευθερία και τη δυνατότητα της θέλησης για το απροσδόκητο.

Η χρήση επίσης του γενετικού πεδίου, η χρήση της φύσης και η χρήση των ανθρώπων, δεν πρέπει να αποκτήσουν την μονοδιάστατη προοπτική του μανιακού καταναλωτή, αλλά να εμπλουτίσουν τον ορίζοντα σχέσεων μέ ένα περίσσευμα ζωής της πνευματικότητας τόσο στην συλλογικότητα, όσο και στην ομαδικότητα και στην ατομικότητα των ανθρώπων και του κόσμου. Εδώ μπορούν να μπουν ζητήματα βιοηθικής, οικολογικής ισορροπίας, παγκόσμιας κληρονομιάς θεμελιωδών αγαθών και πολλά άλλα τα οποία έχουν εν μέρει θιγεί, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν έχουν θεσμοθετηθεί όντας νέα άγνωστα πεδία και πεδία συμφερόντων.

Το περίσσευμα όμως αυτό, αυτή η αφθονία, δεν μπορεί να προέρχεται από την χρηστική καθήλωση της συνείδησης των σχέσεων και της ζωής. Φυσικά δεν μπορεί να προέλθει ούτε από την επιθυμία, την ανασφάλεια και την απαγόρευση.

Η νομιμότητα της χρήσης, πέραν της βλάβης των λογικών ορίων ιδιοκτησίας (απαγόρευση κλοπής) και της βλάβης σε κοινά αγαθά, δεν πρέπει να είναι απαγορευτική.

Η χρήση του ελεύθερου χρόνου
Η διασκέδαση είναι τρόπος χρήσης του ελεύθερου χρόνου, αλλά το πρόβλημα είναι πως είναι και σχεδόν ο μοναδικός. Η διασκέδαση όπως είναι σχετίζεται με τη χαοτικότητα του «νοήματος» της ζωής ως δήθεν ανάλογη της ελευθερίας, της έλλειψης ευθύνης και της απουσίας επιρροής της ανάγκης. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που δεν γνωρίζουν τι να κάνουν με τον ελεύθερο χρόνο, αν και μπορούν να τον έχουν.

Ένας άλλος τρόπος χρήσης του ελεύθερου χρόνου είναι η αδράνεια.

Όλοι αποτελούν στρέβλωση.

Ο ελεύθερος χρόνος στην πραγματικότητα είναι «ψυχολογικός χρόνος» και θα έπρεπε να είναι αφιερωμένος στη συνειδησιακή ελευθερία από την επιρροή της ανάγκης, στην ίδια τη συνείδηση, χωρίς αυτό να αποκλείει την αναγκαία διασκέδαση. Η διασκόρπιση όμως του εαυτού, η έλλειψη επικοινωνίας και το ανόητο των διασκεδάσεων, βυθίζουν τον άνθρωπο ολοένα και περισσότερο στον κόσμο της ανάγκης, όχι μόνον γιατί τροφοδοτούν ένα σύστημα αντικειμενικής υπαγωγής σε αυτήν, αλλά και γιατί τον αδρανοποιούν συνειδησιακά, τη στιγμή που η συνείδηση είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε ορθή επιλογή δρόμου διαφυγής. Μια τέτοια διαφυγή βέβαια δεν μπορεί καθόλου να είναι μια φαντασίωση ή μια σφοδρή ιδιοτελής επιθυμία. Κάθε διαφυγή πρέπει να σχετίζεται με την ανάλογη ευθύνη απέναντι στην πραγματικότητα, αλλοιώς είναι ιδιοτέλεια, όσο και αν η απελευθέρωση φαίνεται ασυμβίβαστη με την ευθύνη.

Ο άνθρωπος και όλες του οι προσπάθειες αποσκοπούν στην ελευθερία από την ανάγκη, αλλά αυτές οι προσπάθειες λόγω αδράνειας και ιδιοτέλειας τον οδηγούν πάντοτε στον κόσμο της ανάγκης. 

Η χρήση του εαυτού
Η τάση του ανθρώπου για αντικειμενικοποίηση των πάντων είναι τόσο μεγάλη που καθιστά ακόμη και τον εαυτό του αντικείμενο προς εκμετάλλευση και μέσον υπερίσχυσης. Τουλάχιστον αυτό με το οποίο ταυτίζει τον εαυτό του. Η καλλιέργεια της φυσικής και ψυχολογικής εικόνας του τον καθιστά, συχνά άθελά του, αντικείμενο, όσο και αν αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτό και επιτυχημένο.

Η διαφήμιση από το άλλο μέρος είναι μέρος της χρήσης της εαυτότητας, της ανθρώπινης συνείδησης, ως αντικειμένου, γιατί στοχεύει στη συνείδηση, είναι επίμονη, δεν αποβλέπει σε γνησιότητα σχέσεων, είναι κερδοσκοπική πάση θυσία, δημιουργεί έναν χώρο ψευδαίσθησης και επιχειρεί να χειραγωγήσει εξουσιαστικά τον τομέα της αγοράς. Όμως ο τομέας της αγοράς δεν είναι τομέας αντικειμένων, αλλά τομέας ανθρώπινων σχέσεων, και αυτό δεν προβάλλεται μέσα από την μονομερή παρουσίαση των οικονομικών μεγεθών ανεξάρτητα από την επίδρασή τους στην πολιτισμική δυναμική. Είναι στην κυριολεξία μία μανία της αγοράς που έχει βασιστεί στην απουσία συνειδησιακής ενεργότητας του ανθρώπου, την οποία στη συνέχεια εντείνει ακόμη περισσότερο. Αποτέλεσμα αυτής της μανιακής παρουσίασης ευκαιριών, αγαθών και λοιπών είναι η μετά μανίας κατανάλωση που χρησιμοποιείται για να υποκαταστήσει τις ψυχολογικές και πνευματικές ελλείψεις της ζωής και να της προσδώσει νόημα μέσω των αντικειμένων που είναι δυνητικά περισσότερο διαρκή από τον άνθρωπο.

Αυτό το τελευταίο είναι και η απάντηση στο πρόβλημα της νηφάλιας αναγκαίας χρήσης, της απελευθέρωσης της χρήσης από τη μανία.

Η μανία χρήσης είναι θέμα παιδείας και θεραπευτικής ανάπτυξης των δυνάμεων του Εαυτού απέναντι στην αλλοτρίωση του Εγώ. Η έννοια της θεραπευτικής δεν περιλαμβάνει την τυραννία του «ορθού», αλλά μια φιλελεύθερη αυτογνωσία και παράλληλα μια αίσθηση κοινού μερισμού των αγαθών.

Το ζητούμενο είναι να αποκαλύψουμε την αφθονία ζωής και νοήματος στον κόσμο και τον εαυτό μας, μη ξεχνώντας πως το φαίνεσθαι είναι ερωτικό σε ιδέες και σε διαχρονικότητα ως περιπέτεια του Όντος και των όντων. 


Γιάννης Ζήσης
Ιωάννα Μουτσοπούλου

(Φωτό: wikimedia) 

22 Ιουλίου 2011

 

Social Media

Gallery

Διαφήμιση
Σόλων, για τη Σύνθεση και τον Οικολογικό Πολιτισμό - Copyright © 1990-2008 - Επικοινωνία