![]() This work is licensed under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-No Derivative Works 3.0 Unported License. |
| ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - O ΔΡΟΜΟΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ --- Σειρά Ζωή Συνείδηση Καθημερινότητα |
|
|
«Όλος» ο κόσμος μας αν και συνυφασμένος με το σώμα είναι συνείδηση. Είμαστε και ταυτιζόμαστε μέσα από την συνείδηση. Συνεπώς η συνείδηση είναι ο παράγοντας που θέτει στόχους και πρότυπα. Αν δεν τοποθετηθούμε απέναντι στη συνείδηση ορθά δεν θα τοποθετηθούμε σωστά πουθενά. Δεν θα έχουμε αντίληψη για το ουσιώδες διακύβευμα στο πεδίο των αιτιών του. Θα «αγνοούμε τον εαυτό και τον οίκο του». Για να αποφύγουμε την «γνωστική» και νοητική σύγχυση για το τι είναι συνείδηση μπορούμε να την ορίσουμε απ’ αρχής ως τρόπο αναφοράς ή τροπική αναφορά. Έτσι ερχόμαστε κοντά σε μια σύνθεση της Καντιανής προσέγγισης [1] με την υπερβατική επίγνωση του Χούσσερλ και την φασματική ανάδειξη και φύση της συνείδησης. Διατηρούμε όμως τον ορίζοντα ανοικτό και με λιγότερη δέσμευση. Αυτοδιακυβέρνηση και δεσμευτικό πεδίο πλάνης
Ελευθερία υπό τον όρο της αβλάβειας Τα εσωτερικά-υπερβατικά ψυχικά και κοινωνιολογικά πεδία αναφοράς μιας τέτοιας συνείδησης είμαστε εμείς και η ελευθερία μας υπό τον όρο της αβλάβειας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι έχουμε μια βαριά κληρονομιά προσκόλλησης σε είδωλα και διεργασίες αναφοράς. Η εργασία λοιπόν στην συνείδηση και στον εαυτό είναι αναγκαία και μετουσιωτικά επαχθής. Αν υπάρχει πεδίο, διάσταση, επίπεδο, κέντρο συνείδησης, ή ακόμη διεργασία, τρόπος ή αναφορά που να είναι «βαθύτερη» ή «υψηλότερη» από περιοριστικές συνιστώσες -όπως είναι ο χρόνος, ο τρόπος ή οι οντολογικά μηδενιστικές δεσμεύσεις- τότε σαφώς πρέπει να αναζητηθεί και να μελετηθεί. Αυτό αποτελεί τον ορίζοντα Ελευθερίας, Απελευθέρωσης και Δικαίωσης της συνείδησης και της ταυτότητας στο μέρος και το Όλο. «Μα αν υπάρχει μια κατάσταση όπου η ψυχή βρίσκει ένα στήριγμα αρκετά γερό για να αναπαυτεί ολόκληρη και να συγκεντρώσει εκεί όλη της την ύπαρξη, χωρίς να έχει ανάγκη να θυμηθεί το παρελθόν ή να πηδήξει στο μέλλον,... Το τέλος της συνειδησιακής στενότητας, μιζέριας και αθλιότητας
Αν η συνείδηση είναι η βάση για την αντίληψη του Χρόνου γιατί να μην είναι και η βάση για την υπέρβασή του; Αν η συνείδηση μας έκλεισε σ’ ένα καβούκι χωριστικότητας και ψευδαίσθησης σαν «αδηφάγος σκαραβαίος» γιατί να μην μπορεί να μας ανοίξει στο Άπειρο του Ενιαίου Εαυτού, του Ενός Εαυτού και Κόσμου, πέρα από την τραγική ιδιοτέλεια και τα πάθη της, σε εκστατική και απελευθερωτική άνευ αιτίας χαρά, σε χαρωπή σχέση με μια νέα και ακατάβλητη αίσθηση ομορφιάς και αφθονίας; Μια τέτοια συνείδηση δεν θα έβλαπτε μέσα από καμία διαχειριστική ανάγκη, καθώς δεν θα έχανε την αίσθηση της δικαιοσύνης, ούτε την διανοητική οξυδέρκεια και την ουσιαστική αποτελεσματική μεθοδικότητα. Οι ικανότητες αυτές παραμένουν ενστικτώδεις σε μια συνείδηση που επιλύει τον φόβο της εκμηδένισης και διαθέτει αφθονία κινήτρου και σχέσης με την πραγματικότητα. Είναι εκτενέστερη, ζωτικότερη, ελεύθερη και απελευθερωτική. Δεν ήρθε η ώρα για το τέλος της συνειδησιακής στενότητας, μιζέριας και αθλιότητας; Μια ανάλογα νέα συνείδηση, μια αναζωογονητική συνείδηση δεν αποτελεί και μια νέα αφετηρία για την θεραπεία των βαθύτερων όπως και των εξωτερικών πλανητικών προβλημάτων; Μια τέτοια συνείδηση δεν καθίσταται μέρος των προσωπικών, ομαδικών και παγκόσμιων προβλημάτων. Αντίθετα μια τέτοια συνείδηση καθίσταται θεραπευτής των προβλημάτων και υπηρέτης του Υπάρχοντος Όλου. Από την ώρα που ακόμη και με την περιοριστική αντίληψη της τρέχουσας ιατρικής, νευροεπιστήμης, ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα αποτελούν ουσιώδεις φορείς οργανικής ανάδρασης και διακυβέρνησης δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε από μια διακριτική και φιλική στην επικοινωνία νέα συνείδηση. Δεν είναι πραγματικά νέα συνείδηση εκείνη που χαρακτηρίζεται από ένα αδιάκριτο «αισιόδοξο» ολοκληρωτισμό θετικότητας ως προς την έκβαση των κρίσεων και της δοκιμασίας των μορφών. Είναι φανερό πώς πίσω από μια συνείδηση που είναι «σταθερά» αισιόδοξη και «θετική» στη σκέψη και που επενδύει στο αδιάκριτο «καλώς έχειν» των μορφών –παραβλέποντας τους προφανείς κινδύνους- συνήθως κρύβει ένα φόβο, μια κρυμμένη αφετηρία από τις τραγικές ιδιοτέλειες μας και τις τραγικότητες της κοινωνικής φύσης και του κόσμου. Μια τέτοιου είδους «αισιοδοξία» υποχρεώνεται συχνά σε μεταπτώσεις και έχει κρυμμένη διπολικά την μανία και την κατάθλιψη. Χρειαζόμαστε το πέρασμα της Ίριδας [4] από τον κόσμο των παροδικών μορφών προς μια διαφορετική συνείδηση ή αναφορά στην ύπαρξη. Χρειαζόμαστε την Ανταχκαράνα ή το Ουράνιο Τόξο του Πνεύματος. Υπό αυτή την διάσταση μπορούμε στο βάθος της συνείδησης να προσεγγίσουμε -με νέα καθαρότητα- την θέληση, τον σκοπό και την οντότητα μέσα στην Ενότητα της Πραγματικότητας. Σαφώς λοιπόν χρειάζεται εργασία ή ορθή ασκητική της συνείδησης με Χαρά, με ζωτική αίσθηση ομορφιάς της ύπαρξης και με νέα αίσθηση ζωής. Το βάθος αυτής της συνείδησης αποτελεί μια βαθιά συμφωνία με την αίσθηση του Πραγματικού, ελεύθερη από τις επιθυμίες. Έτσι αναδεικνύεται μια βαθιά αίσθηση ειρήνης. Ταυτόχρονα όμως αυτό το βάθος είναι αναιρετικό, αφαιρετικό, δεν δεσμεύεται στην αδράνεια και κυρίως στην επιθυμία της, Αυτό το αφαιρετικό βάθος δεν δεσμεύεται συνεπώς στην μορφή και αποτελεί την βαθιά δύναμη αλλαγής που συνδυάζει τον ευαίσθητο μερισμό και την διακριτική ελευθερία. Έτσι λοιπόν μια βαθιά ειρήνη επιφέρει βαθιές αλλαγές, αποστατικοποιεί -ποιοτικά και σιωπηλά- την ίδια την συνείδηση. Με Χαρά λοιπόν χωρίς επιθυμία, βουλιμία, αδημονία αναφοράς και γνώσης σε αποτελέσματα. Έτσι θα ανακαλύψουμε την προοπτική συνειδητότητας και σχέσης. Όσοι «μπορούμε» ας το επιχειρήσουμε στον δρόμο της Εσωτερικής Μερισματικής Ανάδειξης του Όντος και της μεταμόρφωσης της καθημερινής ζωής και του ειδωλοποιημένου συστήματος. Επιγραμματικά
Αναφορές [2] Ρουσσώ Ζαν Ζακ, Οι ονειροπολήσεις του μοναχικού οδοιπόρου, 1990, εκδόσεις Ι.Ζαχαρόπουλος & Σια Ο.Ε, σελ 88 [3] Μια φράση που αποδίδεται στον φιλόσοφο Εμμανουήλ Καντ και εκφράζει τη στάση του απέναντι στην αποτυχία της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Καντ ήταν υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης και βασικός φιλόσοφος του Διαφωτισμού. Με αυτή του τη φράση στην ουσία είπε πως η αποτυχία της επανάσταση δεν είναι λόγος επιστροφής στο παλιό καθεστώς αλλά αντίθετα ανάγκη να την «ξαναεπιχειρήσουμε!» [4] Η Ίρις ήταν κατά την ελληνική μυθολογία δευτερεύουσα θεότητα του Ολύμπου, αναφερόμενη και ως μία από τις Άρπυιες. Ανήκε στην ακολουθία των θεών με καθήκοντα αγγελιαφόρου όμοια με εκείνα του Ερμή. Οι αρχαίοι Έλληνες φαντάζονταν την Ίριδα ακριβώς όπως αγιογραφούνται σήμερα από τους χριστιανούς οι αρχάγγελοι: Νέα με πλούσιο βραχύ χιτώνα, με μεγάλες πτέρυγες στους ώμους και χρυσά φτερωτά σανδάλια φέροντας στο χέρι το κηρύκειο, όπως ο Ερμής. Ήταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα, γνωστή ως πιστή και γοργοπόδαρη αγγελιοφόρος των θεών. Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό για να μεταφέρει από τη Στύγα σε χρυσή υδροχόη, το για τον όρκο των θεών «ιερό ύδωρ» χαρασσόταν επτάχρωμος. Με την ορμή της βροχής έφθανε από τον Όλυμπο στη γη ή στη θάλασσα προκειμένου να παρακολουθήσει και να βοηθήσει την επίτοκο Λητώ όταν κατ΄ επιταγή της ζηλότυπης Ήρας «ουδείς τόπος φωτιζόμενος από τον Ήλιο» τη δεχόταν, ή όταν έσπευσε να παραλάβει τη Θέτιδα και να τη φέρει στον Πηλέα. Ημερομηνία ανάρτησης: 15 Νοεμβρίου 2011 |