![]() This work is licensed under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-No Derivative Works 3.0 Unported License. |
| ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ --- Σειρά Παλιά & Νέα Εποχή |
|
|
| Παρασκευή, 10 Δεκέμβριος 2010 13:56 |
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε φευγαλέα ένα ενδεικτικό φάσμα οργανώσεων και προσώπων που εκπροσωπούνται από κουλτούρες οι οποίες συνήθως αποκαλούνται ως «εναλλακτικές», «συγκριτικές» ή «Νέας Εποχής». Όπως συμβαίνει σε κάθε ρεύμα σκέψης έτσι και αυτό της Νέας Εποχής, χρωματίστηκε αναπόφευκτα –στις περισσότερες περιπτώσεις- από την περιορισμένη φαντασία και τους ψυχολογικούς και μορφωτικούς περιορισμούς των ηγετών και των υποστηρικτών. Βασικό σημείο αποτελεί η περιορισμένη ερμηνεία για το τι είναι η πνευματικότητα και ποιο είναι το έργο του πνευματικού ανθρώπου. Σε μια συζήτηση για αυτούς τους περιορισμούς προσπαθεί να συμβάλει αυτό το άρθρο.Ο περιορισμός της έννοιας της πνευματικότητας Ένα ζήτημα που επιβαρύνθηκε στην παρουσία του από προβολές του απωθημένου υλικού του ανθρώπινου ασυνείδητου αφορά την ερμηνεία που δόθηκε σχετικά με την δοξασία των Διδασκάλων της σοφίας ή της Πνευματικής Ιεραρχίας. Δόθηκε μια ερμηνεία η οποία χρησιμοποιούσε το θρησκευτικό μονοδιάστατο πρότυπο. Οι πνευματικά εξελιγμένοι άνθρωποι, προσεγγίστηκαν μονοδιάστατα ως προς τη φύση τους, τη λειτουργία τους και το έργο τους. Παρουσιάστηκαν ως θαυματοποιοί και η ύπαρξή τους αυθαίρετα παρουσιάστηκε με όρους θρησκευτικής παράστασης, πράγμα ελάχιστα αληθινό καθώς το πνεύμα πάντα υπηρετούσε τον εαυτό του μέσα στην ιστορία μέσα από όλες τις δράσεις του. Πόσο πνευματικό είναι το έργο του Ερρίκου Ντυνάν! Πόσο πνευματικό είναι το έργο ενός φιλοσόφου όπως ο Πλάτωνας ή ενός επιστήμονα όπως ο Αρχιμήδης! Είναι αληθινά πνευματικό έργο. Είναι πνευματικό το έργο του καλλιτέχνη. Είναι πνευματικό το έργο του ανθρώπου που μέσα από την οικονομική του δραστηριότητα λειτουργεί ανιδιοτελώς. Αυτή η όψη της πραγματικότητας αγνοήθηκε. Δεν κατανοήθηκε ότι οι πλείστοι από τους αναφερόμενους Δασκάλους θα μπορούσε να είναι γνωστά ονόματα της ιστορίας που έκαναν το έργο τους στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στη φιλοσοφία, στην τέχνη, στον πολιτισμό, στην επιστήμη και ενίοτε και στη θρησκεία. Αυτό λειτούργησε έτσι, γιατί κυριάρχησε ο κοσμοθεωρητικός ναρκισσισμός των «ημέτερων», των «περιούσιων" που αναγνωρίζονται μεταξύ τους ασκώντας μια «θεσμική» και όχι απελευθερωτική αυθεντία πάνω από τους άλλους. Είναι το σύνδρομο του περιούσιου, του αυταπατημένου «μυημένου» που έχει ανάγκη από μια ιδιαίτερη δική του γλώσσα και σημεία αναγνώρισης, τα οποία σε τελική ανάλυση είναι πάντα συμβολικά και εξωτερικές τελετουργίες μηδαμινής αξίας μπροστά στη βιωματική που αντιπροσωπεύουν. Η ίδια παθογένεια που εμφανίστηκε συχνά στις εκκλησίες σταδιακά αναπαράχθηκε στο πεδίο αυτών των οργανώσεων. Το διαμεσολαβητικό σώμα, δεν είχε παρά ελάχιστα κοινά με τη συνήθη θρησκευτική και αποκρυφιστική παρωδία που τους αποδόθηκε. Μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αυτή τη σύμμειξη του ανθρώπινου με το θείο. Αυτό ήταν εγγενές στις ίδιες θρησκείες με όλη την εμφατικότητα του Χριστού και των Πατέρων της Εκκλησίας. Τελικά, ο μονοφυσιτισμός ή ο μονοθεϊτισμός μας παρέμεινε στο βάθος μας. Το ίδιο ισχύει και για πιο συλλογικά σώματα και για εξιδανικεύσεις του βίου και της ιστορίας. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η πνευματική έκφραση και η πνευματική προσωπικότητα μετέχει στην ατέλεια. Αυτό δεν μας «νομιμοποιεί» να αισθανόμαστε εύκολα ανώτεροι κάποιου σπουδαίου ηθικού προσώπου της ιστορίας μόλις εντοπίζουμε κάποιο ψυχολογικό στοιχείο μη τόσο κοινωνικά αρμονικό σε αυτούς, ούτε και το ότι εμείς θα μπορούσαμε εύκολα να επιχειρήσουμε το έργο τους. Ποιος θα μπορούσε π.χ. να γίνει Αβραάμ Λίνκολν; Πρέπει να σημειώσουμε ότι αν απογύμνωνε κανείς τους Δασκάλους από αυτή την κατά φαντασίαν θεοτικότητά τους και από αυτό το πεδίο των ανεξάντλητων ψυχικών δυνάμεων, προφανέστατα θα αυξάνονταν πάρα πολύ οι διεκδικητές του χαρακτηρισμού «Διδάσκαλος» λόγω του ισχυρού πνευματικού ναρκισσισμού των ανθρώπων. Δεν υπάρχει μέτρο στη βλακεία -όπως λέει και ο Βίνερ- που μπορεί να φτάσει κάποιος όταν σκέφτεται κανείς για πολύ καιρό μόνος του. Δεν υπάρχει διαφάνεια γύρω από τα θέματα της μεταβατικής και της διαχρονικής ταυτοποίησης των υποκειμένων στον χώρο του εσωτερισμού ούτε η υπομονή βέβαια να ακούσουμε τη γραφική ιστορία του καθενός. Είμαστε συνήθως απορροφημένοι από τον εαυτό μας είτε κριτικά, είτε εξωραϊστικά, είτε ναρκισσιστικά, είτε κριτικά απέναντι στους άλλους. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι «κανόνες του δρόμου» όπου κάνουν λόγο για την αμοιβαιότητα στην αναγνώριση της ποταπότητας και για την ανάγκη λιτότητας μέσω της οποίας πρέπει να βαδιστεί ο δρόμος έτσι ώστε οι αναγνωρίσεις της ποταπότητας να μην αποκτήσουν έξεις και κυριαρχικότητες πάνω σε αυτούς που προβαίνουν σε αυτή την ψυχολογική, ψυχαναλυτική διαύγαση. Η επίκληση του φυσικού ανθρώπου για την επίτευξη του απλού ανθρώπου από τον Χριστό στον Ουΐτμαν και τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ και τον Αβραάμ Λίνκολν, είναι ένα σημαντικό ζήτημα επιστροφής στην αθωότητα και τελικά στη φυσικότητα και όπου παραιτείται κανείς από ναρκισσισμούς του μπροστά στην παιδικότητα που εμφανίζεται στο Ευαγγέλιο ως προνομιακή, για την είσοδο στο Βασίλειο των Ουρανών. Όλα όσα είπαμε δεν αποκλείουν τη σημαντικότητα της προσωπικότητας κάποιου αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται αποδεκτό ένα θέατρο σεβασμού, εξουσίας και γοητείας. Το ζητούμενο επίσης δεν είναι να διακρίνει κανείς κατ’ ανάγκην τη σημαντικότητα μιας προσωπικότητας. Το κύριο πρόβλημα είναι να αναδειχθεί αυτή μέσω μιας συνεπούς -απέναντι σε αρχές- συστημικής θεώρησης και τελικά σε αλληλέγγυο έργο αρωγής με ρυθμό απέναντι στην ανθρωπότητα, στη φύση και απέναντι σε όλο το πλανητικό τοπίο.
Υπάρχει μεγάλη ανάγκη να γραφτεί -με όρους διακριτικούς- το που βρίσκεται το πεδίο της ανάγκης της εξέλιξης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρεμβαίνει κανείς μηχανιστικά στις διαδικασίες της. Έτσι, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι υπάρχει μια τεράστια ανάγκη από αναλύσεις του οικονομικού προτύπου του ανθρώπου και του συστήματος. Ότι αυτό το εγχείρημα θα πρέπει να περάσει από μια διαδικασία στοχασμού. Ενώ όμως ο στοχασμός είναι εύκολος όταν σταματά στην κριτική και παραμένει σχετικά εύκολος όταν αρκείται σε εξωραϊσμένες ουτοπικές λύσεις μικρής κλίμακας ή χαμηλής οικονομίας που θα λέγαμε ήπιας οικονομίας δεν συμβαίνει το ίδιο όταν καλείται να δώσει πρακτικές και βιώσιμες λύσεις. Προϋποθέτει μεγάλη σοφία η πρόταση οποιασδήποτε λύσης σε ένα αβυσσαλέο τοπίο χωριστικότητας, φόβου και επιθετικού ανταγωνισμού που εξακολουθεί να αποτελεί το ψυχολογικό υπόστρωμα του πολιτισμού μας . Η μεγάλη δυσκολία και ανάγκη εντοπίζεται στο πώς ο στοχασμός θα παρέμβει με έναν όρο ρεαλιστικό στο πεδίο της οργανωμένης ιδιοτέλειας. Η πρόκληση για κάθε στοχασμό ουσιαστικής ιδέας γύρω από την αλλαγή του οικονομικού συστήματος εντοπίζεται: Υπάρχει υποτίθεται το εργατικό κίνημα, το οποίο εάν αναγεννηθεί θα μπορούσε να αποτελέσει έναν σπουδαίο πνευματικό ρόλο για τν μετάβαση του πολιτισμού στο επόμενό του βήμα. Ποια είναι η συμμετοχή των πνευματικά –υποτίθεται- σκεπτόμενων ατόμων σε αυτό το πεδίο; Πόσοι νομίζουν ότι πράττουν το καθήκον τους μόνο και μόνο επειδή ενεργούν με τον ίδιο τρόπο που ενεργούν οι ομοϊδεάτες τους; Και καλά πάει το πνευματικό franchising. Υπάρχουν άλλα μείζονα προβλήματα τα οποία οι άνθρωποι του πνεύματος τα αγνοούν γιατί δεν μελετούν. Απαιτείται εργώδης διανοητική προσέγγιση παράλληλα με την ανάπτυξη της ενόρασης. Εδώ βέβαια συναντάμε ένα άλλο πρόβλημα, αυτό της θεμελιώδους σύγχυσης που επικρατεί γύρω από το τι είναι η ενόραση. Υπάρχει μια φαντασίωση νοητικότητας και υπέρβασης των συναισθημάτων επειδή υπάρχει «επάρκεια» καλής θέλησης, ευαισθησίας, αγάπης, υπαρξιακής βίωσης, ενδεούς ασάφειας και αισθησιακής απλοϊκότητας. Αυτή η φαντασίωση που μετέρχεται μεταφυσικών παραστάσεων εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως ενόραση ή πνευματικότητα. Μεγάλες αυταπάτες και πλάνες που σχετίζονται με τον όρο «ενόραση» θα είχαν διασκορπιστεί εάν είχε μελετηθεί έστω και μικρό της εργασίας των φιλοσόφων Ανρί Μπερξόν ή του Χούσσερλ. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να κατανοηθεί κάπως καλύτερα η κοινωνική και οικονομική θεωρία της διακυβέρνησης και του δικαίου. Θεωρητικά, εφόσον οι ζηλωτές του πνεύματος επιδιώκουν κάτι για όλα, θα πρέπει να αποκτήσουν έναν βαθύ εγκυκλοπαιδισμό με την έννοια της εγκυκλοπαίδειας του Διαφωτισμού και όχι με την έννοια της σημερινής παραθετικής λεξικολογικής αναφοράς. Πρέπει να εξαγγείλουν νέα πράγματα με μια νέα πιο ανιδιοτελή μορφή προσευχής ή επίκλησης, να εξαγγείλουν την διαχρονική παρουσία αυτών που προσδοκούν οι λαοί, των μεγάλων πνευματικών όντων του στίβου της ζωής. Να εξαγγείλουν επίσης ένα Σχέδιο, ένα όραμα για να εργαστούν για την αντιμετώπιση του ολοκληρωτισμού. Και αυτό απαιτεί μια αφαιρετική σκέψη, μια κινητοποίηση της διαλεκτικής στον διάλογο, στη δημόσια επικοινωνία και στη βιωματική. Ταυτόχρονα, πρέπει να εργαστούν σε ειδικά πεδία με βάθος, διεισδυτικότητα και αποτελεσματικότητα δοκιμάζοντας τις συνθήκες στην πράξη -ένα τέτοιο εγχείρημα είναι αυτό του Έρβιν Λάζλοου- με όρους διαψευσιμότητας των προσδοκιών. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση της Αλίκης Μπέιλι. Ενώ το έργο της απαιτούσε μια συνθετική κοσμοθεώρηση -παρά την εξειδίκευση την οριακή- ταυτόχρονα ανοιγότανε μπροστά σε συστημικά πεδία του πολιτισμού και του ανθρώπου. Βέβαια ακόμη και μια τέτοια στάση θα προκαλέσει επικρίσεις, αντιδράσεις, μεμονωμένες επιθετικότητες που αποσπούν και παραμορφώνουν κάποια στοιχεία μειωμένης αυτοθυσίας και παραδειγματικότητας Το τελευταίο σημείο προβλήματος είναι ότι το χρήμα και η επωνυμία λειτουργούν με όρους μειωμένης αυτοθυσίας και παραδειγματικότητας. Δεν πρέπει να θεωρούνται ως πεδία ιδιοποίησης. Πρέπει να αποδίδουν στο κοινωνικό πεδίο πλήρως να έχουν πεδίο απόδοσης τους και ολοκλήρωσης τους τον εξελικτικό μερισμό. Το πρόβλημα είναι όπως το έθεσε ο Πλάτωνας στον Μενέξενο: «παν πλήθος και πας πλούτος αρετήν υπείκει» και όταν λέμε για πλούτο μιλάμε και για τον πλούτο συνείδησης για όλες τις στιγμές της συνειδητότητας αλλά και για όλο τον πλούτο τον κοινωνικό, τον οικονομικό και για καθέναν, και αυτό χωρίς να αναζητήσουμε ποιος θα είναι το κέντρο σε αυτό το δίκτυο αναγνώρισης και συνεργασίας, συνεισφοράς. Κάποιοι όπως ο ψυχολόγος Assagioli ή ο φιλόσοφος Ράϊζερ διέθεσαν το ακαδημαϊκό τους κύρος για να υπηρετήσουν αυτές τις προθέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Ταυτόχρονα ένα τέτοιο σύστημα απαιτεί μια εσωτερική βιωματική δημιουργικότητα και δυναμική αντί να λειτουργεί με απλοϊκότητες που το υποβαθμίζουν έναντι της ποιότητας και της περιεκτικότητάς του. Αυτή η ανιδιοτελής στάση πρέπει να τίθεται όχι ως σημείο συνδιαλλαγής για μια ευτυχή διαβίωση αλλά ως σημείο απάρνησης και αφθονίας διακονούσης την ανάγκη. Σίγουρα υπάρχουν πολλές περισσότερες υβριδικές προσωπικότητες -και όπως θα έλεγε και ο Άμλετ στον Οράτιο- που μπορεί να φανταστεί κανείς οι οποίες λειτουργούν ως όψεις του Ιανού σε αυτή την κινηματική αλλά και σε όποια κινηματική άλλη δυναμική. Δεν πρέπει να επηρεαστούν από αυτό. Πρέπει να κοιτάξουν να περιορίσουν τον αρνητικό απόηχο τέτοιων στάσεων, την αποδομητική ισχύ της ασυνέπειας αλλά ταυτόχρονα κυρίως να αναδείξουν με καλή θέληση τη συνεργατικότητα και την εμπιστοσύνη με διαφάνεια και με την εξυπηρέτηση της ανάγκης στην εποχή μας. Σε όλα αυτά ας μην ξεχνάμε ότι η σχέση της εξέλιξης ή της μαθητείας είναι διαρκής και ταυτόχρονα η σχέση με το υπερβατικό είναι οικεία και δεν εμφιλοχωρεί ο φόβος ή ο σεβασμός αλλά η αγάπη όπως έλεγε και ο Απόστολος Ιωάννης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι εναλλακτικές κουλτούρες ή κοσμοθεωρίες καλούνται να ισορροπήσουν εποικοδομητικά. Καλούνται να συνηγορήσουν με ό,τι καλύτερο από πλευράς της επιστήμης, να ανοίξουν νέους τομείς συνεργώντας με τη φιλοσοφία, αφομοιώνοντας και αναγορεύοντας από το πεδίο των θρησκειών σημαντικές συνιστώσες αρχαίας σοφίας και εξελικτικής προοδευτικότητας και κατανοώντας –αναστοχαζόμενοι- το πολιτικό-οικονομικό σύστημα για να γίνει πιο δίκαιο απελευθερωτικό, μερισματικό και αειφορικό στον κόσμο. Καλούνται ταυτόχρονα να εξυπηρετήσουν την πνευματική ανάγκη που συνδέεται με τη συνολική πνευματικοποίηση της ανθρωπότητας, με την υπέρβαση του ατομισμού μέσω της ομαδικότητας –όχι μαζικότητας- με την υπέρβαση της διανοητικότητας μέσω της ενόρασης, την πραγμάτωση της ατομικότητας και της εξελικτικής διανοητικότητας σε μια σχέση πιο γόνιμη, πιο εξελικτική σχέση μεταξύ νοόσφαιρας και βιόσφαιρας που να εναρμονίζεται με τη δικαιϊκή ενάργεια και τη θετικότητα του λόγου. Στον δρόμο αυτό οι ζηλωτές του πνεύματος καλούνται να μην είναι παθητικοί και ανώνυμοι καταναλωτές των ιδεών, αλλά δραστικά ενεργοί και πρωτοβουλιακοί στην επικοινωνία και τη συνεργασία. Όσον αφορά την προσφορά εκ μέρους των υπηρετητών του κοινού καλού αυτή να προσφέρεται χωρίς προσδοκίες για οφέλη στην προσωπική ζωή περισσότερα από τον ανθρώπινο μέσο όρο, ούτε σε σχέση με το μήκος ζωής, ούτε περισσότερες ευκαιρίες αναγνωρισιμότητας ή οτιδήποτε άλλο και ταυτόχρονα με αναζήτηση των δρόμων εξέλιξης του πνεύματος. Η στάση που καλούνται οι ζηλωτές του πνεύματος να εκφράσουν είναι, να ενεργούν χωρίς καμία ιδιοτελή προσδοκία και με ζωηρότητα πνευματική μέχρι τελευταίας στιγμής. Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας Διαβάστε επίσης: |