![]() This work is licensed under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-No Derivative Works 3.0 Unported License. |
| ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ & ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ --- Σειρά Παλιά & Νέα Εποχή |
|
|
| Τρίτη, 07 Δεκέμβριος 2010 16:54 |
Αντίθετα με ότι συχνά πιστεύεται η προσδοκία σε μια Νέα Εποχή θα μπορούσε να θεωρηθεί αρκετά παλιά. Γενικά η προσδοκία σε μια Νέα Εποχή μπορεί να αποδοθεί με όρους οριοθέτησης που προηγούνται η έπονται των ιστορικών σταθμών της ιστορίας, του ανθρώπου και του πολιτισμού. Για παράδειγμα η Προσωκρατική περίοδος αποτελεί ένα τέτοιο ορόσημο τόσο υπό την έννοια της Δυτικής όσο και της Ανατολικής σκέψης και κοσμοθεώρησης. Οι «κρυμμένοι» Χρυσοί Αιώνες Ο 13ος αιώνας μ.Χ. είναι ένας αιώνας γεμάτος από σημαντικές φυσιογνωμίες. Πέρα από τους Μογγόλους -που διευθέτησαν γεωστρατηγικά πολλά ζητήματα- αναδείχθηκαν: ο Σεμς και ο Ρούμι στη Μέση Ανατολή, ο Φραγκίσκος της Ασίζης στην Ιταλία, ο Αλμπέρτος ο Μέγας, ο Ρογήρος Βάκωνας και άλλοι. Αντίστοιχα μετά το 1400 μ.Χ. εκφράστηκαν πολλοί δημιουργοί -κατά κύματα και ως όμιλοι- του νεώτερου πολιτισμού που άφησαν την σφραγίδα τους με την Αναγέννηση, με το Ουμανισμό, με την Μεταρρύθμιση, με την Νέα τέχνη και την Νέα επιστήμη. Στη φιλοσοφία και στην πολιτική, είδαμε τον Διαφωτισμό, την εγκυκλοπαίδεια, τον φιλελευθερισμό, τον ωφελιμισμό, τη Γαλλική και την Αμερικάνικη Επανάσταση. Μετά τον ρομαντισμό είδαμε τη βιομηχανική επανάσταση, τον σοσιαλισμό, τα εναλλακτικά ρεύματα σκέψης στον χώρο της θρησκείας και του αποκρυφισμού, τα κοινωνικά κινήματα, τον φεμινισμό και τα κινήματα αρωγής όπως ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός κ.λ.π.
Επίσης είδαμε να λειτουργούν οι αντινομίες των Μογγολικών Βασιλείων, των επιγόνων του Τσέκινς Χάν. Είδαμε αυτά να εξελίσσονται σε πεδία ακμής νέων πολιτισμών. Επίσης είδαμε την μεταπτωτικότητα να είναι καθοριστική -εσωτερικά και στις σχέσεις- ανάμεσα στον αρχικό Αραβικό Ισλαμικό επεκτατισμό, στον Αραβικό Διαφωτισμό και μεταγενέστερα σε όλη αυτή τη δίνη της εξαντλητικής βαρβαρότητας των Σταυροφοριών των θρησκευτικών πολέμων και στη φονταμενταλιστική Αναγέννηση του Ισλαμισμού στην Σαουδική Αραβία και του Σουδάν. Η εναλλαγή της οπισθοδρομικότητας και της προόδου ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική και αυτό είναι κάτι που φαίνεται και στην νεωτερικότητα. Οι διαστάσεις αυτής της εναλλαγής συνηγορούν σε αυτό που έλεγε ο Καρλάυλ, ότι ο πολιτισμός είναι έτοιμος να κατασπαράξει ως βαρβαρότητα τα όντα. Η εποχή της νεωτερικότητας –στην οποία ανήκει η περίοδος του Μεσοπολέμου, η εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και η αποκαλούμενη Μεταπολεμική- έχει και αυτή τα σκοτεινά της σημεία, τα οποία δεν είναι τόσο ευδιάκριτα. Πολύ συχνά, στην καταγραφή της ιστορίας εκείνο που κυριαρχεί είναι ένα θέατρο εντυπώσεων.
Ο ένας πόλος ήταν η ελληνορωμαϊκή θεολογία και θρησκεία. Ο δεύτερος πόλος ήταν οι θρησκείες της Μέσης Ανατολής από την Αίγυπτο ως τη Μεσοποταμία. Ο τρίτος πόλος ήταν ο Ιουδαϊσμός με διαφοροποιημένα μονοθεϊστικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Ο τέταρτος πόλος βρισκόταν στα κύρια φιλοσοφικά ρεύματα που από την αρχαία Ελλάδα είχαν αρχίσει να διαφοροποιούνται από την ταύτισή τους με την θρησκεία. Μεγάλα τέτοια ρεύματα όπως ο Πλατωνισμός και ο Στωικισμός ήταν αρκετά ισχυρά στην επιρροή τους μέσα από την επίδραση που είχαν σε ελίτ της εποχής κυρίως βέβαια στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, των Πατρικίων και της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης. Ταυτόχρονα υπήρχε το ζήτημα της ανάγκης για ένα κοινωνικό μετασχηματισμό ο οποίος δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί -με τη γεωπολιτική αλλαγή- ύστερα από την αποτυχία της Επανάστασης του Σπάρτακου και από τις αλλεπάλληλες εσωτερικές αποτυχίες της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας με τους Ρωμαϊκούς Εμφύλιους Πόλεμους και τις κρίσης διακυβέρνησης της. Η ανάγκη για ένα κοινωνικό μετασχηματισμό υπονομευόταν μάλιστα από την κουλτούρα του «άρτου και των θεαμάτων» του Κολοσσαίου η οποία καλλιεργήθηκε ως μέσο κοινωνικού ελέγχου. Αυτή η κουλτούρα είχε αρχίσει να αναπτύσσεται -εν μέρει- από την εποχή του Ταρκύνιου και έλκει την καταγωγή της στις πρακτικές της αρχαίας Κορίνθου και των ελληνιστικών βασιλείων κυρίως των Σελευκιδών. Έτσι θα έλεγε κανείς εμφανιζόταν μια κοινωνική κατάσταση η οποία δεν μπορούσε να αλλάξει ιστορικά εξωτερικά παρά τις όποιες εξωτερικές πιέσεις των Γερμανικών και των Μογγολικών -σταδιακά εισερχόμενων- φυλών. Μπορούσε όμως να αρχίσει να αλλάζει ψυχολογικά και ανθρωπολογικά οπότε κάποια στιγμή έγινε μια καινοτομία που λειτούργησε συνδυαστικά τόσο σε σχέση με τη μετατόπιση και με την αλλαγή του Ιουδαϊσμού όσο και με την απορρόφηση στοιχείων της ελληνιστικής φιλοσοφίας και του συγκριτικού θρησκευτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζούσε. Χαρακτηριστικοί κύκλοι της καινοτομίας του Χριστιανισμού αποτέλεσαν ο Πατερικός Αλεξανδρινός κύκλος της Εγγύς και Μέσης Ανατολής που μεταγενέστερα αναδείχθηκε σε έναν Δυτικό κύκλο. Στη σύγχρονη εποχή που ζούμε, εμφανίστηκε μια ανάλογη εξέλιξη –σε πλανητική πλέον κλίμακα- με τη μορφή μας πολιτισμικής και γεωγραφικής ολοκλήρωσης της ανθρωπότητας με αναπτυγμένο το οικονομικό και τεχνολογικό σύστημά της, με επιταχυνόμενη επιστημονική θεωρητική προσέγγιση και πολιτισμική τεχνολογική πολιτική και άλλη ωρίμανση διατηρώντας ένα ευρύτερο πεδίο αναφορικότητας στο παρελθόν μέσα από θρησκείες και εθνότητες στον σύγχρονο κόσμο.
Ο αποκρυφισμός εμφανίστηκε -υπό την εναλλακτικότητά του βέβαια- που τότε υπείχε θέση της επιστημονικότητας ως αλχημείας και αστρολογίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κέπλερ ήταν αστρολόγος και ότι ο Νεύτωνας ήταν πολυγραφότερος ως αλχημιστής από ότι ως φυσικός. Τα κινήματα αυτά λειτούργησαν και ως αντιλήπτορες ενός νέου προτάγματος αναστοχασμού και ανασχεδιασμού του κόσμου. Διεκδίκησαν την ανεξιθρησκία και προς τον εαυτό τους. Επίσης, πολλοί ιδεολόγοι τους συμμετείχαν στα κινήματα της πολιτικής εξέλιξης όπως στις διεργασίες της Αμερικάνικης και της Γαλλικής Επανάστασης. Άλλοι κινήθηκαν στην παραγωγή ενσωματωμένων πολιτικά μεταβατικών κοσμοειδώλων. Παραδείγματα αυτής της δυναμικής αποτελούν η «ουτοπία» του Τόμας Μορ, η Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέηκον και η -υπό άλλη όψη- «Πολιτεία του Ήλιου» του Θωμά Καμπανέλα. Όλα τα παραπάνω παρέμειναν όμως εγχειρήματα πνευματικών ελίτ και ολιγάριθμων μειοψηφιών. Παράλληλα την ίδια χρονική περίοδο αναδύθηκε ο αθεϊσμός και ο υλισμός ως μια ευθεία αμφισβήτηση του κατεστημένου, του διασυνδεδεμένου με το οικονομικό και το πολιτικό μοντέλο κοσμοθρησκευτικού κοσμοειδώλου. Οι επιρροές αυτών των ρευμάτων ξεκίνησαν ήδη από τη βάση της Αναγέννησης με την επιστροφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μέσω των Πίκο Ντε Μιράντολα, Μαρσίλιο Φιτσίνο και άλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ήδη υφιστάμενες θρησκείες που αδυνατούσαν να προσαρμοστούν σε έναν νέο ρόλο –λόγο της εμμονής τους στη διατήρηση των προνομίων εξουσίας και λόγο της και μέσα από τη διασύνδεση τους με την οικονομική και πολιτισμική τάξη του παρελθόντος- βρέθηκαν σε μεγαλύτερη κρίση. Ταυτόχρονα, οι αποικίες άνοιξαν τον πνευματικό διάλογο μεταξύ Ανατολής-Δύσης μέσω του κύματος των Ανατολιστών, των μελετητών των αρχαίων Ασιατικών γλωσσών και επιστημών και με το κίνημα της εναλλακτικής αναζήτησης της πνευματικότητας και της ερμηνείας του ανθρώπου και της ιστορίας σε συνάρτηση επίσης με το πεδίο της θρησκείας. Τόσο η «αιρετική» διαδικασία όσο και αυτή που κινήθηκε εντός των ήδη υφισταμένων θρησκειών πάντοτε έδιναν τους δικούς τους κύκλους. Η αλλαγή των καιρών πάντοτε δημιουργούσε προφητειολογικά σύνδρομα ωστόσο όμως δεν μπορούσε να παράσχει κάτι καινούριο από κοσμοθεωρητική άποψη. Τα διάφορα εγχειρήματα συνήθως αποτελούσαν μια ανακύκλωση του παρελθόντος με το οποίο συνυπήρχαν και τα κατεστημένα δόγματα τα οποία είχαν συμβιβαστεί στα εποχικά φαινόμενα και στις εποχικές γραφικότητες που κινούνταν εντός ορισμένων ορίων. Το γεγονός ότι τα πολιτισμικά δικαιώματα του ανθρώπου γεννήθηκαν μέσα από την πολιτική διαδικασία διαμόρφωσε ένα νέο παράγοντα. Έτσι μετά από τη διαδικασία της ανεξιθρησκίας που δρομολογήθηκε από το διατάγματα της Νάντης (του 1598 μ.Χ) και υπέγραψε ο βασιλιάς Ερρίκος Δ της Γαλλίας παραχωρώντας τα ίδια θρησκευτικά δικαιώματα στους Προτεστάντες με αυτά των Καθολικών, τη Μεταρρύθμιση στις Κάτω Χώρες και τις νομοθετικές ρυθμίσεις του Ερρίκου 8ου (1534 μ.Χ) με την απόσχιση της Αγγλικανικής Εκκλησίας από τη Ρώμη και της βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ στη Μεγάλη Βρετανία -τη συνθήκη της Βεστφαλίας- ακολούθησε το κίνημα των Πατέρων της Αμερικής και το Αμερικανικό Σύνταγμα και κατόπιν η Γαλλική Επανάσταση. Κατόπιν εμφανίστηκαν ρεύματα επαφής Ανατολής-Δύσης με περισσότερο χαρακτηριστικό όλων το διαθρησκευτικό Συνέδριο του Σικάγο στο τέλος του 19ου αιώνα και το κίνημα της Θεοσοφικής Εταιρείας -υπό τη διττότητά της, με έδρα στην Ανατολή και δραστηριότητα στη Δύση.
Στο εγχείρημα αυτό δέσποσαν πρόσωπα όπως η Μπλαβάτσκυ, ο Όλκοτ, η Μπέζαντ, ο Λεντμπίτερ ο Σίνετ και άλλοι με διαφορετική θα έλεγε κανείς τονικότητα ο καθένας. Θα σημείωνε κανείς ότι αρκετά πιο ισορροπημένη παρουσίαση του εγχειρήματος υπήρχε από πλευράς της Μπέζαντ δεδομένης και της σοσιαλιστικής και κοινωνικής της παιδείας, του δυτικού προσανατολισμού της στα θέματα των κοινωνικών κινημάτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και γενικότερα της συστημικότητας της σκέψης της. Κατ’ ουσίαν κηρύχθηκε ένα εγχείρημα σύνθεσης μεταξύ των αρχαίων θρησκειών και διδασκαλιών, μεταξύ των σύγχρονων θρησκειών και της φιλοσοφίας και της σύγχρονης κοσμοθεώρησης σε αντιδικία με τις φονταμενταλιστικές θεωρίες και με την υλιστική και επιστημονοτεχνική κοσμοθεώρηση. Όλο αυτό το εγχείρημα αποτελούσε μια εναλλακτική πρόταση. Το εγχείρημα όμως αυτό εξουθενώθηκε λόγω του ότι περιορίστηκε τόσο μέσα από την απόδοση υπερβολικής σημασίας στις προσωπικές σχέσεις της ηγετικής ομάδας όσο και λόγω του ότι χαρακτηρίστηκε από μια συνέχεια προηγούμενων στρεβλών προσεγγίσεων του 18ου και του 19ου αιώνα σε μια απόπειρα σύνθεσής τους. Έτσι, η έμφαση μετατοπίστηκε από το πρωτεύον -που ήταν η πρόκληση μιας δημόσιας συζήτησης πάνω στην ιδρυτικά προτεινόμενη κοσμοθεωρητική εναλλακτικότητα -σε σχέση με την ερμηνεία της ανθρώπινης εξέλιξης και του πολιτισμού- σε άλλα προσωπικού ενδιαφέροντος και κίνητρα ζητήματα. Η επιδίωξη του εντυπωσιασμού, της διεύρυνσης του κοινού, η επιθυμία για γρήγορη συναισθηματική ανταπόκριση από ένα μαζικό κοινό και οι συνθήκες μαζικής ψυχολογίας διαμόρφωσαν τους παράγοντες για μια περαιτέρω επιδείνωση του εγχειρήματος της πρόκλησης μιας ευρύτερης δημόσιας συζήτησης για την εναλλακτική κοσμοθεώρηση του εναλλακτικού κινήματος. Εκείνο που έμεινε από αυτή την κινηματικότητα -που διαμόρφωνε μια νέα ορολογία- είναι η ύπαρξη ενός τρίτου πόλου μεταξύ επιστήμης και θρησκείας ή ενός τετάρτου πόλου μεταξύ φιλοσοφίας, επιστήμης και θρησκείας. Είναι το ξεπήδημα μέσα από αυτό τον χώρο νέων προσώπων και διαδικασιών κοσμοθεωρητικής προσέγγισης. Έχοντας χάσει η φιλοσοφία την εννοιολογική της αναφορά προς το πνεύμα και η θρησκεία την τελετουργική αυθεντία, θεολογία, θεογονική και κοσμογονική διάστασή της και η επιστήμη το παρελθόν της -που ήταν η αλχημεία, η αστρολογία, ο αποκρυφιστικός ανιμισμός- ο αποκρυφισμός επιχείρησε να συνθέσει αυτά τα στοιχεία σε ένα νέο συνεκτικό πεδίο. Έκανε όμως το λάθος να δώσει έμφαση σε ένα πνεύμα αντιδικίας και να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα της αλήθειας. Από μια άποψη αυτός ήταν ένας δύσβατος δρόμος γιατί οδηγούσε σε συγκρούσεις. Τελικά όμως, από πλευράς συνειδησιακής βιωματικής και διανοητικής προσέγγισης ήταν ένας απλοϊκός δρόμος, ήταν ο εύκολος δρόμος.
Κάπως πιο ενδιάμεσα, έκανε την εμφάνισή του ο λεγόμενος «τέταρτος δρόμος» των Γκουρτζίεφ και Ουσπένσκι που δούλευαν αφενός μεν μια κοσμοθεωρία και από την άλλη τη διαδικασία της αυτοπαρατήρησης του ανθρώπου. Αυτή η βιωματική που αποτελούσε και την επίμονη προσέγγιση από πλευράς του Κρισναμούρτι, γινόταν αρνητικά. Αυτή η επίμονη προσέγγιση γινόταν με όρους που υποδήλωναν μια διαδικασία -είτε φυσική, είτε διανοητική- σε σημείο υπερβολής. Η ηγετικότητα και η ιδιαίτερη κουλτούρα των προσώπων έπαιζε πάντα έναν ρόλο εξαιρετικά καθοριστικό. Αυτό περιλαμβάνει την εποχή του Ρούντολφ Στάϊνερ του ιδρυτή της ανθρωποσοφίας ενός επίγονου του θεοσοφικού κινήματος. Στη συγκρότηση αυτών των οργανώσεων συνυπήρχαν τελείως ετερόκλητες προσωπικότητες. Συγκροτήθηκαν από ανθρώπους με φιλοσοφική παιδεία ή καλλιτεχνική δημιουργικότητα -όπως ο Yeats στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής- μέχρι ανθρώπους εξαιρετικά εκκεντρικούς φουτουριστές που βίωναν τη σχισματικότητα του ψυχισμού τους ή που έπαιζαν τον ρόλο του εντυπωσιαστή, του γητευτή της εποχή τους. Το ρεύμα αυτό δεν καταλάβαινε την αναγκαιότητα της αφομοίωσης του κλασικού. Αυτό βέβαια ίσχυε για όλα τα ιδεολογικά και κοσμοθεωρητικά ρεύματα τα οποία εξελισσόντουσαν σχισματικά στις προϋποθέσεις που έθετε διαχρονικά το κλασικό και που κινούνταν ματεριαλιστικά ως μορφές πολιτισμικών εκκεντρικοτήτων. Ήταν η εποχή της γοητείας της αποδόμησης, όπου δεν δέσποζε στη βιωματική τους η διάκριση του ορθού και η αναζήτηση της αλήθειας. Τόσο ο φονταμενταλισμός όσο και ο ματεριαλισμός είχαν μια τεράστια δύναμη και αποτελούσαν τους δύο βασικούς πόλους της αντιδικίας όπως και σήμερα. Αποτελούν τις δύο βασικές όψεις ενός πεδίου που αναπτύσσεται με μια δυναμική ολοκληρωτισμού, διανοητικά συνεπικουρούμενα από ένα ψυχολογικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό συστημικό βάθος ολοκληρωτισμού.
Έτσι π.χ. στη θέση της ιερατικής εκκλησιαστικής διαμεσολάβησης ή στη θέση της ιστορικής ονοματολογίας των δημιουργικών προσωπικοτήτων στην παγκόσμια ιστορία, το νέο κύμα πρότεινε ένα σώμα διδασκάλων, διαμεσολαβητικό του Λόγου της θεότητας. Αυτή η αντίληψη όμως περιοριζόταν στις ήδη γνωστές παραστάσεις και αντιλήψεις του παρελθόντος, δηλαδή σε έναν αντίστοιχο τρόπο του γνωστού ιερατικού. Αυτή η προσέγγιση παραγνώριζε την σημασία της διάγνωσης του πνευματικού στοιχείου και του νοήματος του μεγάλου ιστορικού και του πολιτισμικού έργου ορισμένων προσωπικοτήτων και πως μέσα από αυτό το έργο επισπεύθηκε η εξέλιξη. Πρότεινε μια ανάγλυφη «ιεραρχία θείων ονομάτων» -για να θυμηθούμε τον τίτλο του έργου του Διονύσου του Αρεοπαγίτη- χωρίς ιστορικό βάθος, εξέλιξη και ιστορική προοπτική. Χρησιμοποιήθηκε το απλοϊκό Μεσαιωνικό κοσμοείδωλο του Χριστιανισμού και στην ουσία μεταφέρθηκε ως ένα επίσης κοσμοείδωλο γεμάτο από πλάνες δύναμης και από μεταφυσικές απλοϊκότητες. Δεν χρεώνουμε το έργο του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, με τέτοιο αρνητικό ρόλο. Η μεταφυσική λειτούργησε ως μια απλοϊκότητα καθώς δεν ενδιαφέρθηκε να δει τα σημεία επαφής της με το υλικό και το επιστημονικό πεδίο κοσμοθεώρησης. Ήταν μια σχισματική παρουσίαση αλλά υπήρχε ένα ειδικό κοινό το οποίο όντως δεν καλυπτόταν -όπως αποκαλύπτεται πάντα στην ιστορία- από την παραδοσιακή μεταφυσική διήγηση και το οποίο αναζητούσε μια νέα μεταφυσική κοσμοθεώρηση. Από την άλλη, λόγο της φιλοσοφικής έριδας και της έλλειψης κοσμοθεωρίας -που περιόρισε τη δυναμική της φιλοσοφίας απέναντι στην επιστήμη σε έναν ελάχιστο επιστημολογικό και γνωσιολογικό ρόλο- δεν επέτρεπε να προσφέρει την προσδοκώμενη εναλλακτικότητα. Ταυτόχρονα οι ίδιες οι θρησκείες βούλιαζαν στον κοινωνικό και ψυχολογικό συντηρητισμό, στην υποκρισία, στη διαπλοκή και στα εσωτερικά τους προβλήματα, που μόνο προς το τέλος του 20ουαιώνα άρχισαν να επιλύονται ομαλά, ενώ άρχισε να προσεγγίζεται ομαλά, με συγκριτική χρησιμολογική προσέγγιση το γνωστικό και το δογματικό τους περιεχόμενο σε συνάφεια μεταξύ τους.
Παράλληλα έχει ξεκινήσει μια νέα διαδικασία από έναν ενδιάμεσο πόλο στοχαστών όπως ο Κάρλ Γιουνγκ, ο Αρθουρ Καίστλερ, ο Ερβιν Λάσζλοου, ο Κεν Γουίλμπερ και πολλούς άλλους που αποτελούν ένα μεγάλο αριθμό και σίγουρα αδικεί κανείς πολλούς με το να μην τους αναφέρει. Με ελάχιστες εξαιρέσεις όμως, είναι να απορεί κανείς για την κλειστότητα με την οποία προσεγγίζονται μεταξύ τους τα διάφορα ρεύματα ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται μια πολλαπλότητα επικαιροποίησης όπως στον Καβαλισμό, στις απόκρυφες τέχνες, το Ται Τσι της Ανατολής έως τα Ταρώ, το Ι Τσιγκ κτλ. Δεν αναφερόμαστε βέβαια στην εμπορευματοποίηση που γίνεται όλο και πιο έκδηλη και εκτοπιστική.
Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τα ρεύματα αυτά παρότι έμεναν και κινούντο σε πολιτικούς εναλλακτικούς χώρους -κυρίως μετά από τον Μάη του ’68 και τα underground κινήματα- δεν είχαν πραγματική συστημική εμπλοκή ή αναζήτηση αλλαγής στα πραγματικά πεδία ανάγκης της καθημερινότητας και του ανθρώπου. Αναπτυσσόντουσαν ως κινήματα φυγής εξ ου και η μεγάλη μεταπτωτικότητα των προσωπικοτήτων τους που ήταν μέσα σε αυτά και στις διάφορες βαθμίδες ή ιεραρχήσεις τους. Έμοιαζαν με ρεύματα εφηβικότητας και αμφισβήτησης που αργότερα εξελισσόταν είτε σε κυρίαρχο δόγμα ή δόγμα ενσωμάτωσης στους αντίπαλους πόλους είτε σε γραφικό εκφυλισμό στον ίδιο μονοπάτι.
Είναι ρεύματα που αμβλύνουν την οδυνηρότητα της ζωής και απευθύνονται τόσο προς τις πιο ανικανοποίητες προσωπικότητες όσο και στις πιο παραδοσιακές και μαζικές. Αποτελούν ρεύματα που λειτουργούν στο πλαίσιο μιας νεωτερικής και μετανεωτερικής ελευθερίας επιλογών. Συχνά από τέτοιες προσωπικότητες εκφράζονται ρεύματα τα οποία συνδέονται με μια κουλτούρα εθελοντισμού ή καλής θέλησης. Είναι ρεύματα τα οποία μειώνουν την υπαρξιακή οντολογική πνευματική υπερβατική ανασφάλεια του ανθρώπου, είναι περισσότερο διανοητικά, ανοικτά, φιλελεύθερα και περισσότερο συστημικά αιτιολογικά και διανοητικά από τα παραδοσιακά θρησκευτικά. Είναι ρεύματα βέβαια που διαπνέονται από τους περιορισμούς των αρχηγών τους, από το στοιχείο του ατομικισμού, της χωριστικότητας, της ερειστικότητας και του ανταγωνισμού παρά την επίφαση ομαδικότητας και του κοινοτισμού. Σε τελική ανάλυση είναι ρεύματα τα οποία είναι παγιδευμένα σε μορφές οργάνωσης και όχι σε δυναμικές ανοικτής ομαδικότητας και διαφάνειας.
Η θετική επίπτωση του πολυκατακερματισμού προέκυψε από την αδυναμία της επίτευξης της αυτοδικαιωτικής ναρκισσιστικής δυναμικής των ομίλων των οργανώσεων ή των προσώπων με έναν τρόπο ανακυκλωτικό προς το ευρύτερο ιστορικό σώμα της ανθρωπότητας. Σιγά - σιγά δηλαδή εκφυλιζόντουσαν στην αφάνεια όλα τα επιμέρους εγχειρήματα, παρόλη τη σωτηριολογική και τη Μεσαιωνική τους εξαγγελία. Η αρνητική επίπτωση του πολυκατακερματισμού βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν υπήρχε μια διαδικασία πραγματικής απρόσωπης ομαδικής σύνθεσης και ενότητας ούτε μια πραγματική υπερβατολογική κοσμοθεώρηση που να προτείνει και να λειτουργεί με συγκεκριμένη μέριμνα σχεδίου απέναντι στις εξελίξεις και τις ανάγκες. Κάθε άτομο και ομάδα εκφυλιζόταν στον ποδόγυρο της καθημερινότητάς και της φαντασίωσης. Χρειαζόντουσαν να περάσουν κάποιες δεκαετίες για να κατανοηθεί η αναλογία του εγχειρήματος. Θα μπορούσε να υπάρχει τελικά ένα πραγματικά ολοκληρωμένο ανοικτό και συνθετοποιό εναλλακτικό εγχείρημα; Μην ξεχνάμε πως η ίδια η αγορά λειτούργησε τόσο ως ένας παράγοντας αποθέωσης όσο και εκμηδένισης. Είδαμε εκκεντρικά εγχειρήματα διαφόρων Γκουρού, είδαμε εγχειρήματα τα οποία συνδεόντουσαν με αστέρες του Χόλυγουντ και του αθλητισμού, ή με διάσημους τραγουδιστές όπως οι Beetles. Επίσης είδαμε την έπαρση της αυτόχρισης ως ιστορικής προσωπικότητας μέσα στην κοινωνία του θεάματος να λειτουργεί με ελάσσονα ουσιαστικά στοιχεία συνεισφοράς σε πραγματικό πεδίο. Απουσίαζε σε αυτά η κουλτούρα αξιολόγησης κριτηρίων και εφαρμογής. Πού ήταν η εφαρμογή του εναλλακτικού προτύπου όταν το κύριο χαρακτηριστικό ήταν ο πλουτισμός και η αναζήτηση της επωνυμίας; Συχνά εξελίχθηκαν και αναπτύχθηκαν τραγελαφικές καταστάσεις ακόμη και εγκληματικές πράξεις. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα φαινόμενα είναι ζητήματα που αναπαράγονται από το ανθρωπολογικό υπόβαθρο του ανθρώπινου παράγοντα. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και το πρόβλημα της νέας εποχής. Η νέα εποχή -για να είναι όντως νέα- πρέπει να χτιστεί πάνω σε μια φύση ανθρώπινη και όχι σε ένα καπρίτσιο ή σε ένα θεατρικό παίγνιο του παρελθόντος.
Πάντα υπήρχαν ζητήματα που συνδέονταν με την παγκόσμια διακυβέρνηση. Άλλα ήταν ζητήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης που ετέθησαν στην εποχή της Περσικής Αυτοκρατορίας η οποία τελικά οριοθετήθηκε από την ελληνική αντίσταση. Άλλα ήταν τα ζητήματα που ετέθησαν στα ελληνιστικά βασίλεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, άλλα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, άλλα στο Αραβικό Ισλάμ, άλλα στο Βασίλειο του Καρλομάγνου και άλλα στα Μογγολικά Βασίλεια. Το ζήτημα της διακυβέρνησης και της κουλτούρας της είναι διαρκές. Σήμερα επειδή υπάρχει η πλανητική διάσταση –στην οποία εμπλέκονται οι νέες τεχνολογίες- το ζήτημα της διακυβέρνησης αποκτά μια διαφορετική δυναμική και πρέπει να απαντηθεί με όρους δημοκρατικούς. Η διακυβέρνηση θα πρέπει να γίνεται με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, απελευθέρωσης, εξέλιξης αλλά και με όρους αειφορίας για το περιβάλλον. Αυτή είναι η χρυσή τομή που θα εξυπηρετήσει αυτούς τους στόχους και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί δεδομένων των πάγιων συμφερόντων.
2.οι θρησκείες είναι κατά βάση φονταμενταλιστικές και εξουσιαστικές, 3.η φιλοσοφία χαρακτηρίζεται από ένα εξασθενημένο και περιορισμένο στοχασμό στα πλαίσια μιας ειδικής γνωσιολογίας και επιστημολογίας 4.οι εναλλακτικές κουλτούρες και κοσμοθεωρίες με τις δικές τους καθηλώσεις 5.το πολιτικό-οικονομικό σύστημα λειτουργεί ως παράγοντας συνεκτικής εξουσίας, συμφέροντος και γοητείας Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καλούνται οι εναλλακτικές κουλτούρες ή κοσμοθεωρίες να συνηγορήσουν:
Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας |