|
Γ.-Ο Νόμος και οι Αρχές του Εκτός από ρητές (ad hoc) διατάξεις του νόμου υπάρχουν και οι αρχές που συνάγονται τόσο από τον κοινό νόμο όσο και από το σύνταγμα. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά δύο κοινούς νόμους που συμφωνούν με όσα αναφέρουμε παραπάνω, ότι δηλαδή σε συλλογικά όργανα δεν μπορούν να συμμετέχουν όσα μέλη έχουν συμφέρον στην απόφαση που θα εκδοθεί:
i.- Από τον Ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητική Διαδικασίας: Άρθρο 7 Αμεροληψία των διοικητικών οργάνων 1. Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. 2. Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων,οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον : α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης, ή β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατα` ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερόμενους, ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους…
ii.-Από τον Aστικό Κώδικα: Άρθρο 66 Μέλος της διοίκησης δεν δικαιούται να ψηφίσει, αν η απόφαση αφορά την επιχείρηση δικαιοπραξίας ή την έγερση ή την κατάργηση δίκης μεταξύ του νομικού προσώπου και του μέλους ή του συζύγου του ή εξ αίματος συγγενούς του έως και τον τρίτο βαθμό.
Άρθρο 71 Ευθύνη νομικού προσώπου
Το Νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον.
Όμως από το Σύνταγμα στο ζήτημα της υπουργικής ευθύνης τα πράγματα ορίζονται διαφορετικά:
iii.-Aπό το Σύνταγμα Άρθρο 85 Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Υπουργών. Σε καμία περίπτωση η εγγραφή ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς από την ευθύνη τους.
*Άρθρο 86 1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.
2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3.
3….Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, μέ απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Όπως βλέπουμε για όλες τις περιπτώσεις, πλην των Υπουργών, θεσπίζεται μία αρχή, της μη συμμετοχής ενός προσώπου σε συλλογικό όργανο που πρόκειται να εκδώσει απόφαση υπέρ ή εναντίον αυτού του προσώπου. Άλλο πράγμα είναι η αυτοκριτική των κομμάτων και άλλο η «αυτοδίκαση». Εδώ το πρόσωπο ή τα πρόσωπα δεν είναι πάντοτε εκ των προτέρων γνωστά στο σύνολό τους και επομένως είναι πιθανόν να συμμετέχουν τέτοια πρόσωπα στην εξεταστική διαδικασία. Αλλά και τα κόμματα όπως είπαμε πρέπει να εμπέσουν στην κατηγορία αυτή ως νομικά πρόσωπα γιατί έχουν συμφέρον από την έκβαση της εξέτασης.
Ειδικά λοιπόν για τους Υπουργούς γίνεται εξαίρεση και τίθενται υπό την προστασία της Βουλής με απαίτηση αυξημένου αριθμού πλειοψηφίας για την παραπομπή τους σε δίκη.
Ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών είναι ακόμη χειρότερος, γιατί οι παραγραφές που θεσπίζει είναι μικρότερες από ό,τι είναι για τους κοινούς εγκληματίες (για τα κακουργήματα), ενώ θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερες, γιατί το διακύβευμα είναι εξαιρετικά μεγαλύτερο, και η ευχέρεια που δίνει αυτός ο νόμος για να αποφύγει την καταδίκη του ένας υπουργός είναι πολύ μεγάλη, γιατί αν για δύο συνεχείς τακτές βουλευτικές συνόδους η Βουλή δεν αποφασίσει γι’ αυτόν, τότε εξαλείφεται το αξιόποινο! Και όχι μόνον αυτό, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο νόμο δικάζονται και όσοι συμμετείχαν στην εγκληματική πράξη! ν.3126/2003 Περί ευθύνης υπουργών
Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής του νόμου
1. Πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού από το κατ` άρθρο 86 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο, ακόμη και αν ο Υπουργός έχει παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή. 2. Τυχόν συμμέτοχοι συμπαραπέμπονται και δικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Άρθρο 3 Παραγραφή - Προθεσμία
1. Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού παραγράφονται με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημέρα που τελέστηκαν. α} όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη, εκτός αν στο μεταξύ εκδόθηκε η απόφαση του άρθρου 6 παρ. 2 του νόμου αυτού, β) όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και γ} όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, για την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου αυτού. Σε κάθε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών από την τέλεση της πράξης.
2. Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.1, εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν.
Θα πρέπει επομένως να αναφέρουμε εδώ το άρθρο 4 του Συντάγματος περί Ισότητας, η οποία κατάφωρα παραβιάζεται από το παραπάνω άρθρο 86 του Συντάγματος και τον Νόμο περί ευθύνης Υπουργών. Αυτό είχε κάποια λογική στο παρελθόν, όταν υπήρχε έντονο πολιτικό μίσος και αντεκδίκηση, αλλά σήμερα είναι ολότελα διαφορετικές οι συνθήκες και οι πολιτικοί δεν χρειάζονται τέτοια προστασία.
Είναι σαν να έχει δημιουργήσει το ίδιο το Σύνταγμα μία κοινωνία δύο ταχυτήτων από άποψη ευθυνών, πράγμα που μας εξαναγκάζει να ασχοληθούμε με το ζήτημα της αντίθεσης μεταξύ των συνταγματικών διατάξεων. Σε αυτή την περίπτωση, όπως ορισμένοι νομικοί υποστήριξαν, θα πρέπει να διακρίνουμε ποια διάταξη επιβάλλει υπέρτερη αρχή και τότε θα πρέπει να υπερισχύσει αυτή έναντι της άλλης. Πιστεύουμε ότι η αρχή της Ισότητας έναντι του Νόμου είναι αρχή θεμελιώδης και κατά πολύ υπέρτερη σε σπουδαιότητα του άρθρου 86, το οποίο στην πραγματικότητα προσπαθεί να προσδώσει ένα προσωπείο νομιμοφάνειας στις πράξεις της Βουλής και της Κυβέρνησης.
Αντιθέτως λοιπόν θα έπρεπε να ισχύσει εδώ ό,τι ισχύει και για δικηγόρους ή άλλους επαγγελματίες όταν παραβιάζουν την σχέση ιδιάζουσας εμπιστοσύνης με τον πελάτη τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους: οι ποινές να είναι αυξημένες συγκριτικά με παρόμοια αδικήματα όπου αυτή η σχέση λείπει. Κατά μείζονα λόγο, επειδή οι κυβερνήσεις χειρίζονται πολύ σοβαρότερα προβλήματα με επιπτώσεις μεγάλης εμβέλειας και υποτίθεται ότι υπάρχει ανάμεσα στο λαό και αυτούς μία σχέση εμπιστοσύνης, τα αδικήματά τους θα πρέπει να θεωρούνται πολύ βαρύτερα –όπως και είναι.
Τα κόμματα λοιπόν και οι βουλευτές δεν μπορούν εξ ορισμού και με την κοινή λογική να δικάσουν τα κόμματά τους ή τον εαυτό τους και δεν μπορούν να θεωρούνται de facto υπεράνω του συντάγματος και των νόμων και αλάθητοι εκπρόσωποι του λαού όπως παλαιότερα ήταν η εκκλησία. Στο άρθρο 29 του Συντάγματος αναφέρεται: Άρθρο 29 1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και διερωτάται κανείς: ο όλος έλεγχος για τη χρηματοδότηση των ίδιων των κομμάτων (και όχι μόνον μεμονωμένων προσώπων) και την εξάρτησή τους από τους οικονομικούς παράγοντες (που είναι εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα) πόσο ορθά άραγε μπορεί να γίνει, αφού εκεί υπάρχει εντονότερα συλλογικοποιημένο συμφέρον; Και πώς μπορούν τα κόμματα να ενδιαφερθούν για το κοινό συμφέρον, όταν, όπως λέγεται τουλάχιστον, χρηματοδοτούνται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, ενίοτε ισχυρότερους από το κράτος μας; Είναι εκ των προτέρων σίγουρο ότι σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται να ενδιαφερθούν για το κράτος και τους κατοίκους του. Ο χρηματοδότης εδώ δεν είναι ο απλός πολίτης-μέλος, αλλά ένας ισχυρός οικονομικός παράγοντας που δίνει τα χρήματα για να έχει την ευμένεια της εκάστοτε κυβέρνησης. Έτσι καταπατάται συνεχώς η αρχή της ισότητας και τόσες άλλες.
Πώς είναι όμως δυνατόν με τέτοιες διαδικασίες να εξυπηρετηθεί η ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος; Η δημοκρατία δεν έγκειται μόνον στην ψηφοφορία, αλλά και κυρίως στην ποιότητα της λήψης αποφάσεων, την ελευθερία της βουλευτικής ψήφου στην ψήφιση των νομοσχεδίων κ.ο.κ. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι τα κόμματα έχουν επιβάλει πειθαρχία στην πράξη, ότι οι βουλευτές δεν φαίνεται να γνωρίζουν ακριβώς την σοβαρότητα των νόμων που ψηφίζουν (όπως π.χ. όταν ψήφισαν για τη συμμετοχή των συνταξιοδοτικών ταμείων στα χρηματιστήρια) ή και αν την γνωρίζουν, τότε σε περίπτωση άρνησής τους εκδιώκονται από το κόμμα τους ή αποδέχονται τον προτεινόμενο νόμο αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Τις προτάσεις νομοσχεδίων τις κάνουν οι υπουργοί. Αυτό είναι μία σοβαρότατη δυσλειτουργία της δημοκρατίας, γιατί ο βασικότερος πυρήνας της δημοκρατίας είναι η νομοθετική εξουσία, μια και αυτή είναι εκείνη που έχει σαν χρέος να διατηρήσει τις βασικές δημοκρατικές αρχές ως βάση της λειτουργίας του κράτους και της δικαστικής εξουσίας. Αλλά η νομοθετική εξουσία έχει υποβαθμισθεί ή εξαφανισθεί από την εκτελεστική, πράγμα που καταργεί ουσιαστικά τη δημοκρατία.
Τα κόμματα λοιπόν δεν επιτελούν το χρέος τους απέναντι στη δημοκρατία και σίγουρα αυτό είναι κάτι που χρειάζεται βαθιά σκέψη και αναζήτηση λύσης. Αντιθέτως παγίως ισχυρίζονται άλλα πράγματα προεκλογικά και άλλα πράττουν μετεκλογικά, απαλλαγμένα ντε φάκτο από την ευθύνη∙ αλλά είναι μια ευθύνη που δεν μπορούμε να την αναζητήσουμε, γιατί είναι δύσκολα αποδείξιμη όσον αφορά την αμέλεια ή τον δόλο τους. Ωστόσο σε αποφάσεις τόσο σημαντικές όσο της εποχής μας γίνεται αναντίρρητα μία θεμελιώδης προσβολή της δημοκρατίας, επειδή ο λαός και τα δικαιώματά του αγνοούνται κατά τη λήψη των αποφάσεων που θα κρίνουν τη μοίρα του για τις επόμενες δεκαετίες. Ωστόσο σε αυτή την παρεκτροπή των κομμάτων έχει συμβάλει και ο πολίτης με τα πολιτικά του μίση, τα μικροκοινωνικά συμφέροντα και τα λανθασμένα κριτήρια αξίας που έχει για τους πολιτικούς.
Όπως βλέπουμε στο παραπάνω άρθρο 85 του Συντάγματος τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και οι Υφυπουργοί έχουν συλλογική ευθύνη για την άσκηση της πολιτικής τους και ατομική για τη δική τους αρμοδιότητα. Θα ήταν ενδιαφέρον να αναρωτιόμασταν: πώς θα μπορούσε ίσως να εφαρμοσθεί αυτό το άρθρο; Μία πλευρά είναι η αστική ευθύνη, δηλαδή να αποδώσουν αποζημιώσεις για όσα ζημίωσαν τον ελληνικό λαό. Η άλλη είναι η ποινική. Η τελευταία είναι η πολιτική ευθύνη ως πολιτικό κόστος και όχι μόνον.
Πάντως είναι φανερό ότι το πολιτικό σύστημα πάσχει. Αλλά οι πολίτες δεν γνωρίζουν ακριβώς τι συμβαίνει ή τι είναι αυτό που παραβιάζεται πριν ακόμη να δουν τα αποτελέσματα ούτε θέλουν να το γνωρίζουν για να μη χάσουν την ψεύτικη ψυχολογική άνεσή τους και έτσι η ξαφνική αποκάλυψη τους τρομάζει, με πιθανό αποτέλεσμα να αντιδράσουν με μεγάλο μίσος και φθόνο. Η δικαιοσύνη όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί μέσα σε συνθήκες φόβου, μίσους, αγανάκτησης και απελπισίας. Η Γαλλική Επανάσταση κατέληξε όπου κατέληξε, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κρατήσουν νηφαλιότητα και η γκιλοτίνα λειτούργησε σαν καταλυτικός τρόμος που διέλυσε την αξία των εξαγγελθεισών ιδεών. Και το χειρότερο από όλα είναι το εξής: μόλις η κατάσταση ανάγκης περάσει, οι πολίτες ξαναγυρίζουν στην προηγούμενη αδράνεια και αδιαφορία. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το μίσος και η αδιαφορία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Παρά ταύτα η σημερινή εποχή είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί κρύβει τις ευκαιρίες για το μέλλον μας: Να αποφασίσουμε δηλαδή ποιο πρότυπο ζωής θα επιλέξουμε. Να μη μας ενδιαφέρουν τα μεγάλα λόγια, τα όμορφα ρούχα των πλούσιων και των πολιτικών, οι δημόσιες θέσεις προβολής και το χρήμα σαν εξουσία. Επιτέλους υπάρχει μέσα στον άνθρωπο κάτι που αξίζει πολύ περισσότερο από όλα αυτά και, αν εμείς αδιαφορήσουμε για τα ανόητα πρότυπα της σήμερον, αυτά τελικά θα πεθάνουν μόνα τους από ασιτία μαζί με τους υποστηρικτές τους!
|