|
Μία ημέρα, καθώς βάδιζε, είδε μία γάτα να έχη αρπάξει στα νύχια της ένα πουλάκι και να είναι έτοιμη να το φάη. Με μεγάλο κόπο, ο Πατήρ Ισίδωρος ανάγκασε την γάτα να παρατήση την λεία της. Έτσι το πληγωμένο σπουργιτάκι έγινε μόνιμος κάτοικος του κελλιού του Γέροντα.
Κάποτε τον ρώτησαν, αν τον ενοχλούν τα ποντίκια. Εκείνος χαμογέλασε και είπε: - Καθόλου δεν μ’ ενοχλούν. Τους δίνω μεσημεριανό και βραδινό κι έτσι ησυχάζουν. Πρίν, πηγαινοέρχονταν με μανία γύρω-γύρω στο κελλί. Τώρα, όμως από τότε που άρχισα να τους βάζω την τροφή τους μπροστά στις φωλιές τους, ηρέμησαν. Δεν μ’ ενοχλούν στο παραμικρό.
Κάποια άλλη φορά βρισκόταν στην εξοχή με κάποιους πιστούς και είδε ένα βάτραχο να κάθεται πάνω σ’ ένα βράχο. Ο Γέροντας τον πλησίασε και έφερε τα μάτια του στο ύψος των ματιών του βατράχου. Έτσι κοιτάζοντάς τον, άρχισε με καθαρή φωνή να ψέλνη τους Ψαλμούς του Δαυΐδ. Μία θεία ενέργεια ξεχύθηκε τότε μέσα από τον σεβάσμιο Γέροντα και κατέκλυσε όλους τους παρευρισκομένους. Ακόμα και ο βάτραχος έμεινε ακίνητος και εκστασιασμένος, όσην ώρα κρατούσαν οι Ψαλμοί.
Ο Πατήρ Ισίδωρος είχε μια βαθειά αγάπη για όλα τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια… για ο,τιδήποτε εκινείτο στον αέρα, στο νερό και στην γη, για ο,τιδήποτε φύτρωνε. Αν εύρισκε σπόρο καταγής, τον μάζευε και τον φύτευε στην «Εσώτερη Έρημο», σ’ ένα παλιό κονσερβοκούτι, που είχε βρει πεταμένο στον δρόμο. Και συνήθιζε να λέη, ότι αυτό το έκανε, επειδή λυπόταν αυτά τα «σιωπηλά και ήσυχα» παιδιά της γης.
"ΖΩΑ ΑΓΙΑΣΜΕΝΑ"
|