![]() This work is licensed under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-No Derivative Works 3.0 Unported License. |
| ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤON ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟ --- Σειρά Εργατικό Κίνημα Οικονομία |
|
|
| Πέμπτη, 20 Ιανουάριος 2011 15:10 |
|
Η εξιδανίκευση στην θεωρία του Κέυνς ήταν πιο μετριοπαθής από τις θεωρίες του Άνταμ Σμίθ και του Κάρλ Μάρξ αλλά αποδείχθηκε δίκοπη. Αυτό το βλέπουμε στην λογική ενός λαϊκισμού που μπορεί να λειτουργήσει και κορπορατικά. Έχει συνάφειες με το φασιστικό πρότυπο ως ενδιάμεσο πρότυπο. Ο Κέυνς λειτούργησε μέσα σε ένα πλαίσιο κοινοβουλευτικής ωρίμανσης και ορθολογικής ανάδειξης παραμέτρων που θα έλεγε κανείς ότι θα έπρεπε να είναι αυτονόητοι για την άσκηση μιας ρύθμισης. Υιοθέτησε την προσέγγιση της αποφυγής της παγίδευσης από τα δόγματα εκείνα που αφορούν την στενότητα του χρήματος, του μέσου αλλά και της κατεύθυνσής του, της στήριξης της απασχόλησης, της ανάπτυξης και της αναδιανομής της ανθρώπινης ανάγκης.
Εν πάσει περιπτώσει οι επικεντρώσεις αυτές οι θεωρητικοί εξωραϊσμοί, η μη αυτό-συμπλήρωση, η μη αυτογνωσιακή παρατήρηση των αδυναμιών και των ατελειών -ιδιαίτερα προς το πέρασμα στο εμπράγματο πεδίο- ήταν ένα έλλειμμα και θεωρητικό που μεταβιβάστηκε και πολιτικά και που είχε και θεμελιώδεις παρενέργειες και καθοριστικές στρεβλώσεις.
Σε αυτήν την εκτίμηση συνηγορεί η γνωστή κριτική προσέγγιση του γνωστού οικονομολόγου -και συμβούλου των προέδρων των ΗΠΑ Ρούσβελτ, Κένεντι και Τζόνσον- Τζόν Κένεθ Γκαλμπρέιθ [4]. Γνωστή και εκφρασμένη δημόσια είναι και η θέση του τέως προέδρουυ των ΗΠΑ και πρώην στρατιωτικό Αιζενχάουερ, ο οποίος ανησυχούσε για τις αρνητικές συνέπειες του αυξανόμενου ρόλου των αμυντικών βιομηχανιών στην Αμερική. Ενδεικτικά αναφέρουμε τι δήλωσε ως Πρόεδρος των ΗΠΑ: «Το σύμπλεγμα του στρατιωτικού κατεστημένου με μια μεγάλη βιομηχανία όπλων είναι πρωτόγνωρο για τις ΗΠΑ. Η επιρροή του γίνεται αισθητή σε κάθε πόλη, σε κάθε σπίτι, σε κάθε γραφείο της κυβέρνησης». [5] Ο ιστορικός Τζον Κίγκαν είχε εντυπωσιαστεί από αυτή τη στάση ενός πρώην ανώτατου στρατιωτικού λέγοντας ότι: «ανησυχούσε γιατί οι κατασκευαστές όπλων άρχιζαν να ασκούν πιέσεις στους γερουσιαστές ώστε να δαπανήσουν χρήματα στο συγκεκριμένο κλάδο και συχνά σε συγκεκριμένες βιομηχανίες». [5] Στην πραγματικότητα αυτό το πρόβλημα είναι διαχρονικό. Το βλέπουμε επίσης στον εκφυλισμό της μεταρρύθμισης του Ατατούρκ σε ένα πολιτικό-στρατιωτικό οικονομικό σύμπλεγμα που ναι μεν εκφράζει κοινωνικά προοδευτικές θέσεις αλλά από την άλλη λειτουργεί ως ένας παράγοντας θεσμικού ολιγαρχικού ολοκληρωτισμού και διαφθοράς στο γίγνεσθαι της ολότητας της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, δίνοντας άλλοθι στον φονταμενταλισμό που επίσης επιδιώκει τον δικό του ολοκληρωτισμό. Η ανάπτυξη των διεθνών οικονομικών ομίλων και αυτά τα προβλήματα ολοκληρωτισμού, λειτουργούσαν ωσμωτικά ως συγκοινωνούντα δοχεία. Μπορούμε να αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Στην πραγματικότητα, ο οικονομικός ολοκληρωτισμός μπορεί να βαπτίζεται «ελεύθερη αγορά», να παρουσιάζεται ως «ανάπτυξη», να φαίνεται ως «λαϊκός καπιταλισμός» και εντούτοις να είναι αποτελεί ένα τερατώδες κακέκτυπο της σύλληψης του Άνταμς Σμιθ και των προϋποθέσεων που θέτει η μικροοικονομική θεωρία για την αγορά, την ανταγωνιστικότητα, τον φιλελευθερισμό και την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Δυστυχώς είμαστε σε ένα σημείο όπου η γνώση -όπου υπάρχει αν υπάρχει- πρέπει να ντρέπεται για την μη ανάληψη της ευθύνης της και για την μη έκφραση της γνώμης της, για την μη συμμετοχή της στον αποκαλυπτικό διάλογο και την υποκριτική ενσωμάτωσή της. Δεν είναι σωστό να εξαιρούμε την οικονομία από την επιστημονική ματιά, όταν αυτή μάλιστα θέλει να λέγεται επιστήμη. Η ολοκλήρωσή της και η προοπτική της μπορεί και πρέπει να μετρηθεί με μαθηματικά. Αν μια επιστημονική θεωρία θέλει πραγματικά να αξιολογηθεί αυτό πρέπει να γίνει ανοικτά χωρίς «δημιουργικές» νομενκλατούρες και λεύκες δογματικού πατερναλισμού στις πολιτικές. Τελικά είμαστε αντιμέτωποι με ένα έλλειμμα πολιτικής στο πλαίσιο της οικονομίας, της ειρήνης και της διεθνούς ενότητας όπως και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχει χρησιμοποιηθεί σε αυτό σαν ένα δόγμα επιβολής, ένας ολοκληρωτισμός, μια οικονομική μοντελοποίηση. Μέχρι σήμερα, χρησιμοποιήθηκε ένα δόγμα που βαπτίζεται επιστήμη της ανάπτυξης, μέσω της ανταγωνιστικότητας και του «αόρατου χεριού» [6] που ωφελεί τον καταναλωτή και τον πολίτη. Στην πραγματικότητα όμως το «αόρατο χέρι» δεν διένειμε το καλό που ανέμεναν οι οπαδοί της θεωρίας. Αυτό που αναδιανεμήθηκε μέσα από την αγορά δεν ήταν άλλο από το τεχνολογικό μέρισμα δηλαδή οι ανακαλύψεις της επιστήμης, της γνώσης, της καινοτομίας και της έρευνας που γινότανε σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από τα πανεπιστήμια και το εκπαιδευτικό σύστημα δηλαδή μέσα από το δημόσιο αγαθό της παιδείας, της γνώσης και της ελευθερίας της σκέψης. Αυτό όμως, δεν ήταν ένα μέρισμα του αόρατου χεριού. Ως αποτέλεσμα αυτού υποκαταστάθηκε η ευθύνη των κυβερνήσεων και των κρατών να δουν τα ζητήματα της οικονομίας, της ειρήνης και της διεθνούς ενότητας σε μια πιο θεμελιώδη βάση. Με τον ίδιο τρόπο απωλέσθη τελικά και ο δρόμος για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών.
Η ηγεμονία της παραγωγής και της συγκέντρωσης του πλούτου, για να επιβιώσει αξιοποιεί κάθε γνώση και ικανότητα στοχεύοντας στο να κάνει κυρίαρχη παρόρμηση, την επιθυμία προς το άχρηστο, το περιττό, το βλαβερό και προς το καταναλωτικό πρότυπο ζωής το οποίο δεν απηχεί τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου και δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και ποιότητας, πολιτισμού και πνευματικότητας. Το εργατικό κίνημα, [7] σαφώς επηρεασμένο από την κυρίαρχη αίγλη της επιθυμίας, -και την αίγλη της «αργόσχολης τάξης» [8] - κινήθηκε σε εσφαλμένες κατευθύνσεις και αλλοτριώθηκε ενώ ταυτόχρονα δεν αμφισβήτησε την ηγεμονία της ολιγαρχίας του πλούτου. Η ολιγαρχία του πλούτου, χρησιμοποίησε αποτελεσματικά κάποια μεθοδολογικά εργαλεία, με τον ίδιο τρόπο που ο σχολακιστικισμός χρησιμοποιήθηκε στον Μεσαίωνα ως διανοητική και τελικά πολιτική ηγεμονία του θρησκευτικού σκοταδισμού πάνω στις ιστορικές εξελίξεις, στον ανθρώπινο πολιτισμό και στις ανθρώπινες σχέσεις. Η σημερινή κυρίαρχη γοητεία, αυθεντία και απάτη της οικονομικής θεώρησης είναι ανάγκη να εγκαταλειφθεί και να απογυμνωθεί τελείως. Εάν διαθέταμε το τεχνολογικό μέρισμα με όρους μείωσης της κατανάλωσης και καλύτερου μερισμού της, αναδιανομής του συστήματος των πλουτοπαραγωγικών πόρων πέρα από την ιδιωτική απληστία και τον ιδιωτικό ολοκληρωτισμό και εάν λειτουργούσαμε με την αρχή του μερισμού απελευθερωτικά, δημιουργικά και συνεργατικά και εάν υιοθετούσαμε ένα άλλο πολιτισμικό πρότυπο ζωής τότε δεν θα ήμασταν αυτή την στιγμή αντιμέτωποι με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής μπορούσαμε ήδη να το είχαμε αντιμετωπίσει θέτοντας τις βάσεις του μεταπολεμικού κόσμου. Δεν το κάναμε. Χάσαμε πολύ χρόνο σε αυτό και δεν χάσαμε χρόνο μόνο σε αυτό. Χάσαμε χρόνο εις βάρος της ειρήνης και για της ευημερίας που σε ένα βαθμό εξαρτώνται από τα αριθμητικά δεδομένα της οικονομίας. Η ειρήνη και η ευημερία, θα μπορούσε να υπάρχει σήμερα μέσα από καλύτερη οικονομία και από άλλα πρότυπα ζωής και διαχείρισης των πόρων.
1. Να συγκροτηθούν επιχειρησιακά πλαίσια που να αντιμετωπίζουν τον κρατικό, τον κοινωνικό-πολιτισμικό και τον ιδιωτικό ολοκληρωτισμό. Ο ιδιωτικός ολοκληρωτισμός περιλαμβάνει τις ψευδεπίγραφα αποκαλούμενες «ελεύθερες αγορές», ή «αγορές της ανταγωνιστικότητας». Βέβαια –όπως σε οποιοδήποτε εγχείρημα- και αυτά τα επιχειρησιακά σχέδια θα αντιμετωπίσουν και αυτά τα δικά τους μειονεκτήματα 2. Να υπάρξει εκπαίδευση του ανθρώπινου παράγοντα με στόχο να ελαττωθεί η μανία του προς την κατανάλωση, να απελευθερωθεί από τον ψυχισμό του «καταναλώνω άρα υπάρχω» που έχει πλασαριστεί και λειτουργεί ως ένας ζωικός ψυχολογικός αταβισμός. Η μανία της κατανάλωσης, λειτουργεί ως ένας ναρκισσισμός που οδηγεί στην εκτροπή από την λογική και από την πραγματική ανάγκη, πλήττει θανάσιμα την βιωσιμότητα του περιβάλλοντος, αλλά και των αξιών μέσα στο οικονομικό και το κοινωνικό σύστημα. 3. Να αναπτυχθεί μια κουλτούρα μετάθεσης και αποσύνδεσης από το πεδίο της πολιτισμικής καθήλωσης στο χρήμα. Αυτό θα επιτρέψει την πραγματική αναδιανομή του, θα καλύψει την πραγματική ανάγκη, θα αποτρέψει τα φαινόμενα υπερσυγκέτρωσής του στα χέρια λίγων οι οποίοι εκ των πραγμάτων λειτουργούν ως μηχανισμοί ολοκληρωτισμού. Αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει τον κύκλο ζωής της καθημερινότητας, την σχολική εκπαιδευτική διαδικασία, την ανάδειξη των νέων προτύπων ποιότητας ζωής -τα οποία να είναι αειφορικά τόσο για το περιβάλλον όσο και για τον πνευματικό πολιτισμό. Αυτή λοιπόν η εκπαιδευτική παρέμβαση είναι φυσικά μακράς πνοής. 4. Να διαμορφωθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος. Η εκπαιδευτική παρέμβαση που αναφέρθηκε παραπάνω είναι φυσικά μακράς πνοής γι’ αυτό θα πρέπει να τοποθετηθούμε επικοινωνιακά και να αξιοποιήσουμε τις αναπόφευκτες -από ανθρωπολογικής σκοπιάς- φάσεις κρίσης που αποτελούν πάντα ευκαιρίες διαμόρφωσης νέων προτύπων και νέου θεσμικού πεδίου. Η νέα θέσμιση θα πρέπει να είναι μια συνεχής διαδικασία γιατί η εκτροπή του πολιτισμού σε σχέση με το περιβάλλον αλλά και το πεδίο των πολιτισμικών αξιών έχει βαθιές ρίζες. Η συνεχής θέσμιση θα πρέπει να περιλαμβάνει τα προϊόντα, τα αγαθά, τις υπηρεσίες της οικονομίας, την διαφάνεια της οικονομίας, τον μερισμό της, την δικαιϊκότητα και την ουσιαστική της νομιμότητα. 5. Να δημιουργηθεί ένα νέο όργανο διεθνούς οικονομικής συνεργασίας το οποίο να κινείται καθαρά από την αρχή του μερισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αειφορίας και που να εκφράζει τελικά την δυνατότητα μιας κοινωνικής διαχείρισης των πλουτοπαραγωγικών πόρων και να λειτουργεί με θεσμικό και αποτελεσματικό τρόπο αναδιανεμητικά. Στα πρώτα του βήματα ένα τέτοιο διεθνές όργανο θα είναι φορέας ιδεών, προτάσεων και δράσεων για την αλλαγή όλου του παγκόσμιου σκηνικού στον τομέα της διεθνούς ενότητας και δικαιοσύνης. 6. Να δημιουργηθεί ένας διεθνής όμιλος από ανθρώπους που διαπνέονται από πνεύμα καλής θέλησης για την προώθηση της οικονομικής συνεργασίας, του μερισμού, της δικαιοσύνης, της πολιτικής διαφάνειας, της ελευθερίας και της διεθνούς ενότητας. 7. Να ενισχυθεί μια συνακόλουθη θετική κοινή γνώμη, που να αναδεικνύει την δημοκρατική και δημογραφική της υπεροχή απέναντι στις ηγεσίες και να εκδηλώνει την ισχύ της, όχι ολοκληρωτικά, αλλά μέσα από την διαλογική διαμάχη, μέσα από την νοημοσύνη και την καλή θέληση και την δημιουργική συνεργασία. Βέβαια θα πρέπει να λειτουργήσουμε με όρους πραγματισμού, όπως και σε άλλους τομείς φασματικά στην θρησκεία και στην πολιτική, στην επιστήμη. Ο πραγματισμός είναι ένα κρίσιμο σημείο και είναι πάντα ουσιαστικά προοδευτικός, στον βαθμό που συνυπάρχει με αξίες, με όραμα, με πεδίο ιδεών αλλά ταυτόχρονα και με διαδικασίες λειτουργικές, φυσικές και αποτελούν συνήθειες και έλξεις που πρέπει να μετουσιωθούν και να μετεξελιχτούν.
Η γνώση σε συνδυασμό με την λογική και την δικαιοσύνη μπορούν να ρυθμίσουν ουσιαστικά την αγορά γιατί η γνώση είναι πλέον επαρκής για να μας επιτρέψει να ρυθμίσουμε την αγορά. Αυτό δεν ίσχυε στο παρελθόν, καθώς ούτε η επιστήμη είχε αρκετά εργαλεία ούτε υπήρχαν και οι τεράστιες βάσεις δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι η βιώσιμη ρύθμιση της αγοράς είναι πλέον ζήτημα πρόθεσης και λογικής, ειδικά στην σημερινή μας εποχή όπου η γνώση, η τεχνολογία και η επικοινωνία μπορούν να μας εξυπηρετήσουν τόσο αποτελεσματικά.
|