protagon.gr
 
ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ (A' Mέρος) --- Σειρά Εργατικό Κίνημα Οικονομία Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 01 Ιούλιος 2010 15:24

Nonsym_velocity_time_dilat_common
Φωτό: wikimedia

       Ποια γεγονότα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στο παρελθόν καθορίζουν τον σημερινό τρόπο θέασης του κόσμου; Το εργατικό κίνημα προσπάθησε να απαντήσει στον οικονομικό ολοκληρωτισμό του κεφαλαίου. Τί εκτρέπει όμως τα επαναστατικά προγράμματα προς τον  ολοκληρωτισμό και τη βαναυσότητα;  Τί νόημα έχουν οι θεωρίες όταν το αποτέλεσμα είναι μακριά από τις ορθές ανθρώπινες σχέσεις; Μήπως είναι απαίτηση των καιρών η προσθήκη στην ατζέντα του εργατικού κινήματος των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου;
ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ, ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ - Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ (Α' Μέρος)
      Το εργατικό κίνημα -όσο και αν φαίνεται να διαμορφώνεται στα πλαίσια του 19ου και του 20ου αιώνα- είναι μια εξαιρετικά παλαιά υπόθεση καθώς υπήρχε πάντα μια σύγκρουση μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας, ιδιοκτησίας που έφτανε μέχρι την ιδιοποίηση του ανθρώπου, την δουλεία του. Η εργασία ξεκίνησε από τη φυσική επιλογή και διαδικασία στην γεωργική παραγωγή, έφτανε μέχρι την αξιοποίηση στης εργασίας των ζώων αλλά και την ιδιοποίηση της ίδιας της ζωής τους ως τροφής και συνέχισε τον κύκλο της με τους ζωτικούς χώρους της τροφικής αλυσίδας. Η εργασία έφτασε να γίνει ανθρώπινη δουλεία αλλά και η τροφική αλυσίδα του ανθρώπου να «εμπλουτιστεί» με ανθρώπινο κρέας, ανθρωποθυσία και βορρά στο θέαμα. Ήταν ένας αέναος κύκλος βαρβαρότητας που αναδείκνυε τις ζωικές καταβολές πολιτισμικά ενισχυμένες. Αυτό ήταν μια ενέλιξη της ανθρωπότητας στον φυσικό οικολογικό της υλισμό και μια ένδειξη για το βαρύ φορτίο και την δυσχέρεια που υφίσταται στην εξέλιξή της. 
   Από τους αλλεπάλληλους κύκλους προσπάθειας εκπολιτισμού ή «εξανθρωπισμού» - πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού - των ανθρώπων φτάσαμε ως τις χωρίς προηγούμενο οριακές εκρήξεις βαρβαρότητας του 20ο αιώνα. Οι θυσίες των οικείων, των υπηρετούντων και των λαών στον βωμό των ηγετών και των βασιλέων στην αρχαιότητα και οι θυσίες των δούλων, οι ανθρωποθυσίες που γινόντουσαν στους θεούς, οι θυσίες εν ονόματι κοινών συμφερόντων στους πολέμους, όλες αυτές οι θυσίες πολύ αργά δίδασκαν τον άνθρωπο.

Η αργή επώαση των ιδεών: το παράδειγμα της Δημοκρατίας 
 
   Όσοι καινοτόμοι επεχείρησαν να μετατρέψουν την βίαιη ισχύ σε ρυθμιζόμενη ισχύ - έτσι ώστε να ισορροπούν μεταξύ της μαζικής επιθυμίας και ισχύος και της επιθυμίας της διακυβέρνησης - υπέφεραν πολύ και είδαν να βγαίνει μικρό έργο από τον κόπο των ιδεών τους, για να θυμηθούμε την ιστορία του Κομφούκιου, του Ακμπάρ, του Κουμπλάι Χαν και πολλών άλλων ηγετών σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
  
  Μερικές ιστορίες - ιδεών και ανθρώπων - είχανε μια τεράστια συνεισφορά αλλά σε πολύ μεγάλο μήκος χρόνου. Το παράδειγμα της ιδέας της δημοκρατίας είναι χαρακτηριστικό. Η δημοκρατική ιδέα γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα σε ένα βαθμό, και όχι μόνο όμως σ’ αυτήν.  Πήρε την οριστική της τροπή από την επιτυχία και την σημαντικότητα της μεταρρύθμισης του Σόλωνα και στη συνέχεια του Κλεισθένη. Απέκτησε την ιστορική σημαντικότητα της επιβίωσης του πολιτεύματος μέσα από τους Μηδικούς πολέμους και από τις εσωτερικές εξελίξεις του ελληνικού πολιτισμού. Γονιμοποίησε το Ρωμαϊκό δίκαιο που αποτέλεσε μια μετεξέλιξη ή προσαρμογή της ελληνικής εμπειρίας και το οποίο δοκιμάστηκε μέσα από την ιστορική κρίση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσω του κινήματος του Σπάρτακου και του Χριστιανισμού. Η ιδέα της δημοκρατίας στον ύστερο μεσαίωνα αποκτά την μορφή της, με τη  Μάγκνα Κάρτα, τις πόλεις-κράτη, τα μορφωτικά  κινήματα και την γέννεση της Αστικής Τάξης στην Αναγέννηση, τον Ανθρωπισμό, τη Μεταρρύθμιση το Διαφωτισμό, το Φιλελευθερισμό, το Ρομαντισμό και το Σοσιαλισμό. Είναι ένα τεράστιο ρεύμα που συνδέεται με τις επιστήμες του ανθρώπου στον 19ο και τον 20ο αιώνα και που αναδεικνύει βέβαια τη σημαντικότητα του στοχασμού και των ιδεών στην ιστορία Χεγκελιανά και όχι μόνο. [1]

 
    Σ’ όλη αυτή την κρίση δεσπόζοντα ρόλο παίζει η ιδέα της ιδιοκτησίας και η σχέση μας με την εργασία. Αυτό συμβολίζεται και στην αφήγηση της Εδέμ και την εξορία από αυτήν. Συμβολίζεται στη σχέση της συνείδησης με τον βιοτικό κύκλο και στην ανακάλυψη του φαντασιακού της θέσμισης από τον άνθρωπο αλλά και της δυσκολίας της διαχείρισης των πόρων, μέσω θέσμισης και εργασίας. Είναι η εργασία στο πεδίο των ιδεών και των θεσμών και η εργασία στη φύση. Συνδέεται με τη βία της φυσικής διαλεκτικής και την αδυναμία του ανθρώπου να απορροφήσει τη ζωική σχόλη, την ρέμβη και την αμεριμνησία στον πολιτισμό του όπως και την ενατένιση με αποσύνδεση που επιτρέπει τον ελεύθερο χρόνο και τη βιωματική απόλαυσή του. Αντίθετα η αναζητούμενη απόλαυση δια της επιθυμίας γίνεται ένα παίγνιο του φαντασιακού που στρεβλώνει τον πνευματικό ορίζοντα και στοχασμό της ανθρωπότητας, καθώς μόνο οι στοχαστές μπορούν να διαθέτουν το αναγκαίο υποκειμενικά υπόβαθρο και αυτοί μόνο υπό κάποιες κοινωνικές συνθήκες, αν και γνωρίζουμε ότι υπήρξαν μεγάλοι στοχαστές στην θέση του δούλου και του αγωνιστή όπως και στοχαστές ελεύθεροι από οικονομική μέριμνα.

     Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο στοχασμός είναι ταξικό ιδίωμα. Αυτός ήταν ένας από τους μύθους που καλλιεργήθηκαν και που απέδωσαν φτωχά ιστορικά αποτελέσματα. Το είδαμε αυτό και στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν δεν είδαμε τα μεγάλα πνευματικά επιτεύγματα που προσδοκούσε ο ταξικός μύθος στην ποιότητα ζωής των λαών. Παρότι υπήρξαν κοινωνικές κατακτήσεις δεν είδαμε τελικά την οργανωμένη παραγωγή εργασίας να απελευθερώνει σχόλη και χρόνο για την πνευματική ανάδειξη και απόλαυση του ανθρώπου. Αντίστοιχα στον «υπαρκτό» Φιλελευθερισμό ο ελεύθερος χρόνος αλλοτριώνεται ουσιωδώς.

Σταθμοί στην πρόοδο του εργατικού κινήματος - ως βασικού κινήματος πνευματικής και εξελικτικής έκφρασης της ανθρωπότητας
    Το εργατικό κίνημα συχνά είχε πνευματική έμπνευση και δεν ήταν ακριβώς οι μάζες που το συγκροτούσαν, για να διαλύσουμε ακόμη έναν μύθο. Βασικοί σταθμοί ήταν οι συγκρούσεις που γινόντουσαν μεταξύ αυταρχικής εξουσίας, αδιάλλακτου νόμου και ανεπίκαιρου ετεροχρονισμένου οπισθοδρομικού θεσμού από τη μια, με συνθήκες που αφορούσαν στις νέες ανάγκες και στη νέα συνείδηση, μια συνείδηση η οποία αντιστεκόταν στην ισχυρογνωμοσύνη αυτή και τη βαρβαρότητα της ισχύος από την άλλη.
    Τα αδιέξοδα αυτής της ισχύος - είτε αυτά εμφανιζόντουσαν μέσα από κρίσεις πολεμικές είτε μέσα από κρίσεις φορολογικής πολιτικής και έλλειψης αγαθών, από έλλειψη μέριμνας, από φυσικές καταστροφές κλπ - λειτουργούσαν ως παράγοντες ανατροφοδότησης όπου πλέον γόνιμοι φορείς,  πρόσωπα εκφραστές ιδεών έβρισκαν κοινό για την προώθηση ιδεών και αλλαγών.

    Αυτό έγινε στο πλαίσιο της Μάγκνα Κάρτα, με σημαντικό εμπνευστή τον Στέφανο Λάνγκτον, όπως επίσης στα πλαίσια της Γαλλικής ή της Αμερικάνικης Επανάστασης και των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων της εποχής του ρομαντισμού. Οι τελευταίες εξετράπησαν πολλές φορές σε μεγαλοϊδεατισμούς. Τη σκυτάλη πήραν οι Σοσιαλιστικές επαναστάσεις που εξετράπησαν σε ολοκληρωτισμό. Μετά από την διαδικασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, φτάσαμε σε ένα σημείο για επαναδιευθέτησης του μέλλοντος. Η ευκαιρία αυτή πλέον μπορούμε να πούμε ότι δεν αξιοποιήθηκε όσο θα έπρεπε - και τώρα είμαστε στο μέσον μιας συνεχιζόμενης και κλιμακούμενης  κρίσης πολύ πιο πολύμορφης και σε πολλά σημεία πιο ύπουλης από ότι στο παρελθόν.

Το ιστορικό βάθος του εργατικού κινήματος
    Η βιομηχανική επανάσταση και ο θεσμός της αγοράς έχουν και αυτά τις καταβολές τους σε πολύ μεγάλο ιστορικό βάθος.
   Αυτό ξεκινά από την πρώτη αγροτική και νομαδική ζωή του ανθρώπου με τις εργαλειακές επαναστάσεις, διασχίζει την πρώτη ιδιοποίηση των ζώων εργασίας, αναπαραγωγής και τροφής, περνά μέσα από τον θεσμό της δουλείας, τον εταιρικό και κεφαλαιακό πλούτο, τον κύκλο της εμπορευματοποίησης των συσσωρεύσεων του προϊόντος και του μέσου, με όλα τα φαινόμενα κλίμακας, διαμορφώνοντας μια συνεχή εξέλιξη της μορφής της αγοράς.
    Φτάνουμε στους ιδρυτές της οικονομικής επιστήμης τον Φρανσουά Κενέ, τον Άνταμ Σμιθ και τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ακολουθεί η γενεά των πιο εξειδικευμένων οικονομολόγων, καθώς η πρώτη γενιά ήταν οικονομικό-φιλόσοφοι ή φιλόσοφοι της ζωής. Ο Φρανσουά Κενέ είναι ο ιδρυτής της Φυσιοκρατικής Σχολής, ο Άνταμ Σμιθ ο θεωρητικός των «ηθικών συναισθημάτων» κάνει την πρώτη συστημική δουλειά για την οικονομία συνεχίζοντας τον δρόμο που ξεκίνησε ο Φρανσουά Κενέ με τους «οικονομικούς πίνακες» - και ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ θεμελιώνει ιδέες που αφορούν την ιδιοκτησία, τους φράκτες, το κοινωνικό συμβόλαιο, την παιδεία ή την ανάκτηση της πνευματικής αξίας από τον άνθρωπο με τον Αιμίλιο, και όλο το παίγνιο του πολιτισμού, της φύσης και του ανθρώπινου πνεύματος.

    Κατόπιν δημιουργείται μια νέα γενεά αμφισβητιών, που εκφράζουν αυτή την διαλεκτική. Ως συνεχιστές κυρίως του Ζαν Ζακ Ρουσσώ ακολουθούν οι ιδεαλιστές του σοσιαλισμού και οι κοινοτιστές και στην συνέχεια οι ιδεαλιστές του αναρχισμού και του μαρξιστικού σοσιαλισμού. Παράλληλα στην γενεαλογία της σκέψης του Άνταμ Σμιθ γεννιούνται οι εκτροπές και οι αντιδικίες γύρω από το κράτος ή τη μόχλευση του κράτους ως θεσμικής οικονομίας κλίμακας για την ιδιωτικότητα και την εταιρική ισχύ της. Εδώ κυριαρχεί ξανά το αυτονόητο, το φάντασμα, -όπως και στην εποχή της δουλείας- της ιδιοποίησης του κέρδους ως αυτοσκοπού, χωρίς στοχασμό για τη ζωή. Η θεωρία της αλλοτρίωσης που επιχειρεί να θέσει το «στοχασμό για τη ζωή», αποτυγχάνει πλήρως, καθώς στο πολιτικό της σύστημα η «απελευθερωτική δικτατορία του προλεταριάτου» αποδεικνύεται ανίκανη -πνευματικά και πολιτικά- να συγκροτηθεί με αξίες και λόγο, καταφεύγοντας στον ολοκληρωτισμό και αυταρχισμό της απόλυτης ιδιοποίησης του κράτους από έναν νέο ολοκληρωτισμό επί της δικτατορίας του προλεταριάτου!
    
     Αυτός ο γραφειοκρατικός, ιδεολογηματικός, πολιτισμικός και διανοητικός ολοκληρωτισμός επί της δικτατορίας του προλεταριάτου,  επιβάλλει μια άποψη σε κάθε τομέα της σκέψης θεωρώντας ότι ο άνθρωπος είναι μια ματεριαλιστική μηχανή. Αν σκεφτόταν κανείς πιο επιστημονικά, ολοκληρωμένα για αυτόν τον ματεριαλισμό θα διαπίστωνε ότι ο άνθρωπος δεν θεωρείται παρά ένα εργαλείο και μόνο, με μια μηδενιστική απόληξη ως οντότητα και αξία που ακυρώνει «λογικά» κάθε σοσιαλιστικό ουμανισμό.

      Έτσι καταλήξαμε από την μία να έχουμε το μηδενισμό της αυταπάτης και απ’ την άλλη το μηδενισμό της άρνησης της ελευθερίας. Η αλλοτρίωση της ελευθερίας και στη μία και στην άλλη περίπτωση είναι το κυρίαρχο σημείο. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το έλλειμμα ενοποίησης, το έλλειμμα διαλεκτικής ομαδικότητας και σύνθεσης των ιδεών, γιατί οι ιδέες δεν μπορούν να συγκροτηθούν ως μονήρεις. Έτσι, η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την αδελφοσύνη και τη δικαιοσύνη, χωρίς την ιεραρχικότητα και την ισότητα και ούτω καθεξής. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την οντότητά μας σε σχέση με την ετερότητα και την ολότητα, την υλικότητα και την πνευματικότητα. Όμως ο προβληματισμός αυτός παρέμεινε υπανάπτυκτος κάτω από τις «λογικές» της ιστορικής ρουτίνας.

Η ιστορική διαδρομή των αντιφάσεων του εργατικού κινήματος
    Πώς φτάσαμε όμως ως το σημερινό σημείο κρίσης και ανεπάρκειας του εργατικού κινήματος; Καταρχήν, είχε καλλιεργηθεί μια κουλτούρα η οποία δεν ήταν λειτουργικά συνεκτική με το ιστορικό περιβάλλον ως μια ρήξη με μορφές, με οριστική απόρριψη όπως της θρησκείας και του εν γένει φιλοσοφικού στοχασμού της αναζήτηση νοήματος πνευματικού στη ζωή, στα έθνη, στις διαφορετικές κουλτούρες κλπ.  Δεν υπήρξε δηλαδή προβληματισμός για το πνευματικό περιεχόμενο του ανθρώπου όπως επίσης και για την συνύπαρξή του και την βιωσιμότητά του σε σχέση με την φύση ή το περιβάλλον.

   Στη Μαρξιστική και Ενγκελσιανή δοκιμιακή συγγραφή υπήρξαν ελάχιστες και πολύ προβλεπτικές προσεγγίσεις για τα θέματα που αφορούν τις αντιφάσεις της αντιμετώπισής μας και τις μοιραίες συνέπειες για τα ζητήματα του περιβάλλοντος. Ήταν προβλεπτικές για την περιβαλλοντική κρίση και για τη συνάφεια της περιβαλλοντικής μας βίας με την κοινωνική βία. Υπήρξαν ελάχιστες αναφορές για τα ζητήματα της αλλοτρίωσης στο πνευματικό επίπεδο ή σχεδόν καθόλου. Δόθηκε έμφαση μόνο στον τομέα της κοινωνικής αλλοτρίωσης. Έπρεπε να γίνει ένα μαζικό κίνημα με μια συντονισμένη ιδεολογική περιληπτικότητα. Στον τομέα της θρησκείας μόνο ελάχιστες νύξεις συνύπαρξης υπάρχουν από  τον Λούντβιχ Φόυερμπαχ ως τον πρώιμο Καρλ Μαρξ, όπως και μέσα από τις ύστερες προσωπικές του επιστολές όπου αναφέρεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση που του θύμιζε τη Νιρβάνα ή που αναφέρεται στα θέματα που αφορούν την αγάπη του για τη Τζένη Φον Βεστφάλεν και τη μεταφυσική των κύκλων της ζωής από τον Πυθαγόρα και τους Βραχμάνους έως τις νεώτερες μεταφυσικές απόψεις.

    Μικρές νύξεις κάνει και ο Βλαντιμίρ Λένιν στη Λογική του Αιθέρα και Ενέργειας κινούμενος στη γραμμή της Θεοσοφίας ή ακόμη παρομοιάζοντας τη διαλεκτική με την Ινδουιστική τριαδικότητα του Βράχμαν, του Βισνού και του Σίβα στα Φιλοσοφικά Τετράδια.
     Κατά τα άλλα οι προσπάθειές του Λένιν να συνυπάρξει με προβληματισμούς ή με απόψεις όπως αυτές του Ανατόλι Βασιλίεβιτς Λουνατσάρσκι ή του Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγιεφ στο επίπεδο το πολιτικό είναι επίσης σεβαστές. Οι αντιφάσεις του όμως γύρω από τον Τολστόι είναι έκδηλες ενός πολιτικού καιροσκοπισμού και τυχοδιωκτισμού στη λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Φυσικό είναι στα ιστορικά εγχειρήματα να υπάρχουν λάθη και ατέλειες γιατί τα πολιτικά υποκείμενα τόσο τα ατομικά και ομαδικά όσο και τα συλλογικά έχουν περιορισμούς φέρουσας ικανότητας και διακριτικότητας.

    Η θεοποίηση που ακολούθησε του Μαρξισμού που έφτασε και στη θεοποίηση του Στάλιν -η οποία δυστυχώς ποτέ δεν λειτούργησε ως μια αναδρομική, ως μια αυτογνωσιακή και αυτοκριτική αφετηρία για το πάθος του ανθρώπου για τη θρησκεία- είναι ενδεικτική της ανθρώπινης αδυναμίας και ανάγκης του ανθρώπινου σταδίου εξέλιξης. Αυτή την ανάγκη την υποδεικνύει πιο ειλικρινώς ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ». Το ίδιο όμως συνέβη και στα αντίπαλα στρατόπεδα όπου επίσης λειτούργησαν με βία και μαχητικότητα επιβολής.

     Ας θυμηθούμε ότι ο παράδεισος του νέο-φιλελευθερισμού ήταν μια στυγνή χούντα, η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή -και τώρα γίνεται υπό μια έννοια- ο μεγάλος του παράδεισος, η Κίνα που διαδέχθηκε τον Μάο.  Αυτές οι «ρεαλιστικές» ιστορικές συγχύσεις που γίνονται στα ιδεολογικά ρεύματα και που καταλήγουν σε εκκρεμείς συγκοινωνούσες αντιδράσεις «ρεαλιστικής πολιτικής» όπως αυτές του Συμφώνου Μονάχου και του Συμφώνου Μολότοφ Ρίμπεντροπ είναι χαρακτηριστικές στην ιστορία και γι’ αυτό απαιτούν ένα πολύ πιο υγιές σώμα αξιών, αρχών και φορέων απέναντί τους, χωρίς στρεβλωτικές παραχωρήσεις όπως αυτές που έγιναν πχ στην Κοινωνία του Εθνών ή με την ίδρυση του ΟΗΕ και με το καθεστώς που διαμορφώθηκε σε χώρους όπως η Μέση Ανατολή κλπ.
    Χρειαζόμαστε ένα σταθερό σώμα αρχών το οποίο να μπορεί να αντέχει σε αυτές τις δήθεν «ρεαλιστικές» πιέσεις ισχύος και συμφερόντων.

   Ο Σοσιαλισμός βρήκε, στον καιρό του ψυχρού πολέμου, στη Λατινική Αμερική και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις συμμάχους ξανά στη χριστιανική ή στη θρησκευτική κουλτούρα - όπως στην περίπτωση των Σαντινίστας - και πάλι βέβαια με προβλήματα γιατί δεν μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν αμιγείς αξίες αγαθού σε προβληματισμούς και στάσεις σε ρεαλιστικές συνθήκες. 
  Αντίστοιχα, επίσης αναζητήθηκε το θέμα της αυτοδιάθεσης των Εθνών από τον Βλαντιμίρ Λένιν, σε σύγκρουση με τη Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ωστόσο ιστορικά θα έλεγε κανείς ότι η Ρόζα Λούξενμπουργκ δικαιώθηκε από την πορεία της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης γύρω από τα ζητήματα της αυτοδιάθεσης των Εθνών. Ταυτόχρονα το πρόβλημα της βαρβαρότητας της αποεθνοποίησης αναδείχθηκε και από τα ζητήματα και τις συμπεριφορές του Στάλιν το οποίον τον αποκαλεί «Μεγαλορώσο Σπαζομούτρη» ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Λένιν.

       Το χαρακτηριστικό της αντίφασης φαίνεται σε όλα τα ρεύματα και τα πρόσωπα, περιλαμβανόμενου και του Τρότσκι, με πολλά αμφισβητούμενα σημεία. Είναι ο ίδιος ο Τρότσκι στην Κρονστάνδη και στην εκτελεστική δράση του ερυθρού στρατού και ο ίδιος μετά με την αμφισβήτηση «της δικτατορίας επί της δικτατορίας του προλεταριάτου» και της προδομένης γραφειοκρατίας, ή επίσης ο άτεγκος κριτής του Κεμάλ.

      Οι ίδιες αντιφάσεις θα παρατηρηθούν και στις προσεγγίσεις στοχαστών γύρω από το Σοβιετικό πείραμα ενώ παράλληλα πάρα πολλοί θα ξεχάσουν την διαλεκτική της ωρίμανσης στις προσεγγίσεις που έκανε ο Καρλ Μαρξ κρίνοντας τον Γερμανογαλλικό πόλεμο ως αφετηρία ενός Παγκοσμίου Πολέμου όχι ταξικού. Ξεχνούν δηλαδή ότι ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ αναγνωρίζει και άλλους παράγοντες - πέρα από τον ταξικό - στο ιστορικό γίγνεσθαι και ξεχνούν ακόμη και το γεγονός ότι προέβλεπε μια ωρίμανση ζητημάτων ακόμη και σε ζητήματα όπως αυτό της παιδικής εργασίας κρίνοντας το πρόγραμμα της Γκότα και Ερφούρτης. Οι λεπτές αποχρώσεις χάνονται. Θα αναδειχθούν αργότερα, άλλες και ως αιτήματα από στοχασμούς όπως του Αντόνιο Γκράμσι για το μορφωτικό εγχείρημα στον Σοσιαλισμό ή του Μπρεχτ μ’ αυτή τη στοχαστική καλλιτεχνική και αισθητική διαλεκτική του, οποίος όμως στο βάθος του έκρυβε και μια αμέριστη εκτίμηση για τον Λάο Τσε.

     Αυτές οι όμορφες ποιητικές παραδοξότητες χάνονται. Είναι η ίδια ποιητική παραδοξότητα που γοητεύει τον Βλαντιμίρ Λένιν στη μουσική και στις σονάτες του Μπετόβεν που ακόμη μπορεί να σαγηνεύσει και έναν Στάλιν. Τέτοιες όμως παραδοξότητες θα φτάσουν ως νέα Νερώνιος βαρβαρότητα να χρησιμοποιηθούν ως μουσικό διάκοσμο των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» τη μουσική του Μότσαρτ στη Ναζιστική Γερμανία. Πρέπει να ψάξουμε βαθύτερα στον πνευματικό μας ορίζοντα για να συγκροτήσουμε καλύτερα τις απόψεις μας και τις θέσεις μας απέναντι στα πολύ μεγάλα θέματα και να ενώσουμε τη μικρή μας και τη μεγάλη μας κλίμακα.

     Δυστυχώς πολλές εξελίξεις διαμορφώθηκαν από την κυμαινόμενη σχέση μικρής και μεγάλης κλίμακας και το βλέπουμε αυτό και στην εξέλιξη των στοχασμών είτε πάρει κανείς έναν Βλαντιμίρ Λένιν αστό που χάνει τον αδερφό του από το Τσαρικό καθεστώς, είτε πάρει έναν Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγιεφ - που τον απαξιώνει η Μπολσεβίκικη Επανάσταση ως Μενσεβίκο ώσπου φτάνει να γίνει ένας απολογητής του ολοκληρωτισμού του Ζοζέφ Ντε Μεστρ, ενός εκφραστή απόλυτου και αυταρχικού ηγεμονικού φονταμενταλισμού διεστραμμένου για να αναθεωρήσει προς το τέλος της ζωής του με έναν βαθύτερο μυστικιστικό ορίζοντα στο «Αλήθεια και Αποκάλυψη».

Η ολιστική στάση ζωής ως διέξοδο από τις αντιφάσεις 
     Το πρωταρχικό μας ζήτημα είναι το πώς βλέπουμε τον βίο και την εργασία. Βλέπουμε τον βίο ως πεδίο κέρδους και ενός φαντάσματος; Βλέπουμε την εργασία με μια αντιπάθεια και εργαζόμαστε για να πάψουμε να εργαζόμαστε;  Βλέπουμε την εργασία ως ένα μέσο για να μετατρέψουμε την συσσώρευση σε εξουσία, σε ένα φαντασιοκόπημα; 
     Ξεχνάμε το γεγονός του θανάτου ή θέλουμε να παρακάμψουμε τον θάνατο για να μπορούμε να οικοδομούμε θεατρικές παραστάσεις, να διασκεδάζουμε την αργία μας και να διαστρέφουμε την σχόλη μας; 

    Αυτά είναι θεμελιώδη ζητήματα τα οποία δεν μπόρεσε να λύσει ο άνθρωπος στην ιστορία και στην ιστορική εξέλιξή του και που πρέπει να τα λύσει τώρα οπωσδήποτε. Αν δεν σταθούμε σε αυτά τα προβλήματα, όσες τεχνολογικές επαναστάσεις και να κάνουμε, όσες κεφαλαιακές θεσμίσεις και να κάνουμε, θα εξακολουθούμε να ανακυκλώνουμε τις κρίσεις μας και θα διαψεύδεται η προσδοκία μας ότι με τις μηχανές θα δούμε την απελευθέρωσή μας.  

     Τελικά βλέπουμε πώς τώρα η ανθρωπότητα ξαναβυθίζεται σε ένα πλήρες αδιέξοδο γύρω από το ασφαλιστικό μέλλον και τις εργασιακές συνθήκες, παρ’ όλη την τεχνολογική καινοτομία και την δημογραφική εργασιακή εφεδρεία. Οδηγείται σε μια πλήρη κατάρρευση, σε ένα πλήρες Βατερλό με ταυτόχρονη κατάρρευση αυτήν του περιβάλλοντος. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο τρέλας από τον οποίο δεν θα εξέλθουμε αν δεν μπορέσουμε να ενώσουμε τον στοχασμό της μικρής και της μεγάλης κλίμακας. Ο Καρλ Μαρξ δεν μπόρεσε να το κάνει. Ο Κέυνς δεν ασχολήθηκε με αυτό και τα «ηθικά συναισθήματα» δεν ενώθηκαν με τον φιλελευθερισμό του Άνταμ Σμιθ ή το στοχασμό του Τζέρεμι Μπένθαμ, του Ουίλλιαμ Γουίλμπερφορς και άλλων. 

      Ο δρόμος μας είναι αρκετά δύσκολος, είναι ο δρόμος που μπορεί να ενώσει σε ένα το στοχασμό του Ωρομπίντο ή του Πλωτίνου και του Πλάτωνα με τον στοχασμό του Καρλ Μαρξ και του Τζων Κέυνς. Είναι ένας δύσκολος δρόμος. Ζούμε σε «ενδιαφέροντες καιρούς», όπως λέει, ο Λιούις Μάμφορντ σύμφωνα με την κινέζικη ευχή και κατάρα.
     Οι επιχειρήσεις, οι εταιρείες και τα κεφάλαια δεν έφεραν τον παράδεισο, ούτε και ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός έφερε τον παράδεισο ούτε όλα τα υβρίδια αυτών μεταξύ τους έφεραν κανένα παράδεισο.  Πρέπει να το ξανά επιχειρήσουμε, όπως έλεγε ο Εμμάνουελ Καντ.

     Και φυσικά δεν μπορούν να το «ξανά επιχειρήσουν» αυτοί που αντικρίζουν το όλο ζήτημα με μια φοβία συγκρητισμού, όπως οι Εβραίοι έβλεπαν τον Χριστιανισμό, όπως οι Ρωμαίοι έβλεπαν τον Χριστιανισμό ή όπως στην συνέχεια ο Χριστιανισμός έβλεπε τις αιρέσεις ή τις άλλες θρησκείες κτλ. Αρνούμενοι την πρόοδο, αρνούμενοι την εξέλιξη, αρνούμενοι την αλληλεπίδραση δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Η εξέλιξη δεν είναι υπόθεση των μουσείων. Δυστυχώς, όμως η ανθρωπότητα έχει την ικανότητα να λειτουργεί και με ζωντανά μουσεία ή να αποτελεί και η ίδια πολλές φορές ζωντανό μουσείο του παρελθόντος, ένα ενοικούν φάντασμα στα μουσεία.

     Η δραματικότητα του δογματισμού μπορεί να φανεί από την αδυναμία μας να δανειστούμε και να κατανοήσουμε ιδέες και ανάγκες που χρειαζόμαστε απελπιστικά. Μερικές τέτοιες ιδέες θα μπορούσαμε να τις δανειστούμε ακόμη και από μια αντίπαλη σκέψη, η οποία σε τελική ανάλυση μπορεί να είναι ζωτικά συμπληρωματική.  Από τη σκέψη ενός Φρίντριχ Χάγιεκ ακόμη και ενός Τόμας Φρίντμαν που και ο ίδιος είχε πει ότι «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανιστές» καραδοκώντας μετά να εκμηδενίσει τον Κεϋνσιανισμό μέσω ενός ολοκληρωτικού κράτους, μέσω του κράτους της δικτατορίας του Πινοσέτ, μέσω μιας έξω-συνταγματικής μη νομιμότητας. Να αξιοποιήσουμε ακόμη την αντίπαλη σκέψη ακόμη και υπό το φως του ότι μπορεί και φέρνει στην επιφάνεια τις αρετές μας.

   Το αδιέξοδο αυτό και οι αντιφάσεις φαίνεται ακόμα και σε μεγάλους ποιητές και στοχαστές που αχρηστεύουν έτσι μέρος της μεγαλοσύνης τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Ρίτσος με τη γνωστή του φράση ότι «τα σοβιετικά τανκς χορεύουν βαλς στις πλατείες της Πράγας», [2] ή σε άλλη απόδοση ότι ήταν γλυκός ο ήχος των σοβιετικών τανκς κάνοντας λόγο για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα της Τσεχοσλοβακίας το 1968. Τώρα ποια ήταν η γλυκύτητά τους στην Πράγα ή στη Βουδαπέστη είναι ένα άλλο ζήτημα.

   Ταυτόχρονα, βλέπουμε τον ολοκληρωτισμό και των «αντιπάλων»  και τον ναρκισσισμό τους ακόμη και στις περιπτώσεις πολλών ηγετικών παραγόντων του κινήματος αμφισβήτησης του κομουνιστικού καθεστώτος, όπως πχ. στην πολύπαθη Πολωνία. Η ίδια ιστορία – από ανθρωπολογική σκοπιά - υπήρξε στην Γαλλική Επανάσταση, μέσα τις διαδικασίες ανάπτυξής της αλλά και στον σφετερισμό της εξουσίας. ‘Όμως ο ολοκληρωτισμός της αντιπαλότητας ως ωμότητας και αντιδημοκρατικότητας συμφερόντων ήταν καθαρά αδικαιολόγητος στις δικτατορίες τύπου Μπανανίας και Ορυχείων με τους "Οικονομικούς δολοφόνους". 

   Πάντα, θα έλεγε κανείς, υπάρχει μια διαλεκτική προόδου και κρίσης στο ισοζύγιο μεταξύ της ανιδιοτέλειας και της ιδιοτέλειας, απέναντι στο οποίο πρέπει να είμαστε διακριτικοί και να μετέχουμε πνευματικά, κοινωνικά και ιστορικά με την μεγιστοποίηση της ευθύνης μας.

    Το εγχείρημά μας πρέπει να είναι η σύνθεση, η ομαδικότητα, το μέτρο, η μεσότητα, η αρμονία, η διαλεκτική της συνεργασίας και της προοδευτικής αβλάβειας.  Στην ιστορία προκύπτει και η διαλεκτική της βίας από τα φαινόμενα υστέρησης, όπως προέκυψε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος για την ανάγκη αντιμετώπισης ολοκληρωτισμών του μεσοπολέμου και συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Αυτή τη διαλεκτική τη βλέπει κανείς πχ στην οριοθέτηση ενός φονταμενταλισμού, είτε αυτός ο φονταμενταλισμός είναι των αγορών, είτε του κράτους, είτε του έθνους, είτε της θρησκείας.

    Ο Κεμάλ Αττατούρκ πχ αποφάσισε να περιορίσει τον φονταμενταλισμό της θρησκείας, όμως έτσι ενίσχυσε τον φονταμενταλισμό του κράτους και του έθνους, την κατέληξε σε μία οικονομικοθεσμική διαπλοκή ή στο στρατιωτικό-οικονομικό βιομηχανικό σύμπλεγμα όπως θα έλεγε και ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ. Στην ιστορία υπάρχει στην ουσία μια κρίση ολοκλήρωσης και υπερβατικότητας των μορφών μέσα από την ισορροπία και από την διαλεκτική αναίρεση τους. 
     Έχουμε να ξεπεράσουμε μέσα μας και έξω μας, το στρεβλό υλικό ή το στραβόξυλο της ανθρωπότητας όπως έλεγε ο Κάντ σε κάθε τομέα. Ακόμη και ο Κάντ με τον Καθαρό Λόγο του εισάγει έναν μηδενιστικό ολοκληρωτισμό και χρειάζεται την συμπλήρωσή του από έναν στοχασμό όπως αυτόν του Σέλλινγκ ή άλλων στοχαστών.

    Υπάρχει ένα τεκτονικό υπόβαθρο στην ιστορία στον «ζώντα λίθο» ή στην λιθόσφαιρα του πολιτισμού και πολύ συχνά η καθυστέρηση της επίλυσης των κρίσεων οδηγεί σε πολύ μεγάλες και βίαιες δυναμικές εξελίξεις. Συχνά εφησυχάζουμε από ενδιάμεσους ήσυχους καιρούς από τις Μπελεπόκ που όμως κυοφορούν μέσα τους μείζονες κρίσεις. Είναι το ίδιο με τις κρίσεις που βλέπουμε στην ζωή μας και που εκδηλώνονται με ξαφνικά προβλήματα υγείας που εκκολάπτονταν επί μακρό. Είναι οι ίδιες κρίσεις που έχουμε δει πάντα στην άπληστη αναζήτηση ευημερίας σε περιόδους ήσυχων καιρών. 
    Η υστέρησή μας στην πρόοδο ιδεών στο πεδίο της ιστορίας και του πολιτισμού οδηγεί σε βίαιες απορρυθμίσεις και σε ρήξεις μέσα από τις ανάγκες και τις ρουτίνες, απ’ την τριβή που διαμορφώνεται ανάμεσα στις ανάγκες και τις ρουτίνες.

     Η ρουτίνα στην οποία είχε μπει και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο σε περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο βρίσκεται πια στο τέλος της. Ήταν μια ρουτίνα που μετά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε και στην φαντασίωση περί του «τέλους της ιστορίας» την ίδια ώρα που η ιστορία επαναδραματοποιείτο στο βάθος πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Ο μοιραίος στοχαστικός διχασμός μεταξύ πνευματικών και βιοτικών αναγκών
     Ο άνθρωπος έχει βασικά δύο θεμελιώδεις ανάγκες: τις βιοτικές και τις πνευματικές Απόρροια του γεγονότος ότι είναι ένα ον, που έχει αίσθηση ταυτότητας και αγωνία υπάρξεως. Ο υπαρξισμός δυστυχώς ήρθε σε μια σχεδόν μηδενιστική επαφή με τον Μαρξισμό και τον Σοσιαλισμό και απέφυγε την βαθιά συστημική μέθεξη, μέσω στοχαστών όπως ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ που εκφραζόμενοι συγκαιρικά δεν ολοκλήρωσαν ως πνευματικό, πολιτισμικό και κοινωνικό κίνημα τον σοσιαλισμό.

    Το υπαρξιακό ζήτημα δεν αγγίχθηκε από την Σοσιαλιστική σκέψη και εκεί υπήρξε ένα μεγάλο έλλειμμα στοχασμού. Ταυτόχρονα, ο φιλοσοφικός στοχασμός δεν στοχάσθηκε πάνω στο θέμα της εργασίας και της βιοτικότητας παρά το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος θεμελιωτής της σκέψης του Δυτικού Πολιτισμού ο Πλάτωνας και στην συνέχεια ο Αριστοτέλης ασχολήθηκαν αρκετά ενδελεχώς με αυτή την σχέση. Υπήρξε ένας διαχωριστικός ναρκισσισμός ανάμεσα στους δύο τομείς: στον πνευματικό και τον βιοτικό. Αυτόν τον διχασμό, από την Ανατολή, παρατηρεί κριτικά σε σχέση με την εξέλιξη της Ινδίας και του Ινδικού πολιτισμού ο Ωρομπίντο. Ο διχασμός ανάμεσα στον πνευματικό και τον βιοτικό τομέα απέβη μοιραίος και είναι ο ίδιος που οδήγησε στον δυισμό του Μεσαίωνα με την θρησκεία και την φεουδαρχία να λυμαίνονται τις ανθρώπινες ανάγκες και να διακυβερνούν σκοταδιστικά τις ανθρώπινες ψυχές.

   Είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που πρέπει να εστιαστούμε ξανά για να καλύψουμε τελικά την υπαρξιακή πνευματική ανάγκη του ανθρώπου και να υπάρξει η δυναμική ενός πνευματικού κινήματος "πνευματικής ασφάλειας". Η δεύτερη ανάγκη είναι να εξουδετερωθεί ένα μέρος του επιστημονικού μηδενισμού και ματεριαλισμού ως παράσταση. Αυτό στην ουσία είναι ένα ιστορικό παράδειγμα που εξελίσσεται από την εποχή του Διαφωτισμού και του ορθολογισμού μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα πρέπει να αντιμετωπίσουμε με έναν περισσότερο ανθρωπιστικό και αειφορικό τρόπο το πεδίο των βιοτικών αναγκών και της βιοτικής ευημερίας.

Το αγεφύρωτο μεταξύ αυτών των δύο σφαιρών αναγκών του ανθρώπου:
1.Στη μια περίπτωση χρειαζόμαστε την ελευθερία, την ευημερία, την αειφορία και τον πολιτισμό γιατί δεν μπορεί να βασίσουμε την ευημερία μας στην βαρβαρότητα μας απέναντι στα ζώα, στα φυτά, τη φύση, ούτε επίσης στην κοινωνική βαρβαρότητα μεταξύ μας και
2.στη δεύτερη περίπτωση χρειαζόμαστε την πνευματική μας διάσταση με την υπαρξιακή αγωνία αλλά και την υπαρξιακή τελικά δικαίωση που θα πρέπει να επιδιωχθούν και να εκφραστούν. Μόνο έτσι, με τη γεφύρωση αυτή θα είμαστε στον πραγματικό ορίζοντα του Πλανητικού Λόγου και όχι με τη μηδενιστική παιγνιακότητα της φύσης και της σκέψης όπως παρουσιάζεται από φιλόσοφους όπως ο Αξελός.

    Το εργατικό κίνημα πλέον πρέπει να είναι και ένα πνευματικό κίνημα αλλά και ένα κίνημα μιας άλλης στάσης για την εργασία, το προϊόν της, την απόλαυσή του,  τον μερισμό του και οπωσδήποτε την ποιότητά του στον κύκλο της φύσης. Δεν μπορεί απλώς να είναι μια κοινωνικά στατική ρυθμιστική οργάνωση που διαιωνίζει την ανάπτυξη για την ανάπτυξη μέσω μιας τυφλά αυξανόμενης ζήτησης και καταναλωτικής ευμάρειας.

    Δυστυχώς όμως αυτή την αναγκαιότητα - μιας πλουραλιστικής συνθετικής συνεργασίας και αλληλεπίδρασης - στην πορεία του εργατικού κινήματος, την είδαμε μόνο ως διακοσμητική, βλέποντας πολύ συχνά τους ανθρώπους του στοχασμού και του πολιτισμού να παίρνουν σαφέστατα θέση συχνά προοδευτική και βοηθητική. Όμως δεν λειτουργούσε και δεν συστηματοποιείτο αυτή η συνεργασία.

    Τώρα θα πρέπει να φτάσουμε σε μια ολοκλήρωση της συνεργασίας. Αυτή η ολοκλήρωση πρέπει να είναι ανοικτή και εξελικτική χωρίς το πειρασμό του συστημικού ολοκληρωτισμού και την «λογική» της επιβολής ως μέσο κυριαρχίας του «ορθού». Το «ορθό» δεν επιβάλλεται, επίσης το ορθό δεν μπορεί να είναι επιβολή. Η απλοϊκότητα και η αρνητικότητα που λέει: «να τελειώνουμε με την εννοιακή μέριμνα και υπαρξιακή και υπερβατική βάσανο», πρέπει να εκλείψει.

    Την ίδια ώρα βέβαια, πρέπει να φτάσουμε σε μια καταλλαγή αποδοχής και αναγνώρισης, έναν ησυχασμό, γιατί και αυτή ακριβώς η συνεχής υπαρξιακή ενόχληση είναι στρεβλωτική και δεν μπορούμε να διαιωνίσουμε τον τρόμο και την αγωνία τελικά για να είμαστε σε εγρήγορση. Χρειαζόμαστε να ξανά ανακαλύψουμε την «ευγενή μέση ατραπό» και όχι με τη «λογική» του αναχωρητισμού αλλά με τη «λογική» ακριβώς που την αναδεικνύει ιδιαίτερα εξαιρετικά ο Ωρομπίντο, ένας Ανατολικός στοχαστής, όπως παλαιότερα ο Κομφούκιος, που όμως ήταν βαθιά ενήμερος της πνευματικής και της ηθικής ανάγκης της εξέλιξης του κόσμου. 
 
   Η μανία δημιουργίας ξεχωριστών σχολών σκέψης και ρευμάτων ιδεολογίας πρέπει να μείνει αρκετά πίσω και να δούμε πώς θα συνεργαστούμε σε μια πολυώνυμη, ανώνυμη, συνθετική συντονισμένη και αμοιβαία αναγνωριστική αξιοποίηση των πάντων.

     Στρεφόμαστε στην ανάγκη να δούμε τον πνευματικό ορίζοντα του ζητήματος της εργασίας και της ιδιοκτησίας και για λόγους συστημικούς καθώς ο ηθικός και λογικός κίνδυνος στη λειτουργία του συστήματος, πχ με την αφθονία του μέσου του χρήματος δημιουργεί πληθωρισμό - και ο πληθωρισμός στη συνέχεια θα δημιουργήσει φτώχεια ενώ αρχικά δημιουργεί την εντύπωση ότι με αυτό τον τρόπο θα είχαμε αφθονία. Από την άλλη μεριά η στενότητα του μέσου που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως μέτρο, ως ρυθμιστής, ως ανάπτυξη, ως βιωσιμότητα, ως οργανικό στοιχείο και ως ρυθμιστής της οργανικότητας του συστήματος - που γίνεται όμως ένας ολοκληρωτισμός, μια φτώχεια εν μέσω αφθονίας - αναδεικνύουν ακριβώς τα προβλήματα που υπάρχουν στα υποκείμενα. Δηλαδή  αναδεικνύουν την ελλειμματικότητα των υποκειμένων, την ηθική, λογική και βιωματική ελλειμματικότητα. Γι’ αυτό και τονίζουν την αναγκαιότητα να φτάσουμε σε ένα καθεστώς πνευματικής ασφάλειας όπου η ιδιοκτησία και ο βιοτικός ματεριαλισμός θα καταλύονται εσωτερικά και η αποσύνδεση και η ελαχιστοποίηση θα είναι δυνατή και θα καθιστά πλούτο και τα λίγα.

      Πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε και τον συστημικό κίνδυνο της οικονομίας καθώς για παράδειγμα η οικονομία και η αγορά δεν αναδεικνύει μόνο πεδία συγκριτικού πλεονεκτήματος ως θεσμικό και φυσικό πολιτισμικό προϊόν τους αλλα και καταστρέφουν ή απαξιώνουν και συγκαλύπτουν. Χρειαζόμαστε έτσι ένα άλλο σύστημα που να συμβάλλει και στην οικονομία και στην ελαχιστοποίηση. 
    Η αναγκαιότητα αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της περιβαλλοντικής αειφορίας πλέον και αναδεικνύεται και από την ανάγκη μιας άλλης ρύθμισης στα ζητήματα τα δημογραφικά, τα ασφαλιστικά κλπ.

    Είμαστε στην ανάγκη να δούμε εκ θεμελίων τον πολιτισμό και να περάσουμε από τον ατομικισμό, το βουλητικό και ματεριαλιστικό μηχανικιστικό νοοκεντρισμό μας σε μια ολιστική σκέψη, σε ένα  ολιστικό ενορατικό, συνθετικό και ομαδικό στοχασμό επανιδρύοντας το σύστημα. Χρειαζόμαστε μια εποχή απελευθερωτικής ομαδικότητας και οικειότητας που θα μετασχηματίσει και εμάς σαν υποκείμενα και το σύστημα.


Διαβάστε εδώ το Β' Μέρος
Διαβάστε εδώ το Γ' Μέρος

Αναφορές:
[1] Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ 1793
[2] [Ζάνου Κωνσταντίνα, 2 8 2009, Τα άρματα που χορεύουν, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,.  ΣΕΛ 12 

Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας
Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ Σόλων
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

1 Ιουλίου 2010
 

Social Media

Gallery

Διαφήμιση
Σόλων, για τη Σύνθεση και τον Οικολογικό Πολιτισμό - Copyright © 1990-2008 - Επικοινωνία