Η φαντασία και η επιθυμία σε έξω οικονομικούς παράγοντες σκέψης
Ας δούμε τώρα τις αναλογίες αυτής της παθογένειας με τα διακηρυκτικά διακυβεύματα άλλων τομέων. Ο κυριότερος θεωρητικός του υπερρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν σίγουρα δεν θα συμπαθούσε όχι μόνο τον «σοβιετικό ρεαλισμό», αλλά και τους «χαρτογιακάδες του καπιταλισμού του Σ. Ράιτ Μίλς, (C.Wright Mills, 1916-1962) του κύριου εκπροσώπου της ριζοσπαστικής φιλελεύθερης σχολής των ΗΠΑ αλλά και την «θεωρία της αργόσχολης τάξης» του Θορστάϊν Βέμπλεν (Veblen Thorstein) όπως και την «κοινωνία του θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ (Guy Ernest Debord, 1931 – 1994) του ιδρυτή των κινημάτων «Λεττριστική Διεθνής» («Lettrist International») και «Καταστασιακή Διεθνής» («Situationist International»). Το ελευθεριακό του αίτημα για την υπερ - ρεαλιστική φαντασία δεν θα είχε αυτούς τους αποδέκτες.
Όμως οι αιτιώδεις συνάφειες συχνά μας εκπλήσσουν. Σίγουρα οι θεωρίες παιγνιοποίησης και παιγνιακότητας του όντος από τον Μάρτιν Χάιντεγκερ Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 1889 - 1976) - και πριν απ’ αυτόν ως τον καθ’ ημάς Κώστα Αξελό (1924-2010) και μετά απ’ αυτό - σίγουρα δεν συμπεριλαμβάνουν την αυξανόμενη παιγνιοποίηση της οικονομίας και των αγορών. Ακόμη και η πλέον αρμόδια λογικοποιημένη θεωρία των παιγνίων του Τζων Φορμπς Νας (John Forbes Nash Jr. 1928 - ) δεν είχε τόσο αποκλειστούς αποδέκτες τους οικονομικούς παράγοντες.
Εκείνο που διαπιστώνουμε από τον διαφημιστή και «πατέρα των δημοσίων σχέσεων» Edward Bernays, ανηψιό του Σύγκνουμ Φρόυντ, «θεμελιωτή της θεωρίας σύμφωνα με την οποία μπορεί κανείς να πείσει τις μάζες για οτιδήποτε, βασιζόμενος όχι στον ορθό λόγο, αλλά στην επιδέξια αξιοποίηση του υποσυνείδητου και των ενορμήσεων»[ ] - και πριν απ’ αυτόν μέχρι τις μέρες μας - είναι ο κυρίαρχος ρόλος της επιθυμίας και της φαντασίας στην δημιουργία της οικονομικής εξουσίας. Όχι μόνο έχει συνειδητοποιηθεί από αρκετούς αλλά έχει «αξιοποιηθεί» συστηματικά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο δεσμωτήριό μας η «οικονομία και η αγορά» είναι περισσότερο από κάθε τι άλλο φτιαγμένη με τα υλικά της φαντασίας και της επιθυμίας. Είναι συνέπεια της αυταπάτης και της αλλοτρίωσης στο φαντασιακό πεδίο το ίδιο δεσμωτικά όσο δεσμωτικός είναι και ο Σαδισμός τον οποίο συμπεριλαμβάνει ο Μπρετόν ως εκδοχή του υπέρ-ρεαλισμού και του σύγχρονου φανταστικού με το πραγματικό.
Όπως θα ‘λεγε τόσο ο Φρίντριχ Ένγκελς (Friedrich Engels, 1820- 1895) όσο και ο Τζων Κέυνς(John Maynard Keynes,1883 - 1946)καμία σκέψη και δημιουργία δεν είναι άμοιρη συνεπειών και συχνά οι απόμακρες επιπτώσεις τους μας εκπλήσσουν πολύ περισσότερο.
Διαχείριση της επινοημένης στενότητας και οικονομικός βαμπιρισμός
Ας μείνουμε όμως στο αφετηριακό σημείο μας που είναι η διαπίστωση μιας επινοημένης στενότητας μέσα στην άπειρη επιθυμία για εξουσιαστική μόχλευση αυτής της στενότητας. Η επιθυμία για να ικανοποιηθεί πρέπει να στραφεί στον βαμπιρισμό ή στον παρασιτισμό των εμπράγματων σχέσεων. Έτσι το φαντασιακό στην οικονομία γίνεται κυρίαρχο.
Η ίδια η ανθρωπότητα λειτούργησε με βαμπιρισμό απέναντι στην φύση. Ευτυχώς όμως όχι μόνο με βαμπιρισμό. Το περιβάλλον έχει δεχτεί τόσο λεπτοφυείς όσο και πιο χειροπιαστές θετικές επιδράσεις. Η βία υπήρξε και είναι ακόμη ένας βασικός άξονας σχέσεων τόσο στην φύση όσο και στην ανθρωπότητα, όπως η διαλεκτική σχέση της καταστροφής ή της αποικοδόμησης ή του θανάτου πάνω στην δημιουργία, την εξέλιξη και την ζωή. Δεν υπάρχει πιο ύπουλος εχθρός της ηθικής θεώρησης και εξέλιξης από την αφελή και απλοϊκή ηθικολογία που αποτελεί εξιδανίκευση της ιδιοτέλειας των επιθυμιών μας. Η εξέλιξή μας, χρωστάει πολύ περισσότερα στην μη πραγματοποίηση των επιθυμιών μας από όσα στην πραγματοποίησή τους και στους ανόητους εξωραϊσμούς τους.
Έχουμε αλλού αναλύσει την σχέση στενότητας, αφθονίας και ηθικού ή λειτουργικού κινδύνου. Οι κανόνες καθίστανται αναγκαίοι στην οικονομία για να μην καθίσταται δυνατή η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας και η ιδιωτική κατάλυση έτσι της αγοράς και η ιδιοποίηση της εξουσίας από την επιθυμία. Σημειώνουμε - πριν μπούμε περισσότερο τεχνικά στον λαβύρινθο του παρασιτικού ή βαμπιριστικού καπιταλισμού - την ανάγκη να κατανοήσουμε το βάθος της συμμετοχής μας, της συνενοχής μας και της υπευθυνότητάς μας για την υφιστάμενη κατάσταση της κοινωνικής και οικονομικής υπόστασής μας. Δεν υπάρχει άλλοθι άγνοιας για τις συνέπειες της άγνοιας, της αυταπάτης και της επιθυμίας.
Από τον παραλληλισμό της περιγραφής της κυκλοφορίας του χρήματος με αυτήν του αίματος από τον Φρανσουά Κενέ, φτάσαμε στον «βαμπιριστικό ή παρασιτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού» πράγμα σύμφωνο και με την θεωρία του Θορστάϊν Βέμπλεν περί «αργόσχολης τάξης» και διαφορετικό από το «αόρατο χέρι» [3] του Σκοτσέζου οικονομολόγου Άνταμ Σμιθ , αλλά ιστορικά και κριτικά σύμφωνο με την «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» του ίδιου την οποία αγνοούν τόσο επιδεικτικά οι ψευδεπίγραφα λεγόμενοι θεωρητικοί του φιλελευθερισμού.
Αναφορές:
[1] Ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης (1922 - 1997) έγραψε το έργο 'Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας'. Κεντρική θέση στην σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν οι ίδιες τις φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λπ.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού.
[2] Γκόρ Άλ, Προσβολή στη Λογική, 2008, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ σελ 119
[3] Σμιθ Άνταμς, Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, «Κάθε άτομο αναγκαστικά εργάζεται για να καταστήσει τα ετήσια έσοδα της κοινωνίας όσο περισσότερα μπορεί. Γενικά δεν επιδιώκει να προωθήσει το κοινό συμφέρον, ούτε γνωρίζει πόσο πολύ το προάγει... Προτιμώντας την υποστήριξη της δικής του εργατικότητας παρά της ξένης, επιδιώκει μονάχα την δική του ασφάλεια' και κατευθύνοντας αυτή την εργατικότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το προϊόν της να έχει την μεγαλύτερη δυνατή αξία, επιδιώκει μονάχα το δικό του συμφέρον, και σε αυτήν όπως και άλλες περιπτώσεις, καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι να επιδιώξει έναν σκοπό που δεν αποτελούσε μέρος των προθέσεων του. Επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον συχνά προωθεί αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά απ' ότι όταν πραγματικά επιδιώκει να το προωθήσει».
Διαβάστε εδώ τό Β΄ Μέρος
Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας
7 Μαΐου 2010