|
Μέχρι τώρα έχει πολιτογραφηθεί η ποιότητα, είτε ως ένα στοιχείο αναγκαίο για την ανάδειξη του ατομικού μέσα στο καθολικό, ως ένα στοιχείο μιας αυθαίρετης τεκμηρίωσης και απογραφής της ποιότητας αλλά κυρίως ως τεκμηρίωσής της ως ενός παράγοντα ανισότητας και ολοκληρωτισμού. Αυτό το βλέπουμε εξάλλου και στις ρατσιστικές θεωρίες, πολιτικές, και σε άλλους τομείς. Το ζήτημά λοιπόν είναι η δημοκρατική ανάπτυξη και διαχείριση της ποιότητας απέναντι στις δυνάμεις που είναι ενάντιες και οι οποίες συχνά είναι συντριπτικές. Εδώ ταιριάζει το σχόλιο στην εισαγωγή του «βιβλίου της συνείδησης» του πατήρ Σπέε, που με μεγάλο κόστος τόλμησε να μιλήσει για το παραλήρημα του κυνηγιού των μαγισσών και της Ιεράς Εξέτασης, αναφερόμενος σε «αυτό που στερούνται οι μεγάλοι άρχοντες που τα έχουν όλα: κάποιον που να λέει την αλήθεια». [1]
Η δημοκρατική ανάπτυξη & διαχείριση εισόδων του «κεφαλαίου εξελίξεων» Μπορούμε να μιλήσουμε για την ύπαρξη ενός γενικού εξελικτικού κεφαλαίου, ενός αποθέματος, ενός σχεδίου, ενός κώδικα – με μεταφορικό και αλληγορικό τρόπο έκφρασης – «DNA ανάπτυξης» της κοινωνίας και του πολιτισμού, και στο πλαίσιο αυτό να εξετάσουμε τις «πύλες δράσεων» αυτών των «γονιδίων της εξέλιξης».
Μιλάμε στην πραγματικότητα, για μια κοινωνία της ποιότητας, για μια κοινωνία του πνεύματος. Σε μια κοινωνία ποιότητας, η ίδια η ποιότητα εκφράζει μια πνευματική διάσταση. Είναι μια διάσταση που δεν απορρέει από το υλιστικό πεδίο της μαζικότητας και δεν θεμελιώνεται στο δίκαιο της ισχύος για το οποίο ο Ρουσσώ σχολίασε ότι: «η ισχύς είναι μια φυσική δύναμη και δεν βλέπω καθόλου ποια ηθική μπορεί να προκύψει από τα αποτελέσματά της». [2]
Εξάλλου, για αυτό το λόγο παραμένει ένα ζητούμενο και όπου πραγματώνεται δημιουργείται αίτημα για μια νέα ποιότητα. Τη νέα πνευματική προοπτική λοιπόν, σε αυτήν την κοινωνία του πνεύματος, μπορούμε να την προσεγγίσουμε μέσα από ένα ξεκαθάρισμα εννοιών. Δεν είναι μια κοινωνία υποκειμένων και με την έννοια αυτή, δεν ασκεί έναν εξ απονομής ρόλο αλλά είναι μια κοινωνία διαλεκτικής, είναι μια κοινωνία διαχείρισης των εννοιών, είναι μια κοινωνία δράσης των πρωτοποριών.
Όταν όμως θελήσουμε να προσεγγίσουμε την κοινωνία του πνεύματος αληθινά, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι είναι πνευματικό, και τι δεν είναι. Δημιουργείται στον σύγχρονο κόσμο ένα πεδίο μεταυλιστικών αξιών. Το πόσο αυθεντικό είναι αυτό είναι ένα ζήτημα καθώς η καταφυγή και η καθήλωση στο παρελθόν - με την έννοια ότι το παρελθόν είναι κάτι κεκτημένο, κάτι υλοποιημένο - είναι μια μορφή υλισμού. Δηλαδή ο αναχρονισμός και ο φονταμενταλισμός είναι μορφές υλισμού.
Ωστόσο μέσα και στο παρελθόν υπήρξαν σημεία έξαρσης της ποιότητας και του πνεύματος. Πως απομονώνουμε αυτά και πως κατοχυρώνουμε μόνο αυτά ως περιεχόμενο της κοινωνίας της ποιότητας και του πνεύματος; Είναι ζητήματα τα οποία θα τα λύσει το μέλλον με ένα τρόπο καθοριστικό, αλλά εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ενυπάρχουν κατά αναλογία κάποιοι κίνδυνοι παρόμοιοι με τους κινδύνους της κοινωνίας των πολιτών.
Η κοινωνία των πολιτών για να εξισορροπηθεί, χρειάζεται ένα όραμα, ένα απόθεμα μεταυλιστικών αξιών που θα της επιτρέψουν να κάνει την εσωτερική της υπέρβαση και σύνθεση με ένα τρόπο προόδου, με ένα τρόπο λειτουργικό, που να διασφαλίζει την εξέλιξη του μέλλοντος. Η κοινωνία του πνεύματος, είναι μια κοινωνία που πρωταρχικά διευκρινίζει τον κόσμο των εννοιών. Διευκρινίζει τον κόσμο της σημασίας και της σημαντικότητας. Ιεραρχεί διαλεκτικά τις σημασίες και τις αξίες και ταυτόχρονα διαμορφώνει ένα πλαίσιο οργανικής ενότητας σημαντικών φυσιογνωμιών, δημιουργικών στην ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.
Αποτελεί ένα πεδίο ιστορίας των «μεγάλων αυτουργών των ιδεών», των ιθυνόντων του πνεύματος και της διανόησης, και επίσης, η κοινωνία του πνεύματος, εκφράζει έναν κώδικα πολιτισμού, ένα πολιτισμικό DNA. Θα λέγαμε ότι περισσότερο από όλα εκφράζει μια προσέγγιση «εξελικτικής ωριμότητας», και όχι τόσο ένα κώδικα ο οποίος είναι θέσφατος. Εκφράζει ένα οικολογικό πεδίο πολιτισμού και ανάπτυξης, μια πορεία αειφορικής προόδου.
Αυτοί οι «παράγοντες ενανθρώπησης των ιδεών», αρχών και αξιών αποτελούν - όπως το έθεσε ο Κλέρκ Μάξγουελ κάνοντας λόγο για το κρίσιμο «κύμα στις υποθέσεις των ανθρώπων» [3] - τους «συστημικούς ελκυστές» της ιστορίας, που παρά το μικρό τους δημογραφικό και ποσοτικό εκτόπισμα λειτουργούν ως οι αξονικοί συντελεστές της ιστορίας με μια «πολλαπλασιαστική δυναμική διάχυσης» και συγκροτούν την πνευματική και πολιτισμική ελίτ που είναι αποσυνδεδεμένη από τη γοητεία της όποιας εξουσίας ή τρέχουσας πλασματικής υπεραξίας.
Η κοινωνία του πνεύματος είναι το ζωτικό πεδίο για τη δυναμική των εξελίξεων αυτών μέσα στο πλαίσιο της ισχύος και των κατανομών της, απελευθερώνοντας το νου από το αυτονόητο, εξάλλου όπως παρατηρεί ο Λιούις Μάμφορντ: «ο ίδιος ο ενοποιημένος άνθρωπος δεν είναι το τέρμα. Γιατί, ποιος μπορεί να βάλει όρια στην ανάδυση του ανθρώπου ή στη δύναμή του να ξεπερνά τα προσωρινά του επιτεύγματα; Μέχρι σήμερα δεν έχουμε όρια στη φαντασία, ούτε και στις πηγές που τη θρέφουν. Όλοι οι στόχοι, τους οποίους πετυχαίνει ο άνθρωπος, δημιουργούν μια καινούρια αφετηρία, και το τέρμα της ζωής του ανθρώπου είναι μόνο ένα ξεκίνημα».[3]
Πρωταρχικά η κοινωνία του πνεύματος αμβλύνει τα είδωλα της ισχύος και της εξουσίας, τόσο στο πεδίο της αγοράς όσο και στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης. Και ακόμη τοποθετείται απομυθοποιητικά, εξευγενιστικά και εξομαλυντικά, απέναντι στον ναρκισσισμό της κοινωνίας των πολιτών. Η κοινωνία των πολιτών εκτός του εποικοδομητικού, δημιουργικού, διαμεσολαβητικού, υποστηρικτικού έργου της είναι και φυσικός φορέας ναρκισσισμού, ο οποίος σε τελική ανάλυση είναι ο ίδιος με αυτόν που εκφράζεται επίσης τόσο στην πολιτική εξουσία και στη νοοτροπία της θεσμικής διαχείρισης όσο και στη λειτουργία της αγοράς.
Το πλαίσιο λοιπόν της ανάπτυξης της κοινωνίας του πνεύματος και της ποιότητας είναι συνδεδεμένο με τη διευκρίνηση από τη μια των όρων και από την άλλη με το άνοιγμα της κοινωνικής ανάπτυξης σε μια ανέλιξη ιδεών μέσα στο κοινωνικό σώμα. Όσον αφορά δε στη σημασία της διευκρίνησης των εννοιών αυτή αρκεί να αναλογιστούμε το σημαντικό της ρόλο στη σύνταξη των διεθνών κειμένων βάση των οποίων καθορίζονται με ακρίβεια οι διεθνείς δεσμεύσεις τα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η κοινωνία του πνεύματος περιλαμβάνει όπως έχουμε πει και πιο πριν, τις προσωπικότητες εκείνες που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως τους «πυλωρούς ιδεών» της ανθρώπινης κοινωνίας. Μέσω των «αυτουργών ενανθρώπισης» των ιδεών, των εννοιών και των δράσεων, κινούμαστε με ανθρώπινα χέρια και πόδια, με ανθρώπινη νόηση σε έναν χώρο που διαμορφώνεται καθολικά από σχέσεις. Η κοινωνία του πνεύματος λειτουργεί ως ρυθμιστής της νοοτροπίας. Δεν είναι ακριβώς θεσμικός εταίρος, αλλά το αναγκαίο πεδίο άσκησης πολιτικής και το αναγκαίο «πεδίο ανοίγματος» στο ενδιαφέρον και στην προσφορά του καθενός. Είναι το πεδίο ανοίγματος σε μια κοινωνία ενδιαφέροντος, σε μια κοινωνία εθελοντισμού και δημιουργίας. Αυτό είναι το δυναμικό της κοινωνίας του πνεύματος σε σχέση με την κοινωνία των πολιτών.
Ορίζουμε και παρουσιάζουμε έτσι την κοινωνία του πνεύματος ως μη ταυτόσημη με την κοινωνία των πολιτών, επειδή ακριβώς η έννοια του πολίτη δεν προϋποθέτει αναγκαστικά μια τάση προσφοράς ή μια τάση αλληλεγγύης ή την πραγμάτωση ενός διαφωτιστικού ορίου συνειδητότητας της νοοτροπίας που έθεταν μεγάλοι διαφωτιστές όπως ο Εμμάνουελ Κάντ σχολιάζοντας: «δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή με διαρκώς ανανεωνόμενο και ολοένα αυξανόμενο θαυμασμό και σεβασμό: ο έναστρος ουρανός από πάνω μου και ο ηθικός νόμος μέσα μου».[4]
Με άλλα λόγια, μιλάμε για έναν πυρήνα δράσεων και αξιών μέσα στο εσωτερικό της κοινωνίας των πολιτών, ο οποίος πυρήνας από την αρχή ορίζεται ως το «πλαίσιο της υπέρβασης της υλικότητας». Η υλικότητα τοποθετείται, αφενός μεν στο πλαίσιο της «ανταγωνιστικότητας» και αφετέρου στο επίπεδο της «ρεαλιστικής» διαχείρισης των υφιστάμενων καταστάσεων. Τα υφιστάμενα αποτελούν μια τροχοπέδη, φυσιολογική βέβαια, απέναντι στην εξέλιξη ή ανέλιξη της κοινωνίας και με την έννοια αυτή αποτελούν υλοποιημένες πραγματικότητες. Στο δρόμο λοιπόν της υπέρβασης της υλικότητας, η κοινωνία του πνεύματος ορίζεται ως μια κοινωνία που αφενός δεν μερίζεται αμιγώς την εξουσία ή την αγορά και αφετέρου δεν μερίζεται την προσδοκία των πολιτών απέναντι στην εξουσία ή την αγορά.
|