|
Η χρηματιστηριακά επιβαλλόμενη φτώχεια αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Ένα πρώτο συμπέρασμα, των παραπάνω, είναι ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται να «παίζονται» στο χρηματιστήριο είδη πρώτης ανάγκης. Δεν πρέπει να παίζεται στο χρηματιστήριο η ζήτηση και η προσφορά αγαθών πρώτης ανάγκης όπως είναι η ενέργεια, η τροφή, το νερό κ.α. Άλλο είναι οι μετοχές των εταιρειών και άλλο τέτοια προϊόντα. Πως είναι δυνατόν να επιτρέπουμε την κερδοσκοπία πάνω στις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης, όπως είναι τα τρόφιμα, το νερό και ενέργεια, τη στιγμή μάλιστα που η ένδεια στον πλανήτη αυξάνεται; Για πόσο ακόμη η δημοκρατία, θα θεωρεί ανεκτή την κερδοσκοπία που πατά επάνω στην ένδεια, την πείνα και το λιμό; Και αν αποκόπτεται η ομαλή επαφή προσφοράς - ζήτησης, τότε ποιο είναι το νόημα της αγοράς; Η αγορά υποτίθεται εξυπηρετεί στο να φέρει σε επαφή τη ζήτηση με την προσφορά. Εδώ όμως αποξενώνει και απαλλοτριώνει τη ζήτηση.
Μ' άλλα λόγια δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της αγοράς. Με άλλα λόγια: η πρακτική της κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο πάνω στα είδη πρώτης ανάγκης όπως είναι η ενέργεια, το νερό κλπ, αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ως τέτοιο πρέπει να βγει τελείως εκτός νόμου. Αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, γιατί πολλοί άνθρωποι καταδικάζονται να πεθάνουν από την πείνα ή να ζουν στα όρια της πείνας. Είναι πολλοί αυτοί που επαναστατούν ή αναγκάζονται να επαναστατήσουν και ίσως να δολοφονηθούν, με στόχο να απελευθερωθούν από τις επιβαλλόμενες άθλιες συνθήκες στις οποίες ζουν. Η επιβολή της φτώχειας σε κάποιες χώρες, για λόγους που σχετίζονται με την χρηματιστηριακή κερδοσκοπία επάνω στα τρόφιμα ή στο νερό ή στην ενέργεια, αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Είναι το ίδιο όπως η εισβολή και κατοχή σε μια ξένη χώρα.
Και όταν ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης - κατά τη διάρκεια της τελευταίας επισιτιστικής κρίσης - πρότεινε να μην μπαίνουν φραγμοί στα προϊόντα των χωρών που βρισκόντουσαν σε κατάσταση λιμού, για να διατηρήσουν προϊόντα στην αγορά τους, στην πραγματική ζήτηση όφειλε προηγουμένως να είχε σκεφτεί ότι έπρεπε να καταργηθεί η χρηματιστηριοποίηση του εμπορίου των ειδών βασικής ανάγκης, τουλάχιστον στα προϊόντα διατροφής. Σε αυτή την κατηγορία των ειδών βασικών αναγκών, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ανήκει η ενέργεια, το νερό, τα τρόφιμα κλπ.
Ο ανεξέλεγκτος ιδιωτικός τομέας στρεβλώνει τη δημόσια πολιτική
Πρέπει επιτέλους να προσεγγίσουμε αυτό το θέμα με όρους διεθνούς αντιμετώπισης. Χρειάζεται μια πρωτοβουλία απέναντι σε αυτή την «υπερταξική εξουσία». Υπάρχει μια ληστρική υπεταξική εξουσία, την οποία μέσα από ένα βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα, νομιμοποιούν με την αβουλία τους, οι κυβερνήσεις των κρατών και ο βαθύς οικονομικός δογματισμός.
Η πρόσφατη οικονομική κρίση και τα παράγωγά της, τελικά αποκαλύπτουν το μέγεθος της «αστοχίας» της εφαρμογής στην πράξη της αυθεντικής θεωρίας της προσφοράς - ζήτησης και του φιλελεύθερου ανταγωνισμού, που αποτελούν ουσιαστικά συστατικά της γόνιμης θεωρίας του Άνταμς Σμιθ, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο βιβλίο του «ο πλούτος των εθνών». Δυστυχώς «αστοχία» στην εφαρμογή υπήρξε και στα δύο σημεία της θεωρίας: α. στη θεωρία της προσφοράς της ζήτησης, β. στη θεωρία του ανταγωνισμού.
Αποτυχία υπήρξε και στο στοιχείο που αφορά τον ρόλο και τη νομιμοποιητική και παρεμβατική ή μη σχέση μεταξύ του κράτους και του ιδιωτικού τομέα.
Βλέπουμε σήμερα έναν κατ' επιλογήν στρεβλωμένο κευνσιανισμό, ο οποίος όχι μόνο αποτελεί την επιλογή των φιλελεύθερων πολιτικών αλλά και είναι και ζητούμενος από την ιδιωτική πρωτοβουλία! Εκτός αν θέλουν να μας πούνε ευθέως, ότι μπορεί και πρέπει η επιχειρηματική ζήτηση, να πολιτικοποιείται!
Πέραν των άλλων, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η δημόσια πολιτική και όχι η αγορά στρεβλώνεται από τις αποτυχίες του ιδιωτικού τομέα. Η δημόσια πολιτική στρεβλώνεται και παγιδεύεται, τόσο από την κατάργηση της προσφοράς και της ζήτησης που αναφέραμε παραπάνω όσο και από την κατάργηση του φιλελεύθερου ανταγωνισμού. Το τοπίο δεν αλλάζει εύκολα. Είναι νωπές οι δηλώσεις - αντίδραση του προέδρου Ομπάμα στην οργανωμένη αντίθεση του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ (οι κολοσσοί με τα hedge funds ή τα private equity funds) στην δημιουργία ενός στοιχειώδους ρυθμιστικού «διχτύου» επιτήρησης των υπερβολικά «ρισκαδόρικων» συναλλαγών τους[2]. Η δημόσια πολιτική παγιδεύει τους πόρους της σε θέματα που δεν είναι αντικείμενά της, εξαιτίας των αρνητικών συνεπειών της νομιμοποίησης ορισμένων κάκιστων πρακτικών του ιδιωτικού τομέα. Παγιδεύεται δηλαδή στο να μην μπορεί να επενδύσει στην παιδεία, την υγεία, τα δημόσια αγαθά και το περιβάλλον επειδή ακριβώς έχει δεσμεύσει τους πόρους της, τα διαθέσιμα της για να καλύψει ελλείμματα του ιδιωτικού τομέα.
Για πρώτη φορά πλέον πρέπει να συγκροτήσουμε τη θεωρία για το πώς ο ιδιωτικός τομέας στρεβλώνει το δημόσιο[3]. Γιατί το έχουμε αποκρύψει τόσες δεκαετίες αυτό; Σε ένα νέο πλαίσιο προσέγγισης της αγοράς, της επιχειρηματικότητας, της προσφοράς και της ζήτησης, του ρόλου και της ευθύνης των προσώπων και των φορέων, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και τον επιχειρηματικό κανιβαλισμό, τον κανιβαλισμό των εταιρειών που είδαμε να ακμάζει όλους αυτούς τους μήνες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
|