|
Οι πρωτόγνωρες αποκλίσεις, με αιχμή του δόρατος το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης (που από το 2% του ΑΕΠ, όπως είχε προϋπολογισθεί το Νοέμβριο του 2008, εκτινάχθηκε στο 12,7%, όπως εκτιμάται το Νοέμβριο του 2009) τόσο στο στον τακτικό προϋπολογισμό, όσο και στο πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων –που δεν έχουν την παραμικρή ομοιότητα ακόμη και με τους αναθεωρημένους προϋπολογισμούς της απογραφής μετά το 2005 – εύλογα θεωρούνται η βασική τροχοπέδη για τη διαμόρφωση της πολιτικής του 2010.
Σημαντικότατες επίσης αποκλίσεις καταγράφονται ανάμεσα στις δύο ανωτέρω εκδόσεις του προϋπολογισμού του 2009 και των στοιχείων που παράθεσε το επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) του οικονομικού επιτελείου της προηγούμενης κυβέρνησης.
Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα:
Α) Ο βαθμός της αξιοπιστίας της Ελλάδας έχει φθάσει στο ναδίρ με δυσμενέστατες επιπτώσεις σε όλο το εύρος της οικονομίας.
Β) Το οικονομικό επιτελείο της προηγούμενης κυβέρνησης δεν είχε είτε την ικανότητα να διαβλέψει τις πραγματικές εξελίξεις είτε υπόκρυπτε τις εξελίξεις αυτές ενόψει των πρόωρων εκλογών. Η δεύτερη προσέγγιση θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνεύσει και τις πραγματικές αιτίες προκήρυξης των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009.
Γ) τα προαναφερθέντα θέτουν εύλογα διάφορα ερωτήματα αναφορικά με τον τρόπο εκπόνησης του ΠΣΑ ή άλλων σχετικών εκτιμήσεων του προϋπολογισμού.
Εδώ προτείνονται τα εξής: i) Το Οικονομικό Επιμελητήριο, ως επίσημος σύμβουλος της πολιτείας, που ουδέποτε προσκλήθηκε για να εκφράσει άποψη ή γνώμη στην άσκηση διαμόρφωσης της δημοσιονομικής πολιτικής, θα μπορούσε να συμμετέχει με εκπροσώπους του στην γνωστή «Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων» του Υπουργείου Οικονομικών ή να γνωμοδοτεί στο πλαίσιο μιας θεσμοθετημένης συνεργασίας με το Υπουργείο Οικονομικών ή να παρακολουθεί την υλοποίηση του προϋπολογισμού με τη βοήθεια περιοδικών εκθέσεων και δεικτών που να μετρούν την απόδοση των δαπανών και να αξιολογούν την χρηματοδότησή τους από τα κονδύλια των εσόδων. ii) Το ζήτημα της αξιοπιστίας των δεδομένων, θέτουν εύλογα τη θέση για θεώρηση όχι μόνο της Στατιστικής Υπηρεσίας ως μιας ‘ανεξάρτητης’ αρχής, αλλά και ενδεχομένως της ανεξαρτητοποίησης των σχετικών υπηρεσιών με τη σύνταξη και παρακολούθηση του προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους.
Ο προϋπολογισμός του 2010 εκ των πραγμάτων κινείται στο σύνολο των περιορισμών του προϋπολογισμού του 2009. Οι προτάσεις, για i) αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων τάξεων – προς αποφυγή κοινωνικών εκρήξεων – ii) υπέρ της υποβαθμισμένης δημόσιας υγείας και της παιδείας αποτελούν όμως μια αναγκαιότητα.
Ως προς την υγεία, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκαν στο 35ο ετήσιο πανελλήνιο ιατρικό συνέδριο, οι δαπάνες των νοικοκυριών για υπηρεσίες υγείας απορροφούν κατά τα τελευταία χρόνια ποσοστό μεγαλύτερο του 7% των μηνιαίων δαπανών. Η χώρα μας έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιωτικής δαπάνης για την υγείας στην Ευρώπη και ένα από το υψηλότερα του ΟΟΣΑ (σταθερά πάνω από το 40% των συνολικών δαπανών για την υγεία καλύπτονται από τους ιδιώτες). Ως προς την παιδεία, οι εν λόγω δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ κατέχουν την προτελευταία θέση στην ΕΕ. Αν και οι δύο αυτοί προϋπολογισμοί προσκρούουν στο έλλειμμα του 12,7% της γενικής κυβέρνησης, η αύξηση των οτιδήποτε δαπανών τους, (ακολουθούμενη από δείκτες απόδοσης και από νέους μηχανισμούς εποπτείας) είναι επιβεβλημένη, λόγω του χαμηλού τους επιπέδου, που θίγει κατά κύριο λόγο τα χαμηλά εισοδήματα.
Για την εκπλήρωση των ανωτέρω –και όχι μόνο- επιβάλλεται μια πολιτική εξοικονόμησης πόρων, μέσα από τον έλεγχο σειρά–σειρά των εγγραφών των δημοσίων δαπανών του προϋπολογισμού. Τα υπέρογκα ποσά που δίνονταν σε αμοιβές για στελέχη (προέδρους, Δ/ντες Σύμβουλους κλπ) των υπηρεσιών του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα της οικονομίας, οι εγγραφές δαπανών με ασαφείς τίτλους ή θολό περιεχόμενο (όπως π.χ δαπάνες 3 δις ευρώ για «διάφορες σύνθετες δαπάνες» κατά τον ασαφή τίτλο του προϋπολογισμού ή «δαπάνες για δημόσιες σχέσεις» των υπουργείων ύψους 13 εκατ. Ευρώ κατά τον προϋπολογισμό του 2009 κ.ά), το ξεκαθάρισμα και γενικά δραστική μείωση των «λειτουργικών και άλλων δαπανών», αποτελούν πηγή για εξοικονόμηση πόρων.
Ως εκ τούτου, το σε μοναδική έκταση σπάταλο κράτος του 2009 αποτελεί την πρώτη πηγή μείωσης των καταναλωτικών δαπανών του προϋπολογισμού. Από την άλλη βέβαια οι επενδυτικές δαπάνες, καθώς συνδέονται και με το βαθμό της απορροφητικότητας των Κοινοτικών κονδυλίων, καλούνται εκ νέου να παίξουν το ρόλο της ατμομηχανής της οικονομίας.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΕΣΠΑ
Το δημόσιο χρέος θεωρείται από πολλούς – και όχι αδίκως – ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας. Αν στο επίκεντρο μιας συζήτησης βρίσκονται μόνο τα οικονομικά δεδομένα της Ελλάδας, με τη στενή έννοια του όρου, εμείς θα υποστηρίζαμε ότι η πιο ανησυχητική εξέλιξη εντοπίζεται στο ισοζύγιο εκείνο που σκιαγραφεί τις εμπορικές μας σχέσεις με το εξωτερικό σε αγαθά και υπηρεσίες, το ονομαζόμενο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ακολούθως στο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις, που αντανακλώνται στο χαμηλό βαθμός ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομικής, συνοδεύεται και από άλλες, που επηρεάζουν το οικονομικό περιβάλλον της χώρας. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της «Διεθνούς Διαφάνειας» η χώρας μας κατέλαβε, σύμφωνα με το δείκτη διαφθοράς που χρησιμοποιεί η οργάνωση αυτή, την 71η θέση το 2009 από την 57η θέση το 2008 (σε σύνολο 180 κρατών), όταν το 2004 κατελάμβανε την 47η θέση, σε σύνολο 145 κρατών.
Οι ανωτέρω δυσμενείς εξελίξεις αντανακλώνται και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, μέσω της μείωσης του μεριδίου της εγχώριας παραγωγής στο διεθνές εμπόριο. Είμαστε η μόνη χώρα στην ΕΕ των 27 με τόσο μεγάλο έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές μας εξ΄ αιτίας των υψηλών εισαγωγών, γεγονός που αντανακλά την αποσάθρωση του βιομηχανικού ιστού της χώρας. Ευτυχώς ο τουρισμός και η ναυτιλία, αντισταθμίζουν εν μέρει το τεράστιο αυτό έλλειμμα.
Αν ξεφεύγαμε όμως λίγο από τις οικονομικές θεωρήσεις αυτής της μορφής, θα διαπιστώναμε ότι μια πρώτη ανησυχητικά δραματική εξέλιξη της Ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται σε ένα άλλο στοιχείο: λόγω της απουσίας ευκαιριών για απασχόληση (ένα πρόβλημα που δεν λύνεται στη βραχυχρόνια περίοδο) η χώρα αδειάζει από το ανθρώπινο της κεφάλαιο. Αδειάζει λοιπόν, από το μυαλά εκείνα των νέων επιστημόνων, που μεταναστεύουν για να βρουν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό σε βάρος της χώρας
Αντίθετα το Δημόσιο διογκώνεται. Το τελευταίο θεωρείται ως δεξαμενή απορρόφησης της ανεργίας στη χώρα δημιουργώντας την αυταπάτη μείωσης της ανεργίας. Μέχρι πότε όμως;
Στις 31-12-2004 οι απασχολούμενοι στο δημόσιο όλων των κατηγοριών ανερχόταν σε 463.815 χιλιάδες άτομα. Στις 30/6/2008 ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 506.680(!!!) άτομα, σύμφωνα με τα στοιχεία των εισηγητικών εκθέσεων προϋπολογισμού, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις το αριθμός αυτός ξεπέρασε τις 700.000 το 2009. Η αύξηση αυτή μόλις σε 2,5 χρόνια, δεν έχει την παραμικρή σχέση με την επέκταση του κράτους πρόνοια όταν ο αριθμός του νοσηλευτικού προσωπικού από 93.681 άτομα ανήλθε σε 100.952 καταγράφοντας μια πενιχρή αύξηση της τάξης των 7.271 ατόμων κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Η διόγκωση αυτή του Δημοσίου συνοδεύθηκε με μια σε εντυπωσιακή έκταση αύξηση των πρωτογενών δαπανών (καταναλωτικών αναγκών) του τακτικού προϋπολογισμού. Η αύξηση των καταναλωτικών αναγκών του κράτους συνοδεύθηκε και από μια αναποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού, μέσω εκτός των άλλων και της δημιουργίας πολλών νέων επιτροπών από το 2004 και της καταβολής υπέρογκων χρηματικών ποσών σε πολλά μέλη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αναποτελεσματικής πανάκριβης και ανούσιας δομής είναι η ΕΠΥ (Επιτροπή προμηθειών Υγείας) του Νόμου 3580/2007 Που αναφέρεται στις προμήθειες υγείας του σχετικού Υπουργείου. Στο πλαίσιο ενός αναχρονιστικού συστήματος συγκεντρωτικών προμηθειών, συστάθηκε μια πανάκριβη δομή με τις γνωστές Επιτροπές, η οποία σε τελική ανάλυση κλήθηκε να υποκαταστήσει στην ουσία μια ήδη λειτουργούσα Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, μη διαφοροποιώντας στο ελάχιστο την τότε υφιστάμενη δομή των προμηθειών υγείας. Από την άλλη βέβαια, επιβάρυνε τον προϋπολογισμό του κράτους με πρόσθετους πανύψηλούς μισθούς.
Με όλη την ευαισθησία που ως οικονομολόγοι οφείλουμε να δείχνουμε στο θέμα του άγχους του πολίτη για εύρεση δουλειάς, επισημαίνεται το ακόλουθο: η διόγκωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, μπορεί να προσφέρει κάποιες ευκαιρίες απασχόλησης σήμερα στη γενιά μας, στερεί όμως το μέλλον των παιδιών μας. Δεν προσφέρει την παραμικρή προοπτική στο τόπο.
Ακούγεται συχνά ότι υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις στο Δημόσιο. Η ερώτηση που προκύπτει είναι η ακόλουθη: O προσδιορισμός αυτών των θέσεων έχει γίνει βάσει των οργανογραμμάτων ποιας περιόδου; Αν τα οργανογράμματα που προσδιορίζουν τις θέσεις απασχόλησης ανά φορέα του Δημοσίου είναι της περιόδου του 1980-90 (όπως και είναι) τότε εν πολλοίς είναι ξεπερασμένα καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις και την ενσωμάτωση τους στους χώρους εργασίας των γραφείων.
ΑΠΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗ
Αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο το γεγονός ότι ο εκσυγχρονισμός του Δημόσιου τομέα με πανάκριβο εξοπλισμό συνοδεύεται με την εντυπωσιακή διόγκωση των ατόμων που απασχολούνται εκεί. Η διόγκωση των προσλήψεων στο Δημόσιο μπορεί εύκολα να ερμηνεύσει την πολυδιαφημιζόμενη μείωση της ανεργίας στη χώρα, σε μια περίοδο όπου ένας σημαντικός αριθμός μεγάλων βιομηχανικών μονάδων (όπως της Ideal, Siemens τηλεβιομηχανική, Χημικές βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος, Βιαμύλ κ.ά) έκλεισε.
Το κλείσιμο μεγάλων παραγωγικών μονάδων δεν προκαλεί μόνο ένα κύμα ανεργίας, αλλά οδηγεί στη διόγκωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου είτε μέσω της μείωσης των εξαγωγών, είτε μέσω της υποκατάστασης της εγχώριας παραγωγής από εισαγωγές. Κύριοι αποδέκτες κερδών αυτής της αλλαγής είναι οι μεγαλοεισαγωγείς της χώρας κάθε μορφής προέλευσης.
Από την άλλη το κλείσιμο μεγάλων παραγωγικών μονάδων σε συνδυασμό με την εισβολή πολυεθνικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στο χώρο του λιανικού εμπορίου (Leroy Merlin, IKEA, κλπ) αλλάζει όλο το προφίλ της δομής της εγχώριας αγοράς. Με την αποβιομηχάνιση της χώρας μειώνεται από τη μία πλευρά η εγχώρια παραγωγή και οι εξαγωγές, ενώ με το άνοιγμα των γνωστών αλυσίδων των πολυεθνικών εταιριών ενισχύεται η αύξηση των εισαγωγών, δεδομένου ότι η εγχώρια παραγωγή στα ράφια τους αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό που δεν ξεπερνά το 15% του συνολικού τους τζίρου.
ΠΕΡΙ GOLDEN BOYS ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ ΤΟΥΣ
Οι αμοιβές των Ελλήνων golden boys (που αφορούν κυρίως μόνο άτομα που απασχολούνται στο Δημόσιο εν γένει), έστω και αργά, βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, μετά τα όσα ανακοινώνονται και που δε διαψεύδονται από την προηγούμενη κυβέρνηση!.
Ένα σύνολο από υψηλές αποδοχές δίνονταν τόσο στους χώρους της Κεντρικής Διοίκησης π.χ. στους Γενικούς Γραμματείς, όσο και στον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου της Οικονομίας, όπως στους Οργανισμούς της Ανώνυμες εταιρίες του Δημοσίου κλπ. Η αύξηση αυτών των αμοιβών, που βρήκε η προηγούμενη κυβέρνηση το 2004, ήταν ένα από τα πρώτα μελήματά της!. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα εντοπίζεται στο μελλοντικό επίπεδο διαμόρφωσης τους.
Προτείνεται λοιπόν ο ακόλουθος γενικός κανόνας: Οι αποδοχές τους θα είναι συνάρτηση του έργου που παράγουν κάθε έτος, το οποίο λοιπόν θα μετρείται. Από την άλλη, οι αποδοχές αυτές να σχετίζονται με τις αντίστοιχες αποδοχές που ελάμβαναν κατά την αμέσως προηγούμενη θέση που κατείχαν. Η έννοια βέβαια των golden boys στην Ελλάδα παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες.
|