|
Αυτό το εσωτερικό έλλειμμα σύνθεσης διαπιστώνεται κυρίως στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών και είναι ιδιαίτερα έκδηλο πλέον από την καταστάλαξή του. Είναι έκδηλο στην αδυναμία ενοποίησης των σχολών που αναπτύσσονται γύρω από τις θεωρίες του δικαίου και τις θεωρίες της κοινωνικής υπόθεσης. Υπό τους όρους μιας φιλελεύθερης και διαφωτιστικής ανάπτυξης γίνεται φανερή η αδυναμία σύνθεσης των εποικοδομητικών σχολών αντίληψης σε κάθε μεγάλο υποτομέα, όπως εν προκειμένω ανάμεσα στους δύο προαναφερθείς τομείς. [2]
Παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο κάθε πλευρά, η οικονομική, η δικαιϊκή, η πολιτική να αναπτύσσουν θεωρίες ως μια εσωτερική εξέλιξη και εξειδίκευση του τομέα τους και μόνο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αποσπασματικής και εξειδικευμένης παρακολούθησης, της εξέλιξης του δικαίου ή της εξέλιξης των οικονομικών σχολών και των πολιτικών, που κάνει κάθε μια επιστήμη για λογαριασμό της από την εποχή του Μεσοπολέμου μέχρι την μεταπολεμική εποχή. Μέσω της οικονομικής κρίσης του ’29, περάσαμε από την φιλελεύθερη, θετικιστική προσέγγιση της οικονομίας και από την σχολή των αγορών, στην σχολή της δημοσιονομικής παρέμβασης, των δημοσίων δαπανών και του κοινωνικού σχεδιασμού της οικονομίας.
Έτσι μετατοπίστηκε η οικονομική πολιτική και θεωρία από την θετικιστική φιλελεύθερη κλασική σχολή στην κεϋνσιανή θεωρία και πολιτική. Παράλληλα, με μια διαφορά φάσης, αναπτύσσεται η μετάβαση των συνταγματικών και των δικαιϊκών προσεγγίσεων από την θετικιστική φάση του δικαίου στην θεωρία του κοινωνικού κράτους, της κοινωνικής δέσμευσης θα έλεγε κανείς, της πρόνοιας, μέσα από την κρίση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που βασιζόταν σε μια προγενέστερη κοινωνική κρίση. Περάσαμε επίσης από το θετικιστικό δίκαιο στο φυσικό δίκαιο ξανά, σε μια νέα διάσταση και το κράτος δικαίου απέκτησε περισσότερο κοινωνικό χρώμα, ενώ παράλληλα ο θετικισμός ετέθη υπό τον έλεγχο του ορθού λόγου και των προ-Συνταγματικών και Συνταγματικών αρχών.
Όμως οι θεωρητικοί των εξελίξεων αυτών εξακολουθούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις με έναν τρόπο μονοδιάστατο. Έτσι, δεν παρακολούθησαν ότι μια ανάλογη εξέλιξη πραγματοποιούνταν στην οικονομική επιστήμη καθώς δεν είχαν τις προσλαμβάνουσες του πεδίου της, και γιατί κάθε ειδικευμένο πεδίο γνώσης ενώ από την μια τείνει να είναι γόνιμο στην διαδικασία της εξειδίκευσης από ένα όριο και μετά βαίνει σε μια φθίνουσα απόδοση.
Διαπιστώνεται δηλαδή ότι υπάρχει ένα υποτομεακό και ένα διατομεακό έλλειμμα σύνθεσης. Επίσης διαπιστώνεται ότι υπάρχει ένα πολιτικό έλλειμμα σύνθεσης καθώς η πολιτική σήμερα έχει μια περιορισμένη ικανότητα να αφομοιώσει γνωστικές εξελίξεις. Τέλος υπάρχει ένα βιωματικό ανθρωπολογικό έλλειμμα για την μεταφορά της γνώσης με όρους λειτουργικής δομικής και βιωματικής σύνθεσης στην καθημερινότητα του ανθρώπου, στην ενσάρκωσή της δηλαδή σε ένα νέο πρότυπο ανθρωπολογικό παράδειγμα.
|