Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ-ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΠΛΕΚΟΜΕΝΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ- Η ΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η γένεση του κοινοβουλευτισμού πρόβαλε μέσα από τη διαπάλη της φεουδαρχίας με τη συγκεντρωτική αυταρχική ηγεμονικότητα όπως επίσης και η γένεση του μέσα από την ανάδυση της αστικής τάξης.
Ωστόσο η «δημοκρατία» των τάξεων - ή της σύγκλισης των τάξεων και της ανάδειξης της αστικής τάξης ή της τάξης του εμπορίου δεν είναι νέα. Υφίσταται ως κάστα στον κώδικα του Βαϊσβάτα Μανού σ’ έναν από τους αφετηριακούς κώδικες διοίκησης και νομοθεσίας της ινδοευρωπαικής Αρίας φυλής. [1]
Η ταύτιση της αστικής τάξης και της Γαλλικής Επανάστασης με την εμπορική οικονομία είναι εσφαλμένη καθώς ο Φρανσουά Κενέ και ο Μιραμπό που ήταν από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης και του Όρκου του Σφαιριστηρίου, ήταν θεμελιωτές της φυσιοκρατικής οικονομικής σχολής και ήταν αντίθετοι στην εμποροκρατία. Αυτό όμως, δεν είναι ευρύτερα γνωστό καθώς έχει επικρατήσει η θεωρία της -τότε ανερχόμενης- αστικής τάξης ταυτισμένης με το εμπόριο ως πηγή της Γαλλικής Επανάστασης.
Αντίθετα κινούμενος ήταν ο Αγγλοσαξονικός προσανατολισμός ο οποίος στο εσωτερικό πεδίο της Αγγλίας λειτουργούσε με μια αποικιακή οικονομική ηγεμονία και πυροδότησε με την σκληρότητά της την γένεση της Αμερικάνικης Επανάστασης μέσα από τους εμπορικούς δασμούς. Ο Αγγλοσαξονικός προσανατολισμός επικεντρώθηκε στην εμποροκρατία για να δώσει με την σειρά του την κυριαρχία στο τραπεζικό σύστημα του κεφαλαίου το οποίο είχε βέβαια καταγωγές από την Γερμανία, από τους Φούγκερ και στην συνέχεια τους Ρότσιλντ. Αυτό φυσικά δικτυώθηκε σε όλη την Ευρώπη - και συνεχίζει μέχρι σήμερα να δικτυώνεται - κάνοντας θεμελιώδεις στρατηγικές κινήσεις σε όλες τις εθνικές οικονομίες σε συνάρτηση βέβαια της ενδοτικότητας και των αναγκών των κυβερνήσεων. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τα γράμματα των Φούγκερ απέναντι σε έναν ηγεμόνα του μεγέθους του Καρόλου του 5ου - σε έναν από τους δύο μεγαλύτερους ηγεμόνες της εποχής, ο δεύτερος ήταν ο Φραγκίσκος ο 1ος της Γαλλίας - για να καταλάβει κανείς το μέγεθος των επιρροών τους. [2]
Η εμποροκρατία λοιπόν δεν ήταν ενταγμένη στην κυρίαρχη λογική της πολιτικής κουλτούρας της Γαλλικής Επανάστασης, παρότι έγινε αυτή η απλοποίηση από πλευράς της Μαρξιστικής κυρίως ανάλυσης. Η Γαλλική Επανάσταση είχε μέσα της αναδιανεμητικά αιτήματα. Ακόμη και η Επανάσταση του Κοινοβουλίου που μετέπειτα ανάδειξε ως ηγετική την πολιτική τον Κρόμβελ, κατέληξε να έχει στοιχεία μιας διαφορετικής προσέγγισης, μιας αναζήτησης κοινωνικής πολιτικής παρά την σύγκρουση που υπήρξε με τους ισοπεδωτιστές οι οποίοι είχαν αναπτύξει μια ισχυρή επιρροή στο πλαίσιο του Αγγλικού Επαναστατικού στρατού του Κοινοβουλίου.
Στην Γαλλική Επανάσταση - όπως και σε κάθε εξέλιξη εξουσίας, κάτι που φάνηκε και από την Μπολσεβίκικη επανάσταση και την ανεπάρκειά της στη Ρωσία - μπορεί να πει κανείς ότι έχουμε μια σαφή δυναμική που αναδεικνύεται με την κυριαρχία αυτού που είναι πολιτικά συγκροτημένο με οικονομίες κλίμακας στην οικονομία. Αυτό είναι πάντα το πεδίο συγκέντρωσης του κεφαλαίου ή επίσης το πεδίο συγκέντρωσης της πολιτικής υπεραξίας όπως γίνεται σε μια επαναστατική τάξη που στην συνέχεια θεσμοποιείται γραφειοκρατικά όπως συνέβη στην εκτροπή σοσιαλιστικής επανάστασης.
Τα διλλήματα που τίθενται στην διάρκεια της μεταβατικής εξουσίας, έχουν ένα ισχυρό δέλεαρ ρεαλισμού. Τίθεντο ζητήματα προσαρμογών και διλλημάτων επιλογής μεταξύ συνθηκών αφενός μεν διατήρησης μερικής της βιωσιμότητας της εξουσίας που διολισθαίνει σε έκπτωση αξιών αφετέρου δε ενός πλαισίου συναλλαγής.
Η φθίνουσα ιστορική και πολιτική απόδοση της νεωτερικότητας
Νομίζουμε ότι χρειαζόταν αυτό το προοίμιο για να κατανοήσουμε τον κύκλο που φαίνεται ότι διαγράφεται στην ιστορία της νεωτερικότητας και του κοινοβουλευτισμού και την φθίνουσα ιστορική και πολιτική του απόδοση. Αυτό το αναφέρουμε χωρίς να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι αυτός ο κύκλος γνώρισε την μεγαλύτερη επίτευξη του και την μεγαλύτερη του θεσμική δικαίωση στον 20ο αιώνα.
Θυμίζει όμως κάπως τον Νόμο του Πάρκινσον στη συμβολική του όψη. Ας κάνουμε μερικές κρίσιμες παρατηρήσεις με βάση αυτή την αξία του Νόμου αυτού.
1. Η ανοικοδόμηση του Ανακτόρου των Βερσαλλιών έγινε στην παρακμή του Λουδοβίκου 14ου
2. Η απόκτηση της στέγης από την Κοινωνία των Εθνών έγινε την στιγμή που ξεθώριαζε πλήρως κάθε λόγος και κάθε ουσιαστικότητα και αποτελεσματικότητα στην ύπαρξη της κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου.
3. Η γραφειοκρατική φθίνουσα ανάπτυξη των θεσμών, η σύγχρονη τεχνοκρατική θεώρηση της ιστορικότητας και της προόδου αναφέρεται και αναδεικνύεται σε κάθε έργο ιστορικό, πολιτικό, οικονομικό ή άλλο. Σύμφωνα με αυτή κάθε έργο τείνει να συμπεριλάβει στην εκτέλεσή του όσο το δυνατόν περισσότερους, με όσο το δυνατόν μικρότερο αποτέλεσμα. Θα λέγαμε ότι μοιάζει σαν μια πιο κοσμοθεωρητική δικαίωση και εποπτεία του Νόμου του Μέρφυ ή των μη γραμμικών παραδοξοτήτων της αρχής της εντροπίας και της φθίνουσας απόδοσης.
Αυτό αναδεικνύεται βέβαια στην έννοια, στην λειτουργία, στην προσέγγιση και των οικονομιών κλίμακας στην οικονομική θεωρία όπως την εισήγαγε και όπως μπορούμε να την επεξεργαστούμε σαν συνέχεια συνεχίζοντας το έργο του Μάλθους. [3]
Το πρόβλημα λοιπόν της ιστορικής θεμελίωσης του κοινοβουλευτισμού είναι ένα πρόβλημα που συνδέεται με αρκετές μεταπτώσεις. Αρχικά η νεωτερικότητα -από την Μάγκνα Κάρτα, τις συντεχνίες, τις κοινότητες, τις πόλεις-κράτη στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες- συνδέεται με τα ζητήματα της ρήξης και των διαδικασιών της ρήξης που επέφερε η μεταρρύθμιση στην πολιτική και την οικονομική κουλτούρα σε σχέση με την παραδοσιακότητα και συγκεντρωτικότητα του Καθολικισμού. Φυσικά συνδέεται και με την επαναδιεκδίκηση της εξουσίας από τους ισχυρούς έναντι του συγκεντρωτισμού των βασιλείων στο τέλος του κύκλου.
Σε κάποιες περιπτώσεις, είχαμε επιλογές συνύπαρξης και συμβολοποίησης του βασιλικού θεσμού -μια επικίνδυνη συμβολοποίηση- γιατί έχει υπερβολικές δικαιοδοσίες και παράδοξες. Αυτό το βλέπουμε ακόμη και στην σημερινή Μεγάλη Βρετανία στο πλαίσιο ακόμη και των ευρύτερων επιδράσεων που μπορεί να έχει ο θεσμός αυτός στις πολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες όπως στον Καναδά, παρά το γεγονός ότι οι κοινωνίες αυτές έχουν περάσει τόσο από τις φορτισμένες περιόδους της δημοκρατικής πολιτικής διακυβέρνησης όσο και από τις αποικιοποιήσεις όπως στην μακρά θητεία του Φιρντώ. [4]
Ο μύθος της δημοκρατικότητας της αντιπροσώπευσης
Όμως καταρχήν πρέπει να τελειώσουμε με τον θεωρητικό μύθο της δημοκρατικότητας της αντιπροσώπευσης. Πολύ σωστά ασκούν κριτική –όσοι ασκούν- ότι η αντιπροσώπευση δεν ταυτίζεται με την δημοκρατία. Η αντιπροσώπευση υπό την έννοια του αιρετού, είναι ένα βήμα εκδημοκρατισμού αλλά δεν ταυτίζεται με την δημοκρατία. Στην πραγματικότητα σήμερα υπάρχει απλώς ένα δημοκρατικό υπόβαθρο στην τιμοκρατική κατ’ ουσία διακυβέρνηση. Παρόμοια κατάσταση υπήρχε ακόμη και στην αρχαία Αθήνα -σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό- υπό την έννοια των επιρροών που μπορούσαν να ασκούν οι οικονομικά ισχυροί που εμπλέκονταν στην πολιτική.
Αυτό το αρχέγονο θα έλεγε κανείς ζήτημα της οικονομικής διαπλοκής φαίνεται και στους Παράλληλους Βίους του Πλούταρχου. Αρκεί να δει κανείς συγκριτικά τον πολιτικό βίο του Αριστείδη και τον βίο του Θεμιστοκλή. Θα διαπιστώσει τις δύο αντίθετες θέσεις παρά την κατ’ επίφαση ένταξη σε κόμματα.
Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κανείς συγκρίνοντας κάποιες πολιτικές του Γιούλισες Γκραντ στις ΗΠΑ μετά τον Αβραάμ Λίνκολν -ενός ανθρώπου που λειτούργησε ανοίγοντας θεσμικά επικίνδυνους δρόμους ή αλλιώς συγχύζοντας προοδευτικές πολιτικές με τη διαφθορά. Ωστόσο με ανάλογες προοδευτικές πολιτικές ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ καινοτομεί στην συνέχεια από την μεριά των ρεπουμπλικάνων όπως ο θείος του, Θεόδωρος Ρούσβελτ. Ενδιαφέρον έχει και η παράξενη διαλεκτική των Ρεπουμπλικάνων σε σχέση με τον ρατσιστικό Νότο που αντιστράφηκε από την εποχή της συνταγματικής μεταρρύθμισης του Λ. Τζόντζον. [5]
Στην ιστορία λοιπόν του κοινοβουλευτισμού βρίσκονται ανακολουθίες. Παρότι έχει εμφανιστεί θεωρητικά να συνδέεται απολύτως με την ανάδειξη της αστικής τάξης τελικά συνδέεται με μια ανακολουθία με την αρχαία δημοκρατία στην οποία όμως υπήρχαν κληρωτές λειτουργίες με μικρά χρονικά διαστήματα εξουσίας. Ήταν μια κοινωνία οργανωμένη πολιτικά ως «πολιτική κοινωνία» σε μικρότερη κλίμακα αν και μπορεί να πει κανείς ότι σήμερα κλίμακες κρατών όπως είναι Λουξεμβούργο ή κρατίδια όπως αυτά του Λιχτενστάιν και του Μονακό λειτουργούν είτε κοινοβουλευτικά είτε θεσμικά με αναχρονιστική μορφή παρά το γεγονός ότι αποτελούν πληθυσμιακά το αντίστοιχο των αρχαιοελληνικών πόλεων.
Το Αμφικτιονικό πρότυπο και η δημοκρατία
Το ζήτημα λοιπόν έχει να κάνει με το πόσο ολοκληρωμένη είναι η δημοκρατία και από πού αντλεί τα οικονομικά της αποθέματα. Εδώ πρέπει να γίνουμε σαφείς. Τα οικονομικά αποθέματα της δημοκρατίας του Κλεισθένη δεν συντηρήθηκαν και δεν αναπτύχτηκαν από τον ηγετικό ρόλο της ίδιας της Αθηναϊκής πολιτείας σε ένα ευρύτερο περιβάλλον όπως θα το συναντήσουμε αργότερα πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο -από την εποχή μετά από τον ηγετικό ρόλο των Αθηνών στους Μηδικούς Πολέμους της Αθηναϊκής Πολιτείας και μετά από την συγκρότηση της Αθηναϊκής συμμαχίας.
Αυτό το σύστημα θα λέγαμε της αρχαίας δημοκρατίας είχε εγγενή στοιχεία μιας άλλης προσέγγισης -όσο ανολοκλήρωτη και αν ήταν- η οποία είχε ξεκινήσει από το Αμφικτιονικό πρότυπο.
Το Αμφικτιονικό πρότυπο προσπαθούσε να συνδυάσει και συνδύαζε την συλλογική αντιπροσώπευση, και με θεσμικούς εκπροσώπους τους Πυλαγόρες και τους Ιερομνήμονες καθώς ή τελευταίες αντιπροσώπευαν την πνευματική διάσταση του Αμφικτιονικού Πνεύματος. Δηλαδή οι Πυλαγόρες λειτουργούσαν ως αντιπροσωπευτικοί ηγέτες, ενώ οι Ιερομνήμονες ως συμβούλιο σοφών που εξέφραζαν την παράδοση. Υπήρχε η δυνατότητα συλλογικής συμμετοχής όλων στην διαδικασία επίλυσης διαφορών στην διαιτησία.
Η δικαιϊκή καταγωγή της δημοκρατίας
Εδώ λοιπόν πρέπει να σημειώσουμε ότι η διαδικασία της δημοκρατίας γεννιέται από ότι φαίνεται δικαιϊκά. Αυτό το βλέπουμε από την πρώτη διάσταση της δημοκρατίας που έχουμε τον δικαστικό ή δικαιϊκό εκδημοκρατισμό του Σόλωνα και όπου διαμορφώνεται ο εκδημοκρατισμός με την καινοτομία στο οικονομικό πεδίο των θεσμών με την Σεισάχθεια και με την απελευθέρωση των δούλων, την ανάκτηση της ιδιότητας του πολίτη από ανθρώπους που είχαν εμπορευτεί τελικά τον εαυτό τους για οικονομικούς λόγους, την πολιτική τους υπόσταση δηλαδή για οικονομικούς λόγους και την είχαν χάσει. Το δικαιϊκό ζήτημα ήτανε πάντα στην αφετηρία θεμελιακών εξελίξεων τόσο για την πολιτική όσο και για την οικονομία. Αυτό αναδεικνύει και η θεωρία του Αριστοτέλη για την σχέση σπανιότητας πόρων και δικαιοσύνης.
Η σημαντικότητα του δικαστικού εκδημοκρατισμού φαίνεται και με την έννοια της διαλεκτικής ή του Λόγου όπως την συναντάμε στο Ινδικό έπος Μαχαμπαράτα με τον θεμελιώδη νομικό στοχασμό της Ντραουπάντι που αλλάζει την τροπή όλων των εξελίξεων της παιγνιακότητας της ελευθερίας και της υπόστασης στο τυχερό παιχνίδι που έπαιξε ο Γιουντιστίρα με τον Σακούν εμπορευόμενος και χάνοντας την σύζυγο του τη Ντραουπάντι, τους αδελφούς του και τον εαυτό του σε μια διαδικασία πλήρους απαξίωσης.
Στο έπος αυτό βλέπουμε τη Ντραουπάντι να κινητοποιεί κομβικές διαδικασίες δικανικού λογισμού σε ένα από τα μεγαλύτερα παγκόσμια έπη. Η Ντραουπάντι συμβολίζει εκεί και την ύλη ως όψη που θέτει ως αναγκαιότητα την κατ οικονομία δικαιοσύνη και νομοτέλεια ως αντίθεση στην παιγνιότητα.
Το πρόβλημα λοιπόν της αντιπροσώπευσης πρέπει να το δούμε σε μια άλλη βάση. Αφενός μεν γύρω από την επάρκειά της και την αντιστοίχισή της με την έννοια της δημοκρατίας αλλά αφετέρου δε από την ιστορική της αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία.
Ο ολοκληρωτισμός του μαζικού πολιτισμού και η αντιπροσώπευση
Ωστόσο, παρά τον κοινοβουλευτισμό που ανέδειξαν οι μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές -στην περίοδο των Πατέρων της Αμερικάνικης Ανεξαρτησίας, τόσο στις μεγάλες διακηρύξεις όσο και στην λογική ενός προβληματισμού που αναπτύχτηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο και μεταγενέστερα διασχίζοντας το «New Deal» και τον αγώνα ενάντια στα Trust που ξεκινάει από τον Άντριου Τζάκσον και πριν από αυτόν και φτάνει στον Θεόδωρο Ρούσβελτ συνεχίζοντας στη λογική του New Deal και του Φραγκλίνου Ρούσβελτ και φτάνοντας ως την «Μεγάλη Κοινωνία» του Τζόνσον- έχουμε φτάσει πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο κατάρρευσης και ελλειμματικότητας των θεσμών και των ιστορικών προσωπικοτήτων.
Αυτό παρατηρεί και ο καθ’ ημάς Παναγιώτης Καννελόπουλος στους ύστερους προβληματισμούς του -ελεύθερος από τους δογματισμούς που κυριάρχησαν στην ρεαλιστική του ταύτιση με πολιτικούς ρόλους από το παρελθόν- κάνοντας λόγο για την κρίση της ιστορικής προσωπικότητας, συνεχίζοντας την λογική ενός προβληματισμού που αναπτύσσει ο Γκρασέ για την «έγερση των μαζών» και της παγίωσης της μαζικής κοινωνίας. Όμως η εποχή μας δεν πηγαίνει μόνο με τον μεγαλύτερο ρόλο των μαζών αλλά και με μια μεγαλύτερη αποστασιοποίηση και αποξένωση και κυριαρχία των ελίτ.
Αυτό συμβαίνει γιατί ο μαζικός πολιτισμός -όπως παρατηρούσε ο Κάρλ Γιάσπερς- κρύβει μέσα του στοιχεία ενός ολοκληρωτισμού. Η μαζικότητα δεν βρίσκεται στην έννοια της ικανότητας των μαζών για αγώνα αλλά στο γεγονός ότι λειτουργούν σε αυτήν πολύ πιο εύκολα τα στοιχεία αλλοτρίωσης, όπως αυτά που αναδεικνύονται από τους προβληματισμούς του Γκουσταύου Λε Μπον του Φρόιντ και άλλων γύρω από την μαζική ψυχολογία και το εγώ, ή αναπτύσσεται συνέχεια και ως αγοραία «κοινωνία του θεάματος».
Προβληματισμούς πάνω σε αυτά τα σημεία έχουμε αναπτύξει σε προγενέστερα κείμενα όπως για την ειδωλοποίηση και την κυριαρχία του τίποτε [6]ή για την εικονοποίηση της πολιτικής και τον πολιτικό μηδενισμό. [7]
Οι κύκλοι των ιδεών, το τέρμα της γραμμικότητας και η αντιπροσώπευση
Το θέμα αυτό μπορούμε να το προσεγγίσουμε με δύο όψεις:
1.Πρώτον με βάση τους κύκλους των ιδεών, υπό μια έννοια συστημικής ιστορικής εξέλιξης. Αναδεικνύονται κύκλοι ιδεών σε ιστορικά πεδία που εμπλουτίζονται και περνούν από σημεία καμπής και κρίσης και που μετασχηματίζονται καθολικά. Εδω θα θυμηθούμε την ανάλογη θεωρία για τους ιστορικούς κύκλους Κοντράτιεφ στην οικονομία. Μπορούμε να μιλήσουμε λοιπόν για ανάλογους πολιτικούς κύκλους με τους οικονομικούς του Κοντράτιεφ.
2.Δεύτερον υπό την έννοια του τέλους της γραμμικότητας. Μπορούμε να σταθούμε σε κριτικές που αφορούν στην νεωτερικότητα όπως αυτή που έχει επιχειρήσει συστηματικά απέναντι σε αυτή, σαν κριτική θεώρησή της από τον Giddens αλλά πάνω από όλα μπορούμε να μιλήσουμε για το τέλος της γραμμικότητας της νεωτερικότητας.
Η νεωτερικότητα δεν έχει τελειώσει ως υπόθεση αλλά έχει χάσει πολλές από τις γραμμικές απλοϊκότητές της, οι οποίες την οδήγησαν σε εκκρεμείς ή σε ακραίες δυναμικές και προσεγγίσεις όπως η «σύγκρουση των πολιτισμών» και «το τέλος της ιστορίας». Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις αναδεικνύονται κατ’ ουσίαν το ίδιο φρούδες, ουτοπικές ή μάλλον θα έλεγε κανείς μη ουσιαστικές. Υπάρχουν άλλες διεργασίες που είναι πιο ουσιαστικές, είναι διαδικασίες όπως οι συστημικές προσεγγίσεις που επιχειρεί ο Βάλλερνσταιν αλλά και άλλες που έχουν πεδίο γόνιμης αντίληψης και κριτικής θεώρησης και που συνδυάζουν την πολιτική με την οικονομία ως δυναμικά πεδία που αλληλεπιδρούν και που λειτουργούν και ως αιτίες επίσης παλίνδρομων εξελίξεων.
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε την ανθρωπολογική, ψυχολογική και πολιτισμική κρίση, όχι υπό την έννοια της σύγκρουσης των πολιτισμών, αλλά υπό την έννοια του συστήματος που συνδέει τον άνθρωπο και διαμορφώνει ένα πεδίο συνεργειών με την πολιτική και την οικονομία. Η άλλη λοιπόν κριτική ματιά και προσέγγιση μπορεί να περιλάβει έναν εντοπισμό των βασικών χαρακτηριστικών της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας, μια διείσδυση πέρα από τις θεσμικές γοητείες και αυθεντίες και τον κριτικό απόηχο που λειτουργεί σαν διάκοσμος και σαν εναλλακτικότητα και που εμφανίζεται στην κομματική διπολικότητα που καταλήγει να είναι όλο και πιο ανούσια.
Ωστόσο σε κάθε εποχή παρουσιαζόταν η ανάγκη για ένα πεδίο κάθαρσης. Μιλάμε σήμερα για το Ρωμαϊκό δίκαιο και αγνοούμε ότι δύο μεγάλοι του στοχαστές ο Παπινιανός και ο Ουλπιανός εκτελέστηκαν ή δολοφονήθηκαν από αυτοκράτορα ή από πραιτωριανούς υπερασπίζοντας τις ιδέες τους. Οι ιδέες αυτές είναι προφανές ότι δεν είχαν καμία πέραση στην εποχή τους. Συχνά μας μένουν ως κληρονομιά κάποιες ιδέες, αυτές όμως αποτελούν ένα ασθενή θεσμικό απόηχο ικανό και εκτεθειμένο σε παλινδρομήσεις, από εποχές όπου όμως δεν υπήρχε η πραγματική τους δικαίωση όπως μέσα από την ιστορική αφήγηση που έχουμε για αυτές τις εποχές.
Πάντα λοιπόν υπήρχε η ανάγκη της κάθαρσης όπως τονίζεται και με τον υπέροχο ορισμό της τραγωδίας από τον Αριστοτέλη και όπως πραγματώνεται αυτή τελικά στους Αρχαίους Τραγικούς και τον Σαίξπηρ. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλάκις το πεδίο της αναφοράς του Σαίξπηρ είναι το πολιτικό που διαπλέκεται με το ψυχολογικό και το προσωπικό. Είναι το προσωπικό πεδίο αναφοράς που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ο Μαρξισμός και που καθυστερημένα το αναγνώρισε ο Λένιν μέσα από τις επιπτώσεις της επιλογής μιας προσωπικότητας τύπου Στάλιν ως τον διάδοχο ηγέτη.
Γενικότερα η σχέση της προσωπικότητας με το σύστημα και την κοσμοθεωρητική ιδεολογία και την λειτουργία της στην ιστορία είναι ένα σύνθετο ζήτημα που δεν επιδέχεται τις απλοϊκότητες της συστημικής και μονοδιάστατης θα έλεγε κανείς θεώρησης των πραγμάτων. Με τον όρο συστημική θεώρηση δεν εννοούμε την συστημική θεωρία που είναι ιδιαίτερα γόνιμη και απέχει πολύ από την ιδέα που έχουμε του πολιτικού συστήματος το οποίο στο ρεαλιστικό του πεδίο και τη μορφή που συγκρινόμενο γίνεται ένα τερατούργημα. Η σχέση μιας θεμελιώδους ιδέας, στο ιδεατό της αντανακλάται στο ειδωλικό της πεδίο παραμορφωτικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λέξη σύστημα είναι κατοχυρωμένη σε αυτή την κατά πολλούς βαρβαρότητα που λέγεται πολιτικό οικονομικό σύστημα. Πρέπει να αποσπάσουμε τη ρουτίνα της έννοιας από την έννοια της συστημικής θεωρίας που έχει τόσα να μας διδάξει.
Διαβάστε επίσης: "Η πυραμίδα της στρεβλής υπανάπτυξης ή της ανυπαρξίας της δημοκρατίας"
____________________________
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
[1] Η «φυλή» εδώ αναφέρεται με την έννοια της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της και όχι με την φυλετική ρατσιστική της εκδοχή που μάθαμε τόσο κακοποιημένα στον 20ο αιώνα καταμεσής της νεωτερικότητας και που δήθεν εξέπληξε την ανθρωπότητα με την ανάδειξη της και με τη θεωρία του υπεράνθρωπου και πάλι στρεβλωμένη.
[2] Durant Will, "Τhe Story of Civilization, Vol. 6 - The Reformation", 1957
Επιστολή του Jakob Fugger II στον Κάρολο τον 5ο
«Είναι γνωστό ότι η Μεγαλειότητά σας ίσως να μην απολάμβανε της Αυτοκρατορικής τιμής χωρίς τη βοήθειά μου, κάτι το οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί και με δηλώσεις όλων των αντιπροσώπων. Σε όλα αυτά δεν κοίταξα ποτέ το δικό μου κέρδος. Η σεβάσμια παράκλησή μου είναι να διατάξετε την χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση της επιστροφής των χρημάτων που πλήρωσα, συν τους τόκους»
[3] Cohen Daniel, "Η ευημερία του κακού", εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 69
«Ο νόμος του Thomas Manlthus μπορεί να συνοψιστεί ως έξης: Όποια και αν είναι η πρόοδος που επιτυγχάνουν οι ανθρώπινοι πολιτισμοί στο πεδίο των τεχνών ή των τεχνικών, το εισόδημα των κατοίκων μιας χώρας δεν μπορεί να αυξηθεί! Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Μόλις το εισόδημα ενός έθνους αυξηθεί, ο πληθυσμός τείνει να αυξηθεί ακόμη γρηγορότερα. Κάθε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού προκαλεί έτσι μια εκθετική μεγέθυνση του πληθυσμού, η οποία αργά η γρήγορα πρέπει να αναχαιτιστεί λόγω ανυπαρξίας διαθέσιμων εδαφών»
[4] Ζήση Γιάννη, "Υπάρχουν και προτεκτοράτα στους G8;"
[5] Krugman Paul, "Η συνείδηση ενός προοδευτικού", εκδ. Πόλις, 2007, σελ. 134
[6] Ζήσης Γιάννης, "Η ειδωλοποίηση του τίποτε"
[7] Ζήσης Γιάννης, "Η εικονοποίηση και ο μηδενισμός της πολιτικής"