|
Αντίστοιχα μπορούν να αναπτυχθούν τα σύνορα ως συμβιωτικότητες όπως το δείχνει πολύ καλά το πρότυπο της φύσης αλλά και ο πολιτισμός. Στον πολιτισμό θα έλεγε κανείς ότι ο κυρίαρχος περιορίζει αυτή την αξιοποίηση, την βλέπει τελείως εκμεταλλευτικά αντλώντας υπεραξίες απ’ αυτή την συμβιωτικότητα και αν η ετερότητα αναπτυχθεί επαρκώς στο μέλλον αυτή θα γίνει κυρίαρχη. Θα αλλάξουν δηλαδή οι ρόλοι κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Υπό την έννοια αυτή μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει περισσότερη βία στο ανθρώπινο κοσμοσύστημα. Οι κώδικες της σχέσης μας με τον χώρο και με τα άλλα όντα στον χώρο μεταφέρονται και στις σχέσεις μας με τον εαυτό μας μέσα μας, με τους άλλους και μεταξύ των κοινωνιών. Μεταφέρονται δηλαδή και στο πεδίο της πόλης. Αναπτύσσουμε αυτή την θεωρητική ματιά γιατί πιστεύουμε πλέον ότι ο μετασχηματισμός του πολιτισμού, η ανάγκη να αναπτύξουμε ένα πράσινο αιώνα και ένα πράσινο σχέδιο στον κόσμο, να αντλήσουμε και να απελευθερώσουμε αυτή την δύναμη της πράσινης ακτίνας συμπαθητικά, πολιτισμικά και συνειδησιακά, είναι συνυφασμένη με μια πολύ βαθιά αλλαγή του πολιτισμού. Περνάμε δηλαδή στην φάση της πράσινης καμπής, του μεγάλου πράσινου μετασχηματισμού. Και δω πρέπει να ξανακτισθούν οι κοσμοθεωρήσεις. Να ξανακτιστούν οι επιστήμες που είναι νοοκρατικές και εννοιοκρατικές, που είναι δηλαδή συναρτημένες από την έννοια και την γλώσσα, όπως είναι η φιλοσοφία, όπως είναι η ψυχολογία και σε ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλες οι επιστήμες του ανθρώπου και να έρθουν σε μια εξελικτική ώσμωση και αλληλεπίδραση με τις οικολογικές επιστήμες που είναι ενδιάμεσες και με τις φυσικές επιστήμες. Πιστεύουμε ότι πρέπει να ξαναοικοδομηθεί ακόμη και η επιστήμη της λογικής ή του λόγου πάνω σε μια νέα βάση και να θεωρήσουμε για την ώρα κλεισμένο τον αναγωγικό και γραμμικό αναλυτικό ορίζοντα σκέψης στον βαθμό που μας αποκόπτει από μια πιο συνθετική και ολιστική ματιά και προσέγγιση.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΓΕΝΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ Ας πάμε τώρα λοιπόν σε μια ιστορική αναδρομή γύρω από το φαινόμενο και την μορφογένεση των πόλεων. Τρία βασικά σημεία θα μπορούσαμε να πούμε ότι οδηγούν στον σχηματισμό της πόλης: Πρώτον, η περιβαλλοντική ασφάλεια των ανθρώπων και δεύτερον, η ασφάλειά τους επίσης απέναντι στις άλλες ανθρώπινες ομάδες πληθυσμών όπως και η ασφάλεια στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με τα επικίνδυνα είδη γι’ αυτούς, με τα επικίνδυνα έμβια όντα. Αυτές οι δύο ανάγκες εξυπηρετούνται από οικονομίες κλίμακας. Οι οικονομίες κλίμακας που συναντάμε στην πόλη είναι μια βασική λογική μέσα στην ίδια την φύση, στην δόμηση οργανισμών, στην δόμηση έμβιων κοινοτήτων στην ανάπτυξη συνεργειών συμβιωτικοτήτων και συμμαχιών. Οι οικονομίες κλίμακας βέβαια δεν απαντάνε μόνο στο ζήτημα της ασφάλειας ως στάσης και διάθεσης αλλά απαντάνε και στο κοινωνικό προϊόν της συνάθροισης, στην λογική μιας εξοικονόμησης πόρων και αποτελούν ένα βασικό πεδίο ανάπτυξης καινοτομιών στην εξέλιξη της φύσης και στην εξέλιξη του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Ένας τρίτος και καθοριστικός βέβαια παράγοντας ανακύπτει πλέον καθώς έχουμε περάσει από την συνήθη βιοκοινότητα στην βιοκοινότητα του ανθρώπου. Είναι η επινόηση, η δημιουργία ενός περιβάλλοντος που διευκολύνει την έκφραση, την ανάπτυξη επιθυμιών, των ρόλων μιας αυξημένης συνειδητοποίησης στην κατασκευή ενός κόσμου διαφορετικού από τον φυσικό όπως τον προσλαμβάνει ο άνθρωπος. Είναι η δημιουργία ενός άλλου κόσμου μέσα απ’ την θέσμιση στην οποία είναι επινοητικός, για την οποία λειτουργεί ως επινοητικός παράγοντας ο άνθρωπος ατομικά και συλλογικά. Κατά κάποιο τρόπο η μαζικότητα της πόλης εδώ, ή η μαζική ζωή ως ιεραρχική δομή λειτουργεί σαν ολική συμπληρωματική της ατομικότητας και της ατομικοποίησης. Διαμορφώνει δηλαδή ένα νέο συσχετισμό πέρα από τον οικολογικό συσχετισμό ατόμου και κοινωνίας του πλήθους ή της μαζικής ζωής. Έτσι βλέπουμε λοιπόν άμεσα πόσο αφετηριακά είναι συνδεδεμένη η πόλη με την κοινωνική ιεράρχηση. Η εσωτερική δομή πλέον της πόλης, οι ανάγκες και οι δυναμικές που εκπροσωπούνται στον σχηματισμό της συνδυάζονται με την κοινωνική ιεράρχηση. Όμως η ίδια αυτή η δομή απαιτεί κανόνες και οι κανόνες είναι το μοναδιαίο στοιχείο μιας ομαδικότητας, μιας συμμετρίας, μιας εξειδίκευσης και εναλλαγής ρόλων. Και δω εστιάζεται η αφετηρία του πολιτισμού σ’ αυτή την συνάρθρωση ιεραρχίας και ομαδικότητας. Ο χώρος στην πόλη γίνεται ένα πεδίο προβολής, διαμόρφωσης ταυτοτήτων και σχέσεων ή ρόλων. Η πόλη ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει και μια γεωγραφική αντίληψη του χώρου και του περιβάλλοντος. Αντιπροσωπεύει μια αντίληψη δυναμικής πόρων και κυριαρχίας και μέσα απ’ αυτήν έρχεται σε συνάρτηση και συνοριακή προσέγγιση με τις άλλες πόλεις και έτσι διαμορφώνεται είτε μια κοινωνία πόλεων είτε μια συγκρουσιακή αμοιβαία προσέγγιση που μπορεί να κλιμακώνεται. Διαμορφώνεται δηλαδή από την πόλη της γεωγραφικής ολότητας και της γεωγραφικής περιοχής είτε ένα αμφικτιονικό ή συμπολιτειακό είτε ένα ηγεμονικό και συγκρουσιακό σύστημα προσέγγισης και αντίληψης. Στο σημείο αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Μαρξισμός αστόχησε, στον βαθμό που δεν μπορούσε να οικειοποιηθεί ή μάλλον δεν πρόσεξε αυτή την ευγενή ματιά του Έγκελς. Πολλοί μαρξιστές αστόχησαν στο να αντιληφθούν με διαφορετικό τρόπο, από τον παραδοσιακό, αυτό το γεωγραφικό πλαίσιο σχέσεων του ανθρώπου και της πόλης με τη φύση και έβαλαν ως στόχο παραγωγικό αυτή την διατήρηση της απόλυτης βίας της εκμετάλλευσης στην φύση. Έτσι δεν αντιλήφθηκαν την αλληλεγγυότητα μεταξύ ανθρώπων ως αλληλεγγυότητα μεταξύ των έμβιων όντων, ή ως αλληλεγγυότητα με τους όρους της αειφορίας και της βιωσιμότητας του περιβάλλοντος. Εδω θα μπορούσε να πει κανείς ότι λειτούργησε η Νέμεσις όπως ακριβώς το είχαν πει ο Έγκελς και ο Χορκχάϊμερ, ότι οι σχέσεις που φτιάχνουμε με την φύση και την ζωή σαν ετερότητες σε σχέσεις κυριαρχίας και βίας εισάγουν και στις μεταξύ μας σχέσεις τα ίδια χαρακτηριστικά: την κυριαρχία και την βία που φτάνει μέχρι την εξόντωση. Έτσι δημιουργείται και το πλαίσιο και η δυναμική του ολοκληρωτισμού. Από τον οικολογικό ολοκληρωτισμό του ανθρώπου απέναντι στον χώρο και στο φαινόμενο της ζωής και της ύλης διαμορφώνεται τελικά και ο πολιτικός και ο οικονομικός ολοκληρωτισμός. Θα μπορούσε να πει και να συμπεράνει κανείς ότι μ’ αυτή ακριβώς την λογική και με αυτό το αφετηριακό λάθος ο σοσιαλισμός καταδίκασε τον εαυτό του. Ο σοσιαλισμός απ’ αρχής έπρεπε να είναι και οικολογικός και να ανατρέψει τα συνήθη πολιτισμικά πρότυπα. Δεν ήτανε αποκλειστικά οι σχέσεις παραγωγής μεταξύ των ανθρώπων αλλά και η παραγωγική αντίληψη της φύσης που πυροδοτούσε αυτές τις σχέσεις βίας και κυριαρχίας. Αυτή η αντίληψη του χώρου ως απόσταση και ως αξιοποίηση και πεδίο του βίου, αναδείκνυε την χωριστικότητα ως κυρίαρχο στοιχείο. Γι’ αυτό το λόγο εστιάσαμε απ’ αρχής την προσοχή στην αντίληψη που έχουμε του χώρου και την τεράστια πρακτική επιρροή αυτής της αντίληψης στη διαμόρφωση της προσέγγισης του φαινομένου της πόλης με τις ηθικές, πολιτισμικές και οικολογικές προεκτάσεις αυτής. Το αντίστοιχο θα έπρεπε και θα μπορούσαμε να κάνουμε ακόμη και μέσα στον εαυτό μας, για τον εαυτό μας. Αυτή είναι μια ολιστική προσέγγιση, είναι δηλαδή η προσέγγιση όπου βλέπουμε πώς αλληλεπιδρούν και δεν τεμαχίζονται οι σχέσεις που αναπτύσσουμε με την φύση, από τις σχέσεις που αναπτύσσουμε με την κοινωνία ή μέσα στην κοινωνία, στην πόλη και τελικά τις σχέσεις που αναπτύσσουμε μέσα στον εαυτό μας.
|