protagon.gr
 
ΠΟΙΟΤΗΤΑ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ, ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ (ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΠΩΝΥΜΙΑ, MANAGEMENT ΚΑΙ MARKETING) --- Σειρά Πράσινη Πιστοποίηση 1 Εκτύπωση E-mail
Η ποιότητα και η πιστοποίησή της αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους για την επιτυχία των πράσινων προϊόντων στις αγορές. Παράλληλα όμως η ποιότητα και η πιστοποίηση αποτελούν παράγοντες αναδιάρθρωσης της παραγωγής και αποτελεσματικότητας της παραγωγής με την εξοικονόμηση των συντελεστών παραγωγής.
Η ίδια η ανταγωνιστικότητα μετασχηματίζεται από ανταγωνιστικότητα κόστους σε ανταγωνιστικότητα ποιότητας, καθώς η ποιότητα γίνεται απαίτηση του καταναλωτή και συμβάλλει σε «συμφωνία τιμής» (για την τιμή του προϊόντος) μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.

Α.-Γενικά
Η ποιότητα αναφέρεται στην κάλυψη των αναγκών του καταναλωτή καθώς επίσης και στην εσωτερική διαδικασία παρακολούθησης της παραγωγής του προϊόντος και της οργάνωσης αυτής της παραγωγής. Η ποιότητα συνιστά τη σύνδεση των εσωτερικών διαδικασιών της παραγωγής και της οργάνωσής της και αποτελεί τον ιδιαίτερο σύνδεσμο σύνδεσης της επιχείρησης και του προϊόντος με τον καταναλωτή και συνεπώς με την αγορά.
Η πράσινη επιχειρηματικότητα στοχεύει και βασίζεται στην ποιότητα, σε ειδικές ανάγκες και σε ένα απαιτητικό καταναλωτικό κοινό. Συνεπώς οφείλει με έναν εθελοντικό, συστηματικό ή εκ του συστάδην τρόπο να αναπτύξει ένα σύστημα διοίκησης με ολική ποιότητα. Ολική ποιότητα είναι το σύνολο των δραστηριοτήτων και των μεθόδων που εφαρμόζονται σε έναν οργανισμό με στόχο την ικανοποίηση του πελάτη και τη ταυτόχρονη ενεργοποίηση του δυναμικού του οργανισμού της επιχείρησης με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Β.-Οργάνωση της ποιότητας
Η ποιότητα έχει τελείως διαφορετικά δεδομένα για την εφαρμογή της στις μικρές από ό,τι στις μεγάλες επιχειρήσεις.
1) Η πράσινη επιχειρηματικότητα στις μικρής κλίμακας επιχειρήσεις είναι μια επιχειρηματικότητα που δεν βασίζεται στην απασχόληση μεγάλου αριθμού εργατικού δυναμικού. Συνδέεται με επιχειρήσεις που μπορεί να είναι και οικογενειακές και συνεπώς σ’ αυτήν είναι άλλη η διαδικασία που θα πρέπει να προσεγγίσει ο ενδιαφερόμενος για να εφαρμόσει την ποιότητα. Είναι μια διαδικασία που βγαίνει έξω από το κόστος της εφαρμογής μιας εξωτερικής πιστοποίησης και παρακολούθησης. Ωστόσο, και σ’ αυτή την περίπτωση, τα τέσσερα επίπεδα διοίκησης ποιότητας αρχίζουν από τη βαθμολόγηση, δηλαδή την αξιολόγηση μέσα από την επιθεώρηση, την παρακολούθηση, τις διορθωτικές ενέργειες και τον προσδιορισμό των αιτιών των προβλημάτων.
2) Το επόμενο βήμα συνδέεται με το εγχειρίδιο ποιότητας, τις επιθεωρήσεις, τις δοκιμές προϊόντος, το βασικό σχεδιασμό ποιότητας, τη στατιστική επιτήρηση.
3)  Το αμέσως επόμενο είναι ο έλεγχος συστημάτων, ο σχεδιασμός ποιότητας, ο στατιστικός και ποιοτικός έλεγχος, η πιστοποίηση από τρίτους, το κόστος της ποιότητας, η ανάλυση των αιτιών, των αστοχιών.
4)  Το τέταρτο είναι η συνεχής βελτίωση, η συμμετοχή των πελατών - προμηθευτών, η μέτρηση της απόδοσης, η εμπλοκή όλων, η ολιστική θεώρηση των λειτουργιών της επιχείρησης, η ομαδική εργασία και η συμμετοχή των εργαζομένων και των υπαλλήλων.
Όλα αυτά έχουν να διδάξουν και στις επιχειρήσεις μικρής κλίμακας τρόπους με τους οποίους μπορεί να υπάρξει μια προσαρμογή στο μοντέλο της ποιότητας και στη διοίκησή της. Επιθεώρηση, έλεγχος ποιότητας, διασφάλιση ποιότητας, διοίκηση ολικής ποιότητας και ολική ποιότητα αποτελούν συστατικά ενός πλήρους κύκλου ποιότητας. Οι κύκλοι αυτοί πρέπει να συνδυαστούν με τους κύκλους ζωής του προϊόντος και τους κύκλους εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.
Αυτός ο οδικός χάρτης ποιότητας δεν βλέπει το θέμα της ποιότητας με όρους μόνον μεγάλης επιχειρηματικής κλίμακας. Η πελατοκεντρική θεώρηση θέτει προτεραιότητα στη δυναμική της εξωτερικής ανάδρασης και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. ΄Ετσι το θέμα της ποιότητας απελευθερώνεται εν μέρει από την έμφαση στο εσωτερικό μέγεθος. Οι εσωτερικές λειτουργίες, η κατάτμησή τους και η εξειδίκευση παραμένουν σημαντικά θέματα για την οργάνωση της ποιότητας και για τη διαφοροποίηση του προϊόντος.
Πέραν από τα γενικά στοιχεία της οργάνωσης και της διοίκησης της ποιότητας, που συνδέονται και με την πιστοποίηση, πρέπει να παρακολουθήσουμε την περιβαλλοντική ποιότητα και την ποιοτική διαχείριση των προϊόντων και των υπηρεσιών που μπορεί να προσφέρει η φύση. Πρέπει να παρακολουθήσουμε και να δημιουργήσουμε μια ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών ανάλογη μ’ αυτήν που υπάρχει στη φύση και στο οικοσύστημα, για να έχουμε οικοανάπτυξη και παραγωγή των προϊόντων και των υπηρεσιών που προείπαμε. Γι’ αυτό χρειάζεται ο συνδυασμός τόσο της γνώσης της φύσης και του περιβάλλοντος, δηλαδή του πεδίου των δυνατοτήτων που προσφέρεται από τη φύση και την περιβαλλοντική προστασία, όσο και των συστημάτων ποιότητας και πιστοποίησης.

Γ.-Κόστος ποιότητας
Ας δούμε τι συνθέτει το κόστος της ποιότητας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς επιχειρείται η μετατόπιση του επίκεντρου από την ανταγωνιστικότητα κόστους στην ανταγωνιστικότητα ποιότητας. Το κόστος της ποιότητας συντίθεται από:
1) Το κόστος της πρόληψης. Η περιβαλλοντική πολιτική από μόνη της οδηγείται σε μια αποτίμηση του κόστους της πρόληψης των περιβαλλοντικών καταστροφών και της ανάταξης της φύσης. Το κόστος της πρόληψης αναλύεται στο: (α)κόστος της εφαρμογής νέων διαδικασιών, (β)κόστος της εκπαίδευσης και(γ)κόστος δημιουργίας νέων συστημάτων παραγωγής.
2) Το κόστος επιθεώρησης. Αυτό συνδέεται με τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας και των προϊόντων και τον περιορισμό των αστοχιών.
3) Το κόστος της αστοχίας, που συνδέεται με την διόρθωση του ελαττωματικού προϊόντος, την ανάκτηση της ποιότητας για το προϊόν ή την υπηρεσία.
Εδώ μπορούμε να δούμε το γεγονός ότι συνδυάζεται η εφαρμογή των μέτρων αυτών για την ρύθμιση των εξωτερικών επιδράσεων με τη θετική ρύθμιση για την ποιότητα και τη στήριξη των πολιτικών ποιότητας και πιστοποίησης από την πλευρά της διασύνδεσης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η διασύνδεση αυτή αναπτύσσεται επίσης ιδιαίτερα στο τομεακό πρόγραμμα ΕΠΑΝ, που είναι το επιχειρησιακό ανταγωνιστικότητας, όπως θα δούμε σ’ άλλο σημείο.

Δ.-Η πολιτική ποιότητας
Η πολιτική ποιότητας μπορεί να υποστηριχθεί και να εφαρμοσθεί με διάφορους τρόπους, όπως είναι:
1) Η πολιτική της «ανοικτής πόρτας», που είναι ένας παράγοντας στήριξης της πολιτικής ποιότητας στις επιχειρηματικές δράσεις. Είναι μια πολιτική που συνδέεται και με τα πολιτικά ζητήματα του περιβάλλοντος, αλλά είναι και μια πολιτική που συνδέεται και με τις επιχειρηματικές δράσεις σε σχέση με την αγορά, την πελατοκεντρική προσέγγισή της και με την κατανόηση και την αποκατάσταση ενός κλίματος αμοιβαιότητας. Αυτό το κλίμα είναι ιδιαίτερα ζωτικό για την εφαρμογή συστημάτων τοπικής ποιότητας αλλά και για την λειτουργία σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο των διαχειριστικών φορέων προστασίας του περιβάλλοντος και των επιχειρήσεων διαχείρισης περιβάλλοντος. Η «ανοικτή πόρτα» διαμορφώνει αμεσότητα ενημέρωσης και επικοινωνίας χωρίς διοικητικά στεγανά και ιεραρχικές οργανωτικές υπερβολές.
2) Η ομαδική προσέγγιση στα ζητήματα της ποιότητας και η σταδιακότητα που προσφέρει ως δυνατότητες το μοντέλο των κύκλων ποιότητας. Αυτό είναι ένα μοντέλο που μπορεί να εφαρμοστεί τόσο διεπιχειρησιακά, δηλαδή όχι σε μία μόνο επιχείρηση, όσο και σαν μια ομπρέλα στην τοπική οικονομία και να λειτουργήσει και με τον στόχο και με τη διαδικασία ενός συμφώνου τοπικής ποιότητας.
3) Η χρησιμοποίηση του διαγράμματος Pareto. Αυτό είναι ένα άλλο εργαλείο, που θα συστήναμε τόσο για την ανάλυση των προβλημάτων που παρουσιάζονται στην προστασία του περιβάλλοντος όσο και για τα προβλήματα των προϊόντων που προσφέρονται από τις επιχειρήσεις στον τομέα αυτό.
Αυτή η εφαρμογή του διαγράμματος προϋποθέτει ότι έχουμε μία βάση καταγραφής, για παράδειγμα στο θέμα των σκουπιδιών, στα θέματα των απόψεων των πελατών, στις λειτουργίες ενός διαχειριστικού φορέα κτλ. Στο διάγραμμα Pareto απεικονίζονται ποσοτικά και ποιοτικά τα αίτια των προβλημάτων και του φόρτου ορισμένων λειτουργιών. Η ερμηνεία και η εξαγωγή συμπερασμάτων από τα διαγράμματα Pareto χρειάζεται και τη χρήση της αρχής του Pareto και του κανόνα 80/20, σύμφωνα με τον οποίο το 80% των προβλημάτων δημιουργείται από το 20% των πιθανών αιτιών και το ανάστροφο, το 20% του προβλήματος δημιουργείται από το 80% των πιθανών αιτιών. Απαιτείται δηλαδή για την ερμηνεία του μια δυναμική πλάγιας σκέψης και φαντασίας, ώστε να έχουμε μια ολιστική σύλληψη της πραγματικότητας και της διασύνδεσης της αρχής του Pareto με το διάγραμμα Pareto.
4) Το διάγραμμα Ishikawa, (παραπομπή σελ, 172). Αυτό το διάγραμμα είναι υποστηρικτικό για τη διασύνδεση αιτίου αποτελέσματος. Μπορεί να εφαρμοστεί γενικότερα για την παρακολούθηση των προβλημάτων δυναμικής και αποτελεσματικότητας ενός διαχειριστικού φορέα στην προστασία της φύσης, αλλά και για την παραγωγικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών από μια πράσινη επιχείρηση.
5) Η διοίκηση της ολικής ποιότητας αναφερόμενη στο καθεστώς λειτουργίας των οργανισμών και μάλιστα των διαχειριστικών φορέων, των ΜΚΟ, των ΟΤΑ, των επιχειρήσεων κτλ. Αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την παρακολούθηση της εξέλιξής τους, επειδή εισάγει μια αντικειμενικοποίηση στην εκτίμηση της λειτουργίας των διαχειριστικών φορέων και στα οικονομικά τους αποτελέσματα. Γι’ αυτό καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν και υποδείγματα εντύπων προσαρμοσμένα ειδικά π.χ. στους διαχειριστικούς φορείς για την ποιότητα που διασυνδέεται με τις υπηρεσίες στον τομέα του περιβάλλοντος.
6) Η πολιτική της ποιότητας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή αναπτύσσεται και καλό θα είναι να παρακολουθείται διαρκώς, καθώς πρόσφατα είχαμε και την ενημέρωση για την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων μέσα από τα συμπεράσματα του Συμβουλίου. Η πολιτική προϊόντων είναι πολύ ευρύτερης γκάμας, αλλά ωστόσο είναι ένα μέρος που συνδέεται με την ποιότητα των προϊόντων σε σχέση με την περιβαλλοντική προσαρμογή.

Ε.-Ποιότητα και ανταγωνιστικότητα
Η εξέλιξη των αγορών οδηγεί τις επιλογές μεταξύ κόστους συμβατικής παραγωγής και κόστους ποιότητας και επωνυμίας στην αγορά. Το κόστος της συμβατικής παραγωγής ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, δηλαδή φθηνότερη παραγωγή δίνει φθηνότερο τελικό προϊόν, που έτσι είναι πιο ανταγωνιστικό.
Όμως εδώ σημειώνουμε ότι η υπόθεση της ανταγωνιστικότητας είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη, όπως θα δούμε παρακάτω.
Ακόμη και όταν η επιλογή του καταναλωτή είναι προϊόν με χαμηλή τιμή, και πάλι υπάρχει παράλληλα και μια τάση του για επιλογή προϊόντος που να βασίζεται στην ποιότητα. ΄Όμως αυτή η τελευταία τάση δεν είναι κυρίαρχη, αλλά μπορεί να εκφραστεί μόνον όταν ο καταναλωτής έχει να επιλέξει ανάμεσα σε περισσότερα προϊόντα με περίπου όμοια τιμή, οπότε επιλέγει το καλύτερο.
Με αντίστοιχο τρόπο, όταν ο καταναλωτής επιλέγει την ποιότητα, δηλαδή, όταν επιλέγει το ακριβότερο προϊόν επειδή είναι ποιοτικότερο, και πάλι έχει την τάση να επιλέξει το φθηνότερο ανάμεσα σε πολλά προϊόντα ίδιας ποιότητας.
Οπότε είναι προφανές ότι το κόστος και η ποιότητα ως κριτήρια αγοράς συνυπάρχουν, όμως άλλοτε καθοριστικό και πρωτεύοντα ρόλο παίζει το ένα και άλλοτε το άλλο. Υπάρχουν επομένως διάφορα επίπεδα ανταγωνισμού, δηλαδή:
1)  Ανάμεσα στα προϊόντα της συμβατικής αγοράς.
2) Ανάμεσα στη συμβατική αγορά και την αγορά προϊόντων ποιότητας.3)Ανάμεσα στα προϊόντα ποιότητας.
Επομένως δεν είναι το χαμηλό κόστος η μόνη ανταγωνιστική επιλογή, αλλά μπορεί και η ποιότητα να είναι μια άλλη, μόνον που δεν είναι επαρκής η μεταφορά του επίκεντρου της ανταγωνιστικότητας από το κόστος στην ποιότητα. Η μεταφορά αυτή δεν είναι επαρκής, επειδή ο καταναλωτής διακατέχεται από άγνοια και άγχος περιορισμού της καταναλωτικής του δαπάνης. Αυτό συμβαίνει, επειδή, πέραν των άλλων, η ποιότητα δεν έχει αποκτήσει ακόμη μερίδιο στην αγορά (δηλαδή δεν αποτελεί ακόμη κυρίαρχο κριτήριο για τη ζήτηση των προϊόντων) και επιπλέον σημαίνει και πρόσθετο κόστος. Η ποιότητα δεν είναι ταυτόσημη με την επωνυμία, αλλά συνδέεται άρρηκτα μαζί της. Η επωνυμία είναι ένα ζήτημα πολύπλοκο, όπως και η ποιότητα, αλλά διαφορετικό από αυτήν.

ΣΤ.-Πιστοποίηση της ποιότητας

Το κόστος και το όφελος από την πιστοποίηση είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Το κόστος της πιστοποίησης σίγουρα καλύπτει και ανάγκες συντεχνιακές, ανάγκες αμοιβής της τεχνογνωσίας και διεύρυνσης του πελατειακού μεριδίου σε ειδικότητες όπως αυτής των γεωτεχνικών, των οικονομολόγων, των επιστημόνων του περιβάλλοντος κτλ. Πρέπει να δούμε το ζήτημα του πώς θα περιορίσουμε και πως θα κατανείμουμε το κόστος της πιστοποίησης κυρίως, όχι στις βιομηχανικές μονάδες, αλλά στον αγροτικό τομέα, επειδή ο αγροτικός τομέας βαρύνεται από αύξηση ενός κόστους που δεν λειτουργεί εύκολα ανταποδοτικά για τον παραγωγό. Επομένως η δαπάνη της πιστοποίησης είναι ένα κρίσιμο ζήτημα και ο περιορισμός αυτής της δαπάνης πρέπει να είναι μια σταθερή μέριμνα. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, κυρίως απέναντι σε ορισμένες επαγγελματικές ομάδες που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας και επιβίωσης.
Παρ’ όλα αυτά ο στόχος της ποιότητας παραμένει. Υπάρχει εξάλλου η δυνατότητα για επίτευξη της ποιότητας χωρίς όμως πιστοποίηση, οπότε δεν θα υπάρχει το βάρος του κόστους της πιστοποίησης. Σε αυτή βέβαια την περίπτωση η ποιότητα θα είναι γραφειοκρατικά αδύναμη στην αγορά, επειδή δεν θα είναι αποδείξιμη, αλλά εντούτοις έχει και αυτή ένα σημαντικό μερίδιο δυναμικής στις αλλαγές που μπορούν να γίνουν.
Η πιστοποιημένη ποιότητα της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και της ποιότητας του προϊόντος είναι μια ολοκληρωμένη μορφή πιστοποίησης και επομένως έχει τα πλεονεκτήματα αυτής της ολοκλήρωσης. Σε ένα μεγάλο βαθμό το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον αυτή η πιστοποίηση μπορεί να παρακολουθεί πραγματικά τις σχετικές δραστηριότητες και δεν είναι απλώς μια άυλη γραφειοκρατική μορφή οικονομίας που αποτελεί μόνον έναν οικονομικό αέρα χωρίς όμως ολοκληρωμένα αποτελέσματα.
Σε μεγάλο βαθμό η ολοκλήρωση των αποτελεσμάτων εξαρτάται αφ’ ενός μεν από τους χρήστες των προσφερόμενων υπηρεσιών πιστοποίησης και τους επαγγελματίες και αφ’ ετέρου από την αναδιάρθρωση των λειτουργιών και της νοοτροπίας που συνδέεται με την παραγωγική διαδικασία. Αυτή η αναδιάρθρωση έχει δυο σκέλη: 1)την παραγωγική διαδικασία και 2)το παραγόμενο προϊόν και την ποιότητά του. Στην παραγωγική διαδικασία μπορεί να ενταχθεί μέσα από τον εξορθολογισμό και την ποιότητα μια ανασύνταξη της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αντισταθμιστεί το κόστος της πιστοποίησης από τον παραγωγό. Ίσως να υπερσκελιστεί τελικά η διαφορά ανάμεσα στο κόστος και το όφελος υπέρ του οφέλους, καθότι υπάρχει μια προστιθέμενη αξία στον επαγγελματία και την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας.
Από το άλλο μέρος η πιστοποίηση μπορεί να προσφέρει καθαρά οφέλη στην αγορά και να διαμορφώσει μια σχέση αξιοπιστίας με τον καταναλωτή. Αυτή η σχέση αξιοπιστίας με τον καταναλωτή μπορεί να οδηγήσει σε μια αυξανόμενη ζήτηση και σε μια συμφωνία για την τιμή των προϊόντων μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Τέτοιες συμφωνίες για την τιμή προϊόντων μπορούν να γίνουν είτε μεταξύ εμπόρου και παραγωγού είτε μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό βασίζεται στην αξιοπιστία με κέντρο την ποιότητα και πάντως η συμφωνία καθαυτή δεν είναι μαζικό φαινόμενο της αγοράς, αν και μπορεί να έχει μαζική επιρροή. Η συμφωνία για την τιμή βοηθάει στο να γίνει βιώσιμη η παραγωγή της ποιότητας, επειδή η ζήτηση παραιτείται από το να απαιτεί συνεχώς χαμηλές τιμές προϊόντων, δίνοντας προτεραιότητα στην ποιότητα. Αυτού του είδους οι συμφωνίες είναι ένα νέο εργαλείο για την εξειδίκευση των αγορών.
Δεν είναι μόνο το συγκριτικό πλεονέκτημα που κερδίζεται στον τομέα του ποιοτικού ανταγωνισμού, αλλά είναι και το συγκριτικό πλεονέκτημα που κερδίζεται από μια προωθημένη σχέση προσφοράς και ζήτησης και μια αμοιβαιότητα που βγάζει τα προϊόντα έξω από αυτή την ανταγωνιστικότητα της τιμής και του κόστους. Αυτό εξαρτάται από το είδος του προϊόντος και το πώς λειτουργεί η αγορά σε σχέση μ’ αυτό το προϊόν για τη διασφάλιση του συγκριτικού πλεονεκτήματος της ποιότητας.
Στον αγροτικό τομέα είδαμε ότι οι πιστοποιήσεις δεν επηρεάζουν ακόμη επαρκώς την αγορά. Στον τομέα όμως τον βιοτεχνικό, τον βιομηχανικό και της παροχής των υπηρεσιών οι πιστοποιήσεις είναι ανταποδοτικότερες, επειδή παίζουν έναν ισχυρό ρόλο στην πρόσβαση στην αγορά και στην αναγνώριση του προϊόντος στην αγορά. Παράλληλα έχουν ένα τεράστιο περιθώριο συνεισφοράς στην αναδιοργάνωση της παραγωγής του προϊόντος και στον εσωτερικό έλεγχο του κόστους παραγωγής, και αυτό για τους εξής λόγους:
1) Για να γίνει πιστοποίηση είναι απαραίτητη η αναδιοργάνωση της διαδικασίας της παραγωγής, που πρέπει να βασίζεται στον εξορθολογισμό και σε ποιοτικές παραμέτρους απόδοσης. Διότι η πιστοποίηση εντοπίζει τα αρνητικά σημεία και τις αστοχίες της παραγωγής.
2) Αυτό αυξάνει όχι μόνον την ποιότητα παραγωγής και προϊόντος αλλά και την παραγωγικότητα. Και
3) Έτσι επέρχεται μείωση του κόστους της παραγωγής πολύπλευρα. Πιο αναλυτικά: Σημειώνουμε ότι το πρώτο έτος η αναμενόμενη μείωση του κόστους ανέρχεται στο 8-10%, το δεύτερο έτος στο 15-20%, με τάση σταθεροποίησης στη συνέχεια. ΄Ετσι το κόστος της πιστοποίησης και της προσαρμογής του παραγωγικού δυναμικού απορροφάται σε διάστημα 5-7 ετών. Στο υπόλοιπο της ζωής της επιχείρησης η πιστοποίηση λειτουργεί ως κερδοφόρος επένδυση.
Σημαντική είναι η ενοποίηση των Συστημάτων Ποιότητας και Περιβάλλοντος με την εφαρμογή Συστημάτων Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, επειδή αυτή, πέραν της μείωσης του κόστους στην παραγωγή, συνδυάζει και την αύξηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων, με τη μείωση της κατανάλωσης της ενέργειας, την αύξηση της αξιοποίησης των ανανεωσίμωγν πόρων, την αύξηση της λειτουργικότητας των παραγωγικών συντελεστών και διαδικασιών όπως και του παραγόμενου προϊόντος, την επέκταση της ζωής του προϊόντος και συνεπώς την μείωση του ανακυκλωτικού φόρτου της αγοράς, την αύξηση της ανακυκλωσιμότητας του προϊόντος και των υποπροϊόντων του, την μείωση των ρύπων και εν γένει των αρνητικών εκπομπών προς το οικοσύστημα.
Όμως πέραν των παραπάνω το Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης λειτουργεί και σαν πρόσβαση στον ανταγωνισμό της αγοράς με όρους ποιότητας, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να πληρώσει περισσότερο προϊόντα επιχειρήσεων που δεν ρυπαίνουν το περιβάλλον και που εφαρμόζουν μοντέλα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.
Οι εταιρείες που συμμετέχουν σε συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης έχουν πολλαπλές ευκαιρίες πιστοποίησης, όπως για παράδειγμα μπορούν να έχουν πιστοποιητικό εναλλακτικής διαχείρισης σύμφωνα με τον νόμο 2939/01, ενώ παράλληλα συμβατικοποιούνται πιο εύκολα με τις προδιαγραφές του ΕΛΟΤ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων και την εφαρμογή της ανάλυσης του Κύκλου Ζωής τους με πολιτικές που συνδυάζονται με την πιστοποίηση της ποιότητας και της διαχείρισης των προϊόντων. Οι πολιτικές αυτές είναι:
1) Υποχρεωτικές, στις οποίες περιλαμβάνονται η απαγόρευση ουσιών και υλικών, οι οικονομικές κυρώσεις για τους παραβάτες και οι ελάχιστοι όροι περιβαλλοντικών σχεδιασμών, μαζί με τη δυνατότητα των αρχών να επιβάλλουν περιβαλλοντικά τέλη και φόρους.
2) Εθελοντικές, στις οποίες περιλαμβάνονται οι εθελοντικές συμφωνίες, οι οικολογικές σημάνσεις, τα οικονομικά κίνητρα, το σύστημα των πράσινων προμηθειών και ο αυξημένος περιβαλλοντικός σχεδιασμός.

Οι πολιτικές αυτές συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, καθώς η εφαρμογή τους φέρνει σε συνεργασία πολλούς εταίρους και φορείς.
Το σχήμα και το αντικείμενο των πιστοποιήσεων έχει μια ευρύτητα ποικιλίας και έτσι συναντάμε, πέραν των συστημάτων ISO κτλ., και πιστοποιήσεις εστιασμένες, όπως π.χ. στην ποιότητα του νερού, στην ολοκληρωμένη διαχείριση των ακτών (Γαλάζιες Σημαίες) κ.ο.κ. Η πιστοποίηση έχει δύο σκέλη, που είναι:
(α) Η συμβατική πιστοποίηση που συνδέεται με τη σχέση της αξιοπιστίας αλλά και με την ποιότητα της παραγωγικής διαδικασίας επισκοπούμενη συμβατικά. Εδώ περιέχονται και περιβαλλοντικές παράμετροι.
(β) Η περιβαλλοντική πιστοποίηση, που είναι αυστηρότερη. Αυτό ισχύει σε σχέση με τη σειρά ISO 14000 σε αντιστοιχία με την ISO 9000. Η έννοια της ποιότητας διασυνδέεται όλο και πιο πολύ με την έννοια των περιβαλλοντικών όρων παραγωγής και κατανάλωσής της και με την ασφάλεια που παρέχει το παραγόμενο προϊόν - την παραγωγική και την καταναλωτική. Ζητήματα όπως η ελαχιστοποίηση των αποβλήτων στην παραγωγική και καταναλωτική διαδικασία, η ενεργειοβόρος ή μη παραγωγή και άλλα αποτελούν θέματα στις περιβαλλοντικές πιστοποιήσεις.
Εδώ αξίζει να δούμε την ιστορία της περιβαλλοντικής πιστοποίησης. Υπάρχουν διάφορα συστήματα περιβαλλοντικής πιστοποίησης. ΄Αλλα είναι οικουμενικά και άλλα τοπικά, άλλα εκπροσωπούν μια διαφορετική ποιοτική προσέγγιση στο θέμα της πιστοποίησης. Δεν πέρασαν παρά εννέα περίπου χρόνια από τη θέσπιση του ISO 9000 έως τη δημιουργία της σειράς του ISO 14000 από το 1987 έως το 1996, ενώ το 1984 κυκλοφορεί το πρώτο περιβαλλοντικό σύστημα και το 1992 η Ευρωπαϊκή Ένωση προτείνει τη διαχείριση με περιβαλλοντικούς ελέγχους.

Το μοντέλο
ISO 14001 έχει μια πολύ ευρεία συνάφεια με εταιρείες ποικίλου τύπου και μεγέθους. Αποβλέπει στην εγκατάσταση και τη διατήρηση ενός συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και στη συνέχεια βεβαιώνεται η συμμόρφωση με την περιβαλλοντική πολιτική. Η συμμόρφωση αυτή είναι προσβάσιμη σε τρίτους και πιστοποιείται από έναν εξωτερικό οργανισμό που επιπλέον καθιστά γνωστή τη συμμόρφωση στο διεθνές αυτό πρότυπο.
Στην σειρά ISO 14000 ενδιαφέρον έχει η περιβαλλοντική διαχείριση αξιολόγησης του κύκλου ζωής που συνδέεται με τα μοντέλα 40, 41, 42. Η γενίκευση της εφαρμογής των συστημάτων πιστοποίησης, π.χ. στον τομέα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, θα συμπεριλάβει τελικά το κόστος της πιστοποίησης στο κόστος της αγοράς. Το κόστος της πιστοποίησης είναι ένα διοικητικό και λειτουργικό κόστος, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα κοινωνικό κόστος. Η ενσωμάτωση αυτού του κόστους στην αγορά του προϊόντος και της υπηρεσίας θα οδηγήσει τελικά σε μια απελευθέρωση από την δαμόκλειο σπάθη της ανταγωνιστικότητας κόστους στον τομέα της πιστοποίησης. ΄Ετσι σε μήκος χρόνου θα λειτουργήσουν μόνον οι θετικές διαστάσεις της πιστοποιητικής διαδικασίας.

Εκείνο που επιτυγχάνεται μέσα από το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης είναι η ανάδειξη της ευθύνης στην αντιμετώπιση του περιβάλλοντος και η μείωση του λειτουργικού κόστους. Αυτό συνδέεται και με τις προμήθειες και με την παραγωγικότητα. Η μείωση της λειτουργικής γραφειοκρατίας και η διαχείριση των υποπροϊόντων στην παραγωγική διαδικασία που προσαρμόζεται στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις σημαίνει οπωσδήποτε μια καλύτερη σχέση με την κοινωνία και την αγορά.
Ούτως ή άλλως, άσχετα από την ένταξη ή μη σε ένα μοντέλο πιστοποίησης, η μελέτη των συστημάτων πιστοποίησης είναι ιδιαίτερα ζωτική για τους επιχειρηματίες εκείνους που προσπαθούν να συστηματικοποιήσουν τη σχέση τους με την παραγωγή και την αγορά, αλλά και για εκείνους, επιχειρηματίες ή μη, που προσπαθούν να κάνουν αξιολόγηση ως παρατηρητές.

Μια άλλη κατηγορία πιστοποίησης συνδέεται με το κοινοτικό οικολογικό σήμα, γνωστό ως
eco-label που έχει τη μορφή πράσινου λουλουδιού. Εδώ υπάρχει η ιδιαιτερότητα ότι το ecolabel αναφέρεται σε κατηγορία προϊόντων και όχι σε διαδικασία ή περιβάλλον παραγωγής. Π.χ. αφορά τα πλυντήρια πιάτων, τα πλυντήρια ρούχων, τα χαρτιά υγείας, τα χαρτιά κουζίνας, τα βελτιωτικά εδάφους, τις μπογιές, τα βερνίκια και τα απορρυπαντικά ρούχων. Συνδέεται συνεπώς με μια περιβαλλοντική διαχείριση, όπως για παράδειγμα τέτοια διαχείριση στον τομέα του τουρισμού, καθώς όλα αυτά συνδέονται με τα αναλώσιμα και τις υποδομές της φιλοξενίας.
Το οικολογικό σήμα, όπως έχει αναθεωρηθεί από τον κανονισμό 1980/2000, απονέμεται σε προϊόντα, ώστε να βελτιώνονται σημαντικά οι οικολογικές παράμετροι. Στην προηγούμενη λίστα έχουν προστεθεί πλέον και οι ηλεκτρικές σκούπες, το φωτοαντιγραφικό χαρτί, τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, τα είδη υπόδησης, τα στρώματα των κρεβατιών, οι προσωπικοί και οι φορητοί υπολογιστές. Βρίσκονται υπό εξέλιξη ή είναι διαμορφωμένα ζητήματα που συνδέονται με τις τηλεοράσεις, τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, τα έπιπλα, τις τουριστικές εγκαταστάσεις, τα σκληρά υλικά επικάλυψης δαπέδων.
Το οικολογικό σήμα στη μορφή του συμβολίζεται με ένα άνθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο τελικός αρμόδιος φορέας που σχεδιάζει την ευρωπαϊκή πολιτική για τα οικολογικά σήματα είναι η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή Οικολογικής Σήμανσης. Περιλαμβάνεται περίπου το 30% των προϊόντων της αγοράς και η λίστα αναμένεται ότι θα διευρύνεται σε μήκος χρόνου.
Η στρατηγική του οικολογικού σήματος βρίσκεται στο ότι επιδρά στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος μέσα από τις προδιαγραφές των παραγόμενων προϊόντων. Οι προδιαγραφές αυτές έχουν επιδράσεις και στα κριτήρια με τα οποία επιλέγουν τις προμήθειές τους διάφορα νομικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις, (π.χ. ξενοδοχεία, κράτος, ΟΤΑ, νοσοκομεία κλπ. μπορεί να επιλέξουν να προμηθευτούν στρώματα με οικολογικό σήμα ή χαρτιά κουζίνας με τέτοιο σήμα κτλ.).
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το οικολογικό σήμα είναι ένα ισχυρό διαφημιστικό εργαλείο και λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα της αγοράς. Επηρεάζει τη διαδικασία και τις επιλογές παραγωγής, συνδέεται με το εμπόριο, με τους πρωτογενείς και δευτερογενείς χρήστες του προϊόντος και έτσι καλύπτει και την κατανάλωση αλλά και την παροχή των υπηρεσιών. Στον τομέα των οικολογικών σημάτων πρέπει να σημειώσουμε ότι οι επιδόσεις της χώρας μας είναι σχετικά ικανοποιητικές και σχεδόν άνω του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτό βοήθησε αποτελεσματικά ο ΑΣΑΟΣ (ο ελληνικός φορέας απονομής οικολογικού σήματος) και το πρόγραμμα «Life - Πράσινες Σημαίες» για τα ξενοδοχεία.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στην ουσία όλα τα συστήματα πιστοποίησης συνδέονται με την διοίκηση και διαχείριση της ολικής ποιότητας και, εκτός αυτού, συνδέονται και με τη διαχείριση του κόστους.

Στις τέσσερις κατηγορίες σύμφωνα με τον κ. Παπουτσή το 1996 πρέπει να συμπεριλάβουμε το κόστος πρόληψης, το κόστος ελέγχου της ποιότητας, το εσωτερικό και εξωτερικό κόστος των μη συμμορφώσεων.
Σε σχέση με τη βιομηχανία τροφίμων αξίζει να αναφέρουμε την πιστοποίηση HACCP, που αποτελεί ανάλυση επικινδυνότητας κρισίμων σημείων ελέγχου και που έχει μικρότερη δυναμική από το σύστημα ISO 14000. Διαφορές ανάμεσα στο EMAS και το ISO.
1)Το σύστημα ΕΜΑ
S εστιάζεται στον χώρο δραστηριοτήτων, σε αντίθεση με το ISO 14001 που εστιάζεται στην επιχείρηση.
2)Το ΕΜΑS προϋποθέτει την ικανοποίηση της νομιμότητας, ενώ το ISO 14000 συνδέεται με τη νομιμότητα.
3)Το ΕΜΑS έχει σαν βασικό του στοιχείο τη συνεχή βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων, ενώ αυτό δεν απαιτείται για το ISO.
Η δυνατότητα διασύνδεσης του ΕΜΑS με την τοπική αυτοδιοίκηση είναι αυξημένη και ενθαρρύνει την προώθηση πράσινων πρακτικών και λειτουργιών - σε αυτό πιλότος υπήρξε η Αγγλία. Το ΕΜΑS αποτελεί κοινοτικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου και το σήμα του συνδέεται με την ακρωνυμιακή περιγραφή, περιβαλλόμενη από τα αστέρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ πρέπει δώσουμε προσοχή σε μερικά σημεία:
1)Η πιστοποίηση αποτελεί και μια μέθοδο πρόληψης των περιττών δαπανών, του περιττού κόστους, πρωταρχικά κάνοντας μια διάγνωση των σημείων του περιττού κόστους.
2) Η πιστοποίηση αποτελεί μια μέθοδο για την αύξηση της απόδοσης πρωταρχικά με όρους ποιοτικούς και κατά δεύτερο λόγο ποσοτικούς.
3) Προλαμβάνει επίσης το θεσμικό κόστος, δηλαδή το κόστος από ατυχήματα, από παραγωγικές συμπεριφορές εκτός νομιμότητας.
4) Ακόμα αποτελεί ένα κόστος διαφήμισης, κόστος μάρκετινγκ.
5) Αποτελεί επίσης ένα περιβαλλοντικό ντάμπινγκ (υποστήριξη) ποιότητας στην αγορά, αποδεκτό από τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Έτσι, αν αναλύσουμε τη διαδικασία της πιστοποίησης, κυρίως στον τομέα των μεγάλων μονάδων, αλλά και των μεσαίων,θα διαπιστώσουμε ότι το κόστος πιστοποίησης είναι ισχυρότερα ανταποδοτικό, πολύ δε περισσότερο που μπορεί σε μήκος χρόνου να συμπεριληφθεί μέσα στην αγορά.
Αυτό πρέπει να αποτελέσει μια στρατηγική για τις προστατευόμενες περιοχές σε σχέση με τις παραγωγικές δραστηριότητες και στις χρησιμοποιούμενες υποδομές για τις υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα στον τομέα του τουρισμού. Η πιστοποίηση μπορεί να συνδυαστεί επίσης με άλλες εθελοντικές συμφωνίες με τοπικές και συλλογικές διαδικασίες και με την εταιρική κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη.

Ενδεικτικές Πηγές Πληροφόρησης


ΕΛΟΤ, Υπουργείο Ανάπτυξης, ΕΠΑΝ, ΥΠΕΧΩΔΕ, ΑΣΑΟΣ, Υπουργείο Γεωργίας, ΔΗΩ, ΒΙΟΕΛΛΑΣ, ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ, πιστοποιητικοί φορείς και οργανισμοί, επιμελητήρια, ΜΚΟ κτλ.


23 Ιουλίου 2008,

Γιάννης Ζήσης
Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ ΣΟΛΩΝ

 
 

Social Media

Gallery

Διαφήμιση
Σόλων, για τη Σύνθεση και τον Οικολογικό Πολιτισμό - Copyright © 1990-2008 - Επικοινωνία