|
Ο διαχειριστικός τρόπος άσκησης πολιτικής ασχολείται με τα επείγοντα (σημαντικά ή ασήμαντα) ή ακόμη και με τα μη σημαντικά και μη επείγοντα αλλά δε «βρίσκει χρόνο» για τα σημαντικά μη επείγοντα. Ο οραματικός-βουλησιαρχικός ασχολείται κυρίως με τα σημαντικά και μη επείγοντα και προσαρμόζει το χρόνο του με βάση αυτά.
Συνήθως αυτοί οι δύο τρόποι καλούνται μάνατζμεντ (ο πρώτος) και ηγεσία (ο δεύτερος). «Μάνατζμεντ σημαίνει κάνω κάτι σωστά και ηγεσία σημαίνει κάνω το σωστό το μάνατζμεντ κάποιες φορές μπορεί να στερεώνει καλύτερα τα παγκάκια στον Τιτανικό, η ηγεσία όμως τον σώζει από το παγόβουνο και τον οδηγεί σώο στον προορισμό του.»1
Κατά την άποψή μου πολιτική είναι μόνο ο οραματικός-βουλησιαρχικός τρόπος άσκησής της. Είναι η συνειδητή-σκόπιμη, η διαμορφώνουσα τις συνθήκες και όχι διαμορφωνόμενη από αυτές σκέψη και δράση. Είναι το μάνατζμεντ που πρέπει να υπαχθεί στην ηγεσία και όχι το αντίστροφο.
Επειδή πολλές φορές ακούμε τη φράση: «πρακτικά πράγματα ή εδώ και τώρα τι κάνουμε» ειδικά σε μια περίοδο κρίσης όπως η τωρινή, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι κρίσεις δεν γεννώνται από το μηδέν, και πολύ σπάνια από κάτι τυχαίο. Προκαλούνται από διαρθρωτικές στρεβλώσεις και λανθασμένες πορείες. Για να διαμορφώσουμε πολιτική ηγεσίας προαπαιτείται κατανόηση των προβλημάτων και βαθιά στοχαστική επαναξιολόγηση.
Γιατί φτάσαμε στην κρίση; Η οικονομική κρίση (ενδοχώρια αλλά και παγκόσμια) προκαλείται από την αδυναμία του συστήματος να λειτουργήσει ορθολογικά και με κριτήρια οικονομικού μερισμού. Είναι κυρίως συστημική και όχι τόσο οικονομική.
Οι μεγάλες συστημικές ανορθολογικότητες-αντιφάσεις:
1) Ο ατομικιστικός ωφελιμισμός-κερδοσκοπισμός γεννά οικονομικές ανισότητες που όχι μόνο δε γεφυρώνονται αλλά σε βάθος χρόνου διευρύνονται. Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και φτωχοί φτωχότεροι. Όμως το κυριότερο είναι ότι αποδομεί την κοινωνικότητα, δηλαδή καταστρέφει το σημαντικότερο μέρος της ανθρώπινης ουσίας και ταυτότητας
2) Ως αποτέλεσμα του πρώτου: 700 τρισεκατομμύρια Ευρώ (11 φορές το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν) έχουν αποσυρθεί από την πραγματική οικονομία και έχουν επενδυθεί σε παράγωγα, στο χρηματιστηριακό καζίνο των στοιχημάτων. Είναι περιττό να αναφέρουμε ότι αν επενδύονταν στοχευμένα με παραγωγικό τρόπο, θα έλυναν όχι μόνο την κρίση και την οικονομική ανέχεια του τρίτου κόσμου αλλά και το περιβαλλοντικό πρόβλημα πλέον.
3) Ο ανταγωνισμός που δημιουργεί την ανάγκη για διαρκή ανάπτυξη.
4) Η καταστροφή του ζωτικού χώρου, του περιβάλλοντος (οργανικού ή μη). Η αποσάθρωση δηλαδή των θεμελίων της ζωής. Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παγκόσμιας οικονομικής δράσης είναι θηριώδες.
Το ελληνικό πρόβλημα στον κλάδο των κατασκευών Ο κλάδος των κατασκευών ακολούθησε τη γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Εποπτικές αναλύσεις για τις ιδιαίτερες αιτίες της κρίσης του κλάδου, υπάρχουν σε παλαιότερες εισηγήσεις μου. Θα ήθελα όμως να σταθούμε σε κάποια πολύ κομβικά ζητήματα που εντείνουν το πρόβλημα: Ως προς τον τομέα τον καθαρά τεχνικό:
1) η έλλειψη εθνικών προδιαγραφών και προτύπων
2) η απουσία υψηλής επαγγελματικής εκπαίδευσης και τεχνικής κατάρτισης (κυρίως των τεχνιτών του κλάδου)
Και ως προς το σύνολο του κλάδου:
3) το μεγάλο έλλειμμα στην εποπτεία της αγοράς
4) οι τεράστιες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης να ορθολογικοποιήσει τον τρόπο συναλλαγών, να μηχανογραφηθεί για να γίνει πιο ευέλικτη και να συγκεκριμενοποιήσει τις αρμοδιότητες των κρατικών υπηρεσιών.
Το τοπίο Στις υποδομές: Η χώρα έχει κάνει βήματα αλλά παρουσιάζει και τραγικές ελλείψεις. Απλά παραδείγματα είναι οι παράνομες χωματερές αλλά και η έλλειψη ακόμη και σήμερα βιολογικών καθαρισμών σε μεγάλες περιοχές όπως η Ανατολ. Αττική ή αποχετευτικού δικτύου, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επάρκεια γραμμών και μέσων σταθερής τροχιάς, κάκιστα οργανωμένες βιομηχανικές ζώνες, πλημμελής συντήρηση των υπαρχουσών υποδομών κ.ά.
Στις πόλεις: Η άναρχη δόμηση που στηρίχθηκε στις πελατειακές κομματικές ανάγκες, την κακή οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών και τη διαφθορά των αρμοδίων φορέων (αστυνομία, πολεοδομία, δασαρχεία κλπ) και η έλλειψη οποιασδήποτε συστηματικής χωροταξικής πολιτικής στο παρελθόν, επέφερε ένα καταστροφικό αποτέλεσμα στο ελληνικό άστυ. Πέρα από την καταστροφή του περιαστικού χώρου και τις πλημμελείς υποδομές που αυξάνουν το κόστος της λειτουργίας τους αλλά και της δημιουργίας τους όπου δεν υπάρχουν, έχουμε και την απώλεια ταυτότητας των πόλεών μας.
Η έννοια της ταυτότητας των πόλεων παραμελήθηκε ή καλύτερα ξεχάστηκε τόσο από την πολιτεία όσο και από τον τεχνικό κόσμο και τέλος τους πολίτες. Αλλά και όπου προσπάθησαν να τη διατηρήσουν (πχ Κυκλάδες) στάθηκαν μόνο στα μορφικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και όχι στα κοινωνικά και πολιτισμικά. Από την άλλη κανείς δεν προσπάθησε να περιορίσει τη δόμηση έξω από τους οικισμούς, φοβούμενος το πολιτικό κόστος.
Οι πόλεις κατέληξαν σε συσσωρεύσεις κατοικιών μιας ατομικιστικής αντίληψης των ιδιοκτητών, αποκλείοντας την κοινωνικότητα και τη γειτονιά. Το αποτέλεσμα αυτό, που οφείλεται γενικότερα στο οικονομικό σύστημα που κυριαρχεί, κατακερμάτισε τον αστικό ιστό και μετέτρεψε και οδήγησε τους πολίτες σε αδιαφορία για την πόλη τους, καθιστώντας, τουλάχιστον τις μεγαλουπόλεις της χώρας, απάνθρωπες. Η Αθήνα για παράδειγμα, από την πιο όμορφη πρωτεύουσα της Ευρώπης της Δεκαετίας του 1930-40, έφτασε να διεκδικεί τον τίτλο της τερατούπολης.
Στα κτήρια: Το μέσο σημερινό κτήριο σε μια ελληνική πόλη είναι εξαιρετικά ενεργειοβόρο και γερασμένο. Γερασμένο αλλά και ασυντήρητο συνάμα. Ήδη πολλά κτήρια που κατασκευάστηκαν στη δεκαετία του ’60 εμφανίζουν αυξημένα προβλήματα στατικότητας αλλά και ασφάλειας για τους κατοίκους τους ή τους περαστικούς.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι από μελέτη που διενήργησε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο2 σε κατασκευαζόμενα κτήρια στο έτος 2006, μόλις το 6% από αυτά πληρούσε την μελέτη θερμομόνωσης που επιβαλλόταν από τον Θερμομονωτικό Κανονισμό του 1979! Μπορούμε να φαντασθούμε τι έγινε στα προηγούμενα χρόνια, όταν δηλαδή η περιβαλλοντική συνείδηση των πολιτών ήταν ακόμη πιο μειωμένη και η θερμομόνωση ήταν σημαντικά λιγότερο δημοφιλής.
Η ταυτότητα του κτηρίου πάλι αντανακλά συνήθως μια μαζική «βιομηχανική» κουλτούρα της πολυκατοικίας ή την ιδιαίτερη αισθητική των ιδιοκτητών αλλά με στοιχεία «κιτς», μιας υπανάπτυκτης αισθητικής αντίληψης δηλαδή, και μιας χαρακτηριστικής απώλειας της κοινωνικής συνοχής και συμμετοχής που κατασταλάζει στη μορφική όψη και λειτουργία των κτηρίων αλλά και την ένταξή τους στον αστικό ιστό.
Συμπεράσματα-Διαπιστώσεις: Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω η συνεχής ανάπτυξη των προηγούμενων δεκαετιών στον κλάδο και η απουσία παρατεταμένων κρίσεων σε αυτόν, έθεσε (στην πράξη) τις εξελίξεις στον αυτόματο πιλότο και μάλιστα δίχως προσανατολισμό.
Συμπέρασμα 1ο: Δεν είχαμε κάποια κλαδική πολιτική στο παρελθόν («πολιτική» με την έννοια που αναλύσαμε, δηλαδή της ηγεσίας ή της ηνιόχησης ακόμη καλύτερα).
Συμπέρασμα 2ο: Η κρίση είναι συστημική, με την έννοια ότι είναι πολύπλευρη και ότι έχει να κάνει με το σύνολο του κοινωνικού-οικονομικοπολιτικού συστήματος. Οποιαδήποτε προσπάθεια άσκησης μιας κλαδικής πολιτικής συνεπώς, πρέπει να εμπεριέχει συστημικές παρεμβάσεις και θεραπευτικές προτάσεις, συνεργασίες με άλλους εμπλεκόμενους θεσμικούς φορείς (από το δημόσιο και ιδιωτικό χώρο πχ: εκπαιδευτικά ιδρύματα, τράπεζες, επαγγελματικούς συλλογικούς φορείς, ΜΜΕ, υπουργεία, Τοπική Αυτοδιοίκηση κλπ κλπ) αλλά και την κοινωνία των πολιτών.
Πρέπει να έχει μια συστημική αντίληψη των ζητημάτων λοιπόν, να σκέπτεται συνθετικά ως προς τις διαστάσεις των επιμέρους πολιτικών προτάσεων. Πχ: για το θέμα των υποδομών: θα είναι μεγάλου ή μικρού μεγέθους επενδύσεις; Που σημαίνει: το κέρδος των επενδύσεων θα έχει μικρή ή μεγάλη διασπορά; Θα πάει εν ολίγοις σε λίγους ή σε πολλούς; Θα έχουν κοινωνικό και περιβαλλοντικό όφελος; Θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητά τους; Με ποια κριτήρια θα αξιολογούνται και θα ιεραρχούνται; Κλπ.
Συμπέρασμα 3ο: Η οποιαδήποτε κλαδική πολιτική στο χώρο πρέπει να σχηματοποιήσει ένα όραμα για τις πόλεις, τις υποδομές και τα κτήρια, βασισμένο σε συγκεκριμένες αξίες, μερικές από τις οποίες περιγράφουμε παρακάτω.
Διαπιστώσεις: Η ένταση της οικονομικής, της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής κρίσης έδειξε πόσο αδύναμο είναι το συγκεντρωτικό-πατερναλιστικό πολιτικό σύστημα, έστω και στα πλαίσια μιας δημοκρατίας, να καθοδηγήσει ορθά την κοινωνία. Η έλλειψη της κοινωνικής συμμετοχής στη σχεδίαση και υλοποίηση των αποφάσεων, αποκόπτει την εξουσία από το ουσιαστικό της έργο που είναι να υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο και όχι την ίδια ή την οποιαδήποτε ελίτ. Αυτή η στρέβλωση της εξουσίας προκαλείται από την τάση της για συγκεντρωτισμό περισσότερων εξουσιών και τη μη επίδειξη εμπιστοσύνης στην κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό η κοινωνία δεν έχει σημαντική συμμετοχή στη διαμόρφωση της πολιτικής, την οποία κυρίως υφίσταται. Οι πολιτικοί αναλαμβάνουν το ρόλο του πατέρα της «ανώριμης κοινωνίας» και επιχειρούν κάθε φορά να την ποδηγετήσουν (πχ στις προεκλογικές περιόδους) ή να της επιβάλουν πολιτικές. [Οι οποίες σημειωτέον γεννούνται μέσα από γραφειοκρατικούς μηχανισμούς στις διευθύνσεις των υπουργείων]
Δεν μπορούμε να αφήνουμε λοιπόν ως πολίτες αλλά και πιο συγκεκριμένα ως τεχνικός κόσμος, την επίλυση των προβλημάτων μας σε κάποιες διευθύνσεις κάποιων υπουργείων. Χρειάζεται εμείς να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα δώσουν λύση στα προβλήματά μας και θα μας οδηγήσουν σε ένα πιο βιώσιμο και ευημερούν μέλλον.
Πώς διαμορφώνουμε μια πολιτική για έναν ολόκληρο κλάδο όπως αυτός των κατασκευών; Κλειδί στο να απαντήσουμε στην παραπάνω ερώτηση είναι μια άλλη ερώτηση: Τι θέλουμε; Θέλουμε να επιλύσουμε τα άμεσα προβλήματα που η κρίση δημιούργησε αλλά χωρίς συγκεκριμένο όραμα και χωρίς να δούμε τι έφταιξε; Θαύματα και εύκολες λύσεις (ευτυχώς για όλους μας) δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν ο κόσμος θα παρουσίαζε μια αξιοσημείωτη αδράνεια και ακινησία.
|