|
Είναι αυτό που οδηγεί σε έναν μηδενισμό της αξίας και που την ίδια ώρα δουλεύει σ’ αυτό τόσο η γοητεία όσο και η απαξίωση. Αυτό ακριβώς έχει εξελιχθεί να είναι και ο αργός θάνατος της ποίησης.
Αυτός ο αργός θάνατος της ποίησης που ξεκινάει από την απαρέσκεια στο ουσιώδες, απ’ την απαρέσκεια στο αληθινό, απ’ την απαρέσκεια στο αγαθό έχει ενσωματωθεί σαν το κριτήριο της ποίησης. Δηλαδή η ποίηση πλέον έχει εξελιχθεί σε μια αντί-Πλατωνική τέχνη σε μια τέχνη εχθρική τελικά στην ανάγκη της οντότητας.
Είναι μια τέχνη μιας ψευδεπίγραφης απειροσύνης, μιας ψευδαίσθησης απειροσύνης. Είναι η αρέσκεια στην ψευδαίσθηση και πολλές φορές η κρίση και η κριτική η ίδια για τα δεδομένα υπαγορεύεται ακριβώς απ’ αυτή την τάση ρήξης με την πραγματικότητα. Υπαγορεύεται από την ολοκλήρωση της ρήξης με την πραγματικότητα. ακριβώς το σύμπαν έπρεπε να είναι υποταγμένο στην ιδιοτροπία μας, στην επιθυμία. Πολύ δε περισσότερο θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ δεν υπάρχει ούτε η ομορφιά του ουρανού όπως έλεγε ο Καντ ούτε η ηθική στην καρδιά.
Η φόρμα της ποίησης ως φόρμα πλέον έχει καταλήξει να θεωρείται ένα στυλ νοήματος. Αυτή η αποδόμηση βέβαια δεν υπάρχει μόνο στην ποίηση υπάρχει και στην μουσική. Υπάρχει μια απαξίωση του κλασικού απ’ την ώρα που το κλασικό στέκεται αδιαπραγμάτευτο. Απ’ την ώρα που το κλασικό δεν μπορούμε να το υποτάξουμε στην ιδιοτροπία μας. Αυτή η αποδόμηση λοιπόν στην μουσική γιατί δεν μπορούμε να παράξουμε μια συνέχεια της κλασικότητας οδηγεί στην κατάπτωση και η κατάπτωση αρέσκεται στην ιδιοτροπία. Και πλέον η ιδιοτροπία θεωρείται εκλεκτότητα, θεωρείται ελιτίστικη αξία. Έτσι ξεφεύγουν και από την αυτοκριτική του Πικάσο τα πράγματα. Ο Πικάσο είπε ότι για να είναι η τέχνη τέχνη πρέπει τα χαρακτηριστικά της τροφής εκλεκτών ως ένας μεταβολισμός των καθαρότερων ιδεών και όπου πλέον ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκδηλώνει το ταλέντο του με κάθε ιδιοτροπία, όπως του καπνίσει, όπως λέει, με κάθε επινόηση πνευματικού τσαρλατανισμού. Έτσι λοιπόν το έλλειμμα βιωματικών αξιών καλύπτεται με αυτή την προσποίηση του ότι είμαστε το εκλεκτό, το ειδικό κοινό. Καλύπτεται αυτή η αυτοκριτική ΚΑΙ απομακρύνεται η αυτοκριτική ματιά που είχε ρίξει ο Πικάσο και μετά από κει και πέρα αναλαμβάνει η Αργόσχολη Τάξη του Βέμπλεν όπου ζυγίζουν την πεμπτουσία, ψάχνουν για το καινούριο, το αλλόκοτο, το πρωτοφανές, το σκανδαλώδες.
Εκεί λοιπόν ο Πικάσο λέει ότι με τον κυβισμό του ικανοποίησε αυτούς τους κύριους και τους κριτικούς που όσο λιγότερο καταλάβαιναν κάτι τόσο το θαύμαζαν. Και ιδού η γοητεία με το να διασκεδάζουν συνεχώς, με το να τους διασκεδάζει συνεχώς με όλα τούτα τα παιχνίδια, τις λοιδορίες, τους γρίφους, τις σπαζοκεφαλιές, τους υπαινιγμούς τα αραβουργήματα έγινε διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και αυτό σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία και πλούτο όπως δηλώνει ο ίδιος. Όταν όμως είναι μόνος με τον εαυτό του δεν έχει το θάρρος να θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη με την αρχαία έννοια της τέχνης. «Ήταν μεγάλοι ζωγράφοι ο Τζιότο, ο Τιτσιάνος, ο Ρέμπαρτ, ο Γκόγια. Εγώ είμαι μόνο, δηλώνει ο Πικάσο, ένας διάσημος ψυχαγωγός που ικανοποίησε όσο μπορούσε την ηλιθιότητα την κενοδοξία την απληστία των συγχρόνων του». Είναι πικρή η δική του εξομολόγηση, όπως δηλώνει. Πιο οδυνηρή απ’ ότι μπορεί να φαίνεται. Έχει όμως την αρετή να είναι ειλικρινής. Αυτά είπε ο Πικάσο στο Περιοδικό «THE ARTS» [1] της Νέας Υόρκης τον Μάιο του 1923. Αυτό είναι το τοπίο μέσα στο οποίο λειτουργεί όχι μόνο όπως είδαμε προηγουμένως και από την κριτική του Ταρκόφσκι όχι μόνο η ζωγραφική, όχι μόνο η μουσική, όχι μόνο η ποίηση, όχι μόνο η λογοτεχνία, όχι μόνο το θέατρο.
Αυτός είναι ο νεωτερικός πληθωρισμός της τέχνης όπου χάνεται η σπονδυλική στήλη, χάνεται ο σκελετός ο νοηματικός, γιατί πρέπει να είναι μια πλαστελίνη στα χέρια της ματαιοδοξίας μας ο λόγος, η γλώσσα. Δεν σεβόμαστε ένα υλικό γενεών. Αυτή είναι και η συμπεριφορά βέβαια της βιομηχανίας, της φουτουριστικής τεχνολογίας στο περιβάλλον και αυτή είναι και η συμπεριφορά στο πνεύμα μέχρι τελικής πτώσεως. Είναι το εμετικό σύνδρομο της Πομπηίας. Εδώ ο αρχαίος λόγος μιας και είπαμε για Πομπηία του Λογγίνου αναφέρει ότι όλες αυτές οι εκτροπές οφείλονται σε μια και μόνη αιτία: την αγωνιώδη αναζήτηση προτύπων-ιδεών πράγμα για το οποίο οι σύγχρονοι κάνουν σαν αλλοπαρμένοι. Τελικά βέβαια πρέπει να το πούμε ότι οι πρωτότυπες ιδέες είναι ιδιαίτερα ανύπαρκτες.
Αν πιστέψουμε στο Λογγίνο[2], η εποχή μας δεν πρωτοτυπεί. Είναι μια εποχή που επαναλαμβάνει. Δηλαδή είναι φανερή η απουσία της κλασικότητας από τη ζωή μας. Τελικά από την εποχή του Λογγίνου δεν είδαμε να επιβίωσαν πολλοί «νεωτεριστές», επιβίωσε όμως ο ίδιος. Και βέβαια εννοείται ότι αυτή η ασάφεια διευκολύνει τον ναρκισσισμό του παθητικού θεατή, ακροατή και αναγνώστη. Του διαμορφώνει την ευχέρεια μιας ψευδούς πρωτοβουλίας, αισθάνεται πιο ελεύθερος ο ίδιος, να φανταστεί και να βάζει τον εαυτό του μέσα σε μια «αίσθηση συμπαντικής δημιουργίας» μ’ αυτή την γοητεία του απροσδιόριστου. Είναι μια αίσθηση θέωσης που αισθάνεται. Είναι η ίδια η αίσθηση της θέωσης του οπαδού μπροστά στο άθλημα ως θέαμα, είναι η ίδια η αίσθηση θέωσης που πουλιέται σαν παλιά συνταγή και σ’ αυτό δεν υπάρχει πάλι πρωτοτυπία όταν αρέσει πολύ περισσότερο η ψευδαίσθηση της ελευθερίας από την ίδια την ελευθερία. Όταν η προτίμηση εκφράζεται στην ψευδαίσθηση από την αλήθεια ενός πράγματος γι’ αυτό και η τέχνη ως σύγκρουση, ως ρήξη με την αλήθεια είναι πανουργία εξουσιαστική. Παρότι δεν ενοχλεί, είναι πανουργία εξουσιαστική, γιατί δημιουργεί ψευδαίσθηση, γιατί καλλιεργεί μια τέτοια φαντασίωση στον διάλογο η οποία αποξενώνει, διαμορφώνει μια αποξένωση απ’ την αλήθεια.
Σε τελική ανάλυση, σ’ αυτό το πάθος της αποδομητικής, καλό θα είναι κάποια στιγμή να αποδομήσουμε τα σημερινά είδωλα αντί να αποδομούμε την κλασικότητα. Και για να πούμε δύο λόγια για την ποίηση.
Η ποίηση ξεκίνησε τουλάχιστον για το Δυτικό ημισφαίριο με τα έπη: την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου. Πρώτον, με τα έπη. Δεύτερον, με μια αισθητική διήγηση γεγονότων με συνέχεια. Τρίτον, με μια αισθητική φόρμα. Τέταρτον, με το θέατρο. Πέμπτον, με την ποίηση η οποία εξελίσσεται σε μια αποσπασματικότητα του λόγου μεταγενέστερα. Για αυτό τον λόγο δεν έχουμε μεγάλη ποίηση αλλά έχουμε κυρίως μεγάλο θέατρο μετά απ’ τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Η ποίηση ανακαλύπτεται σαν ξανά ανακάλυψη όπως έκανε και η σύγχρονη ζωγραφική των σπηλαίων της Αλταμίρα. Μήπως είναι πια καιρός να επιστρέψουμε στην θεμελιώδη κοιτίδα του ποιητικού λόγου που είναι η νοηματική και θεατρική ολοκλήρωση; Που είναι ένας λόγος συνθετικός που συνθέτει το θέατρο, συνθέτει την θεατρικότητα, συνθέτει βέβαια τον συμβολισμό, τον φιλοσοφικό λόγο συνθέτει την ψυχολογική λειτουργία σε ένα ανάγλυφο οντολογικά στοιχημένο με αυτή την δυναμική, την πυρηνική δυναμική που έχουν βέβαια οι λέξεις αλλά και με την πυρηνική δυναμική που έχουν οι αλληγορίες αντί να φαντάζει όλη η γλώσσα ως ένα ακαθόριστο νεφέλωμα.
Αντί να επιστρέφουμε σ’ αυτό, στην αρχέγονη σούπα της γλώσσας, μήπως πρέπει να δούμε σε μια κυκλική ανάπτυξη ή καλύτερα στην σπείρα του λόγου της ιστορικότητας, της τέχνης τα ζητήματα και να ανακτήσουμε ξανά τον λόγο με αυτά τα στοιχεία της συνοχής που είχε από κάθε άποψη; Και ναι μεν να μην δεσμευόμαστε απ’ την φόρμα και την μορφή αλλά γιατί αυτή η επιθετικότητα, αυτή η εχθρικότητα στο νόημα και την δηλωτικότητά του.Είναι τέχνη τελικά η ασάφεια του νοήματος;!
[1]«Από τη στιγμή που η τέχνη δεν είναι τροφή των εκλεκτών, ο καλλιτέχνης μπορεί να εκδηλώνει το ταλέντο του με κάθε ιδιοτροπία, όπως του καπνίσει, με κάθε επινόηση του πνευματικού τσαρλατανισμού. Αλλά οι εκλεπτυσμένοι, οι πλούσιοι, οι χασομέρηδες, οι διυλίζοντες την πεμπτουσία, ψάχνουν για το καινούριο, το αλλόκοτο, το πρωτοφανές, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό κι ύστερα ικανοποίησα αυτούς τους κυρίους και τους κριτικούς με πάμπολλα παράξενα που πέρασαν από τον νου, και όσο λιγότερο τα καταλάβαιναν τόσο τα θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω συνεχώς με όλα τούτα τα παιχνίδια, τις λοιδορίες, τους γρίφους, τις σπαζοκεφαλιές και τα αραβουργήματα έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα για ένα ζωγράφο σημαίνει: πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτο. Όπως γνωρίζετε, σήμερα είμαι διάσημος και πλούσιος, αλλά όταν μένω μόνος με τον εαυτό μου δεν έχω το θάρρος να με θεωρώ καλλιτέχνη με την αρχαία έννοια της λέξης. Ήταν μεγάλοι ζωγράφοι ο Τζιόττο, ο Τισιανός, ο Ρέμπραντ, ο Γκόγια. Είμαι μόνον ένας δημόσιος ψυχαγωγός, που κατάλαβε την εποχή του, που ικανοποίησε όσο μπορούσε την ηλιθιότητα, την κενοδοξία και την απληστία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η δική μου εξομολόγηση, πιο οδυνηρή απ’ ότι μπορεί να φαίνεται, έχει όμως την αρετή να είναι ειλικρινής». Pablo Picasso, Περιοδικό The Arts, New York, Μάιος 1923, πηγή: περιοδικό φωτοχώρος [2]«Όλες αυτές οι εκτροπές που ευτελίζουν το ύφος οφείλονται σε μία και μόνη αιτία, την αγωνιώδη αναζήτηση πρωτοτύπων ιδεών, πράγμα για το οποίο οι σύγχρονοι μας κάνουν σαν αλλοπαρμένοι». Λογγίνου ¨Περί Ύψους¨. circa 1-50 μ.Χ., μετάφραση-επιμέλεια Μ.Ζ. Κοπιδάκης, εκδ. Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, 1990.πηγή: περιοδικό φωτοχώρος |