|
Ωδή στη Φθία
Τι μένει στης Φθίας τα μέρη
Κυλούσε ήσυχα ο Σπερχειός,σα θρόισμα νερώνανέμιζαν τα μαλλιά του Αχιλλέα,όπως οι ανταύγειες των ονείρωνοι Νηρηίδες έκρυβαν στα κύματα τα περάσματα της αιωνιότηταςκι όλη εκείνη η δόξα από μακρινές εποχέςθώπευε τα βότσαλα με απόκοσμη γαλήνηκι απ’ τα δέντρα εγειρότανε το ύψοςμέσα στον ουρανό που χωρούσε διάφανα τα πάντατα χθες, τα στερνά και τα διάχρονα. |
| Καθάρια ήταν η νύχτακι η μουσική των σφαιρώνλαμποκοπούσε με αισθήσεις που αγκάλιαζαν το άπειρο,έτσι ήταν και το χθες του Αχιλλέααγκαλιά με το μύθο, ομορφιά, με αλήθειασα κοραλλένια ακτή όπου σμίγει ο νους κι η οπτασία,ο χορός κι η ακινησίαμπροστά στον ήλιο κι ολάκερη την ιστορία,η ενάργεια εκείνων που ψήλωσαν τη ζωή. |
| Στην φθορά της Φθίαςήταν κρυμμένο το νόημα του κόσμουπως κοινό ήτανε το γέννωμα της ζωής και του θανάτουκι αν κάποιος το’ να φοβότανε, ούτε τ’ άλλο αγαπούσε,μ’ αυτή την απόσταση που μεσολαβούσεο κόσμος ήταν που χαλούσε σάμπως του Αμφικτύονα η μνήμη νάχε σβηστείκι εκείνο το πόρισμα του Δευκαλίωνα είχε θαμπώσει. |
| Η φθορά παράστεκε στο τέλοςο χρόνος αθλοθετούσε το τελείωμα με μάρτυρα τον Φιλοκτήτηδεκατρείς σημαίες υψώθηκαν στην Οίτημε Ηράκλεια αρμονία οι καιροί καλλιεργούσαν θιάσουςως το θάνατο και τον μύθο. |
| Και ο Πρωτεσίλαος πρωτομάρτυρας του Έπουςμε τον Πάτροκλο να διαβαίνει μαζί με τον Αχιλλέαστη Λευκή Νήσο του Μεγάλου Νόστου. |
| Έτσι ήταν ότι κερδίθηκε μέσα στον κόσμο,με την φθορά του δοξασμένο,τα ονόματα πιότερο απ’ τα σώματαναυάγια ερειπωμένα κι όμως ακμαίαστο κατάμεστο είναι του κόσμουη ηδύτητα πανταχόθεν,κόρος ενότητας πολιορκούσε το Εγώόταν πια οι αποστάσεις ξεχνούσαν τα σύνοραμέσα στο κοίτασμα της ένθεης βεβαιότηταςτο μέλλον «χίλιους ήλιους φωτεινότερο»παρανάλωμα της αγάπης άσβεστο. |
| Τούτο απ’ την αρχή συλλογάτο ο Μύσωνστον οίκο της ελάσσονος επωνυμίαςοιστρηλατούσε της ζωής το πανδαιμόνιο με το γέλιο της μοναξιάς του αποφαινόταν για το πανηγύρι της φύσης,περνούσε κατάμονος του χρόνου την αρμονίαθεατής παρερχομένων ενιαυτών μ’ ένα όχι στα παιχνίδια των θιάσωνέμεινε άγνωστος κατάσαρκα στην αλήθειαόχι λιγότερο υπάρχων από πρωταγωνιστές,ιερέας του εαυτού τουέκανε πάντα μνημόσυνο στις ανοησίες. |
| Όταν η εποχή κατακλύσθηκε από μηχανές κι έμοιαζε με θρύλους αρχαίουςτότε άρχισε να κτίζεται το τετράγωνο χωριόγια μια ύστατη προσπάθεια αδελφοσύνης. |
| Αρκούσε που αυτό ήταν μια οπτασία παλιάκι όταν ακόμα ένας κύκλος τέλειωνε,ήταν καλό που εδώ στην φτωχική Φθίαδούλευαν ως το τέλος τα οράματαβγαλμένα απ’ της μοναξιάς την ανάγκη,μέσα στην ένθεη αστραπή της αιωνιότηταςάνευ πλήθους, με τη σεμνή χαρά της αυθυπαρξίαςσυντροφιά με την «αιώνια νεότητα του ατελεύτητου θέρους»καθώς η καταναλίσκουσα πυρά του Ηρακλήσηματοδοτούσε τον ουρανό άνωθεν της Οίτηςμε τους άθλους του ενιαυτούτης ψυχής τα δρώμεναστα πέρατα του χρόνου,καθώς στην κοιλάδα δέσποζε το έπος της Τροίας και η Ειρήνη των Ελλήνωνη φύση παρέμεινε το διαρκές ορόσημο των ανθρωπίνων.Στη γη του Σπερχειούκατοικεί η γενναία πνοήτου άσβεστου παραμυθιού.Στα πλατάνια των Λόγγωντου Αχιλλέα η ηχώ.Με το θάρρος της ζωήςτης άνοιξης τα πλάσματακαι του θέρους τα μυθεύματα,με τη γνώριμη αισιοδοξία των ονείρωνένα πέρασμα ομορφιάςαπό το χθες ως το αύριο.
Γιάννης Ζήσης
|
|