Ι. Τρείς κίνδυνοι από την πιθανή αναβολή μιας πραγματικής λύσης Ας εκτιμήσουμε πλέον νέες προκλήσεις και νέα προβλήματα. Ο πρώτος κίνδυνος, είναι ο κίνδυνος της δημιουργίας μιας, κρατικοδίαιτης φούσκας. Ο δεύτερος κίνδυνος. Κατά δεύτερο λόγο είμαστε αντιμέτωποι με την πιθανότητα να εμβαθύνει η κρίση από μία νέα ύπουλη δυναμική κερδοσκοπίας επεκτεινόμενη και σε άλλους χρηματιστηριακούς ή γενικότερα επιχειρηματικούς κλάδους μέσα και από το εκκρεμές των ψυχολογικών αντιδράσεων των χρηματιστών, των μετόχων και των μάνατζερ. Βέβαια είμαστε αντιμέτωποι με τον εφησυχασμό που μπορούν να έχουν οι ίδιες οι κοινωνίες που στην ουσία «αιμοδότησαν», χωρίς να ερωτηθούν, χωρίς τον διάλογο που θα εξασφάλιζε μια ουσιαστική άποψη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αυτός είναι ο δεύτερος κίνδυνος μετά από τις κρατικές φούσκες. Ο τρίτος κίνδυνος τώρα είναι ο πιο μακροχρόνιος και έχει τα χαρακτηριστικά που απαιτούν πλήρη υπευθυνοποίηση και συνειδητοποίηση της θέσης και της προοπτικής απ’ όλους. Είναι ο κίνδυνος μιας συνέχισης της μετατόπισης των οικονομικών πολιτικών. Η αντίδραση που εκδηλώθηκε σε αυτήν την κρίση είναι μια Κεϋνσιανή οργάνωση του Νεοφιλελευθερισμού, μια Κεϋνσιανή στήριξη του Νεοφιλελευθερισμού και όχι Κεϋνσιανισμός. Το χρηματιστήριο θα μπορούσε να πει κανείς στηρίχθηκε Κεϋνσιανά. Ο Κέυνς δεν μιλούσε για στήριξη του χρηματιστηρίου. Περιλάμβανε την πολιτική του κρατικού παρεμβατισμού αλλά ο στόχος ήταν συνυφασμένος με το κοινωνικό επίπεδο της οικονομίας και της απασχόλησης κάτι που δεν υφίσταται σήμερα. Παλιότερα φτάσαμε στον «Κεϋνσιανισμό» υποτίθεται της οικονομικής πολιτικής άσχετα από τον Κέυνς, στο πλαίσιο του Νιου Ντιλ, μέσα από την ολοκλήρωση του κύκλου της χρηματιστηριακής κρίσης του 29. Τώρα, λόγω της παλιάς δραματικής εμπειρίας του κραχ του ’29 προκαλείται ένας συναγερμός και ένας πολιτικός πανικός που αλλάζει δόγματα, κοσμοθεωρίες και απόψεις, προκειμένου να διασωθεί η χρηματιστηριακή πρωταρχικά και δευτερευόντως η πραγματική οικονομία. Τίθεται όμως άλλο ένα ζήτημα. Η χρηματιστηριακή οικονομία δε δείχνει σε καμία από τις φάσεις της να μπορεί να παρακολουθήσει τη πραγματική, παρά μόνο όταν βρίσκεται σε πλήρη κατάρρευση, που τώρα πιθανόν να απέφυγε. Μόνο τότε καταλαβαίνει τί είναι η πραγματική οικονομία αλλιώς ζει σε ψυχολογικές νεφέλες και σ’ ένα καθεστώς μιας «αυτορρυθμιζόμενης» απληστίας, σε σχέση με την κλίμακα και όχι με τη λογική. Έχουμε δηλαδή, μια σχετικά ορθολογικοποιημένη απληστία και όχι έναν ορθολογισμό στη λειτουργία αυτού του συστήματος της αγοράς. Πρέπει να δούμε τις λεγόμενες δημοσιογραφικές ή θεωρητικές πλάνες που βιάζονται να προεξοφλήσουν τη μετατόπιση των πολιτικών. Όταν η απληστία και η ιδιοτέλεια κρατούν τις δυνάμεις τους και ελέγχουν τους θεσμούς δεν χάνουν την εξουσία τους με ταχύτητα επειδή καταρρέει η πρώτη φούσκα. Η πηγή της χρηματιστηριακής φούσκας παραμένει, έστω και αν μετατοπίζεται το επίκεντρό της. Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην πολιτική φούσκα του Νεοφιλελευθερισμού και στην θεωρητική της προσέγγιση, που αλληλεπιδρούν συνεργετικά και έχουν το πιο μακροχρόνιο έλεγχο των εξελίξεων. Αυτή η φούσκα δε μπορεί να καταρρεύσει τόσο γρήγορα όσο νομίζουν ορισμένοι αναλυτές. Η κατάρρευση αυτή απαιτεί παρατεταμένες τραγικές συνθήκες και όχι συνθήκες λίγων ημερών. Απαιτεί μια χρόνια εκδήλωση των φαινομένων νόσησης και των προβλημάτων και αυτό είναι κατανοητό και θεμελιωδώς ανθρώπινο. Οι διαδικασίες της εκπαίδευσης και της αλλαγής είναι μακροχρόνιες. Ερχόμαστε έτσι λοιπόν στην ανάγκη να δούμε τα μακροχρόνια ζητήματα επίσης, που δημιουργεί αυτή η αντιμετώπιση της κρίσης με τις πολιτικές Πόλσον και Μπράουν και Σαρκοζί για να τις τιτλοποιήσουμε ονοματικά.
Είναι σαφές ότι στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας θα υπάρξουν διαρθρωτικές συνέπειες, τις οποίες η δημοσιογραφική και κριτική προσέγγιση με την πικρόχολη διαίσθησή της μπορεί να τις αντιληφθεί, επειδή κάπου υπάρχει η ανάγκη και η ηδονή της αποδόμησης των ειδώλων, μέσα σε αυτούς βέβαια που δεν βιώνουν την δραματικότητα της απώλειας των χρημάτων σ’ αυτή την κρίση.
Πέραν αυτού, υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά προβλήματα που συνδέονται με την μακροχρόνια πλέον ελλειμματικότητα της πολιτικής να διαχειριστεί δίκαια τα ζητήματα των μισθών, των συντάξεων, των εισοδημάτων και των παροχών.
Ένα άλλο θέμα που προκύπτει από την κρίση αυτή είναι αυτό της προσέγγισης των εννοιών της μεγέθυνσης της οικονομίας, της κατανάλωσης και της ζήτησης, από τελείως διαφορετική οπτική γωνία.
Δεν μπορεί να προσδοκούμε καλή οικονομική κατάσταση στη βάση της μεγέθυνσης της ζήτησης, της κατανάλωσης και του οικονομικού προϊόντος.
Α. Αυτό κατά πρώτον γιατί πρέπει κάποια στιγμή να δούμε το θέμα του περιβάλλοντος και το θέμα σε τελική ανάλυση ενός άλλου τρόπου ζωής και μιας άλλης οικονομίας. Αυτό, ως προς την έννοια της παραγωγής, δεν έχει προσεγγιστεί ούτε από την σοσιαλιστική θεωρία. Έχει προσεγγιστεί σε σχέση με τα θέματα της ζήτησης. Όπου σχεδιαζόταν και υπαγορευόταν ή κατευθυνόταν η ζήτηση αυτή. Ναι μεν πρέπει ν’ αναπτυχθούν πολιτικές ζήτησης αλλά αυτές πρέπει να είναι ελεύθερες, από τον κρατικό ή τον ιδιωτικό ολοκληρωτισμό, όπως πχ αυτόν που εκφράζεται μέσα από την κοινωνία του θεάματος και της διαφήμισης. Πρέπει να βασίζεται σε μια διαδικασία αυτοσυνειδησίας των ανθρώπων και των κοινωνιών και σε διαφορετικά από τα σημερινά πρότυπα ζωής και σχέσης. Αυτά, δεν αντιμετωπίζονται και αυτά μπορεί όντως να διαμορφώνουν όρους κρίσης όμως μόνο μακροχρόνια. Β. Ταυτόχρονα όμως η προσέγγιση που εκφράζεται μέσα από το σχέδιο Πόλσον δεν αντιμετωπίζει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των οικονομικών αναγκών του μέσου ή του χαμηλότερου εισοδηματικά πολίτη. Εκεί μπορεί να πει κανείς ότι αναβάλουμε την κρίση για μια πιο βαθιά και ριζική διαδικασία έκρηξή της. Εδώ μπαίνει το θέμα του πώς να σταθούμε απέναντι σ’ αυτές τις παρενέργειες των λύσεων Πόλσον – Μπράουν παρά το γεγονός ότι μπορεί να πει κανείς ότι υπό ορισμένους όρους ήταν αναγκαίες.
ΙΙ.Προς ένα μακροχρόνιο, κοινωνικά δίκαιο και περιβαλλοντικά υπεύθυνο ανασχεδιασμό Πρέπει να πάμε σ’ ένα μακροχρόνιο σχεδιασμό, ο οποίος να μετατοπίζει το επίκεντρο της οικονομικής λειτουργίας και να αφαιρεί τα στοιχεία που διαμορφώνουν μακροχρόνιες κρίσεις και αδικίες. Πρέπει να δούμε ποιοι αδικήθηκαν από το Νεοφιλελευθερισμό και πως θα κινητοποιήσουμε μια πιο ορθολογική οικονομία σε όλες τις όψεις της. Να εξετάσουμε τι προϊόν παράγουμε και τι ποιότητα κατανάλωσης και παραγωγής έχουμε και περιβαλλοντικά και κοινωνικά. Πρέπει να ανασυγκροτήσουμε τον οικονομικό ιστό, και αυτό απαιτεί έναν νέο κύκλο οικουμενικών διασκέψεων. Υπάρχει ο κίνδυνος του πολιτικού εφησυχασμού μέσα από την πρόσκαιρη ανακούφιση της αποτροπής της κατάρρευσης. Τι θα κάνουμε μετά από τα άμεσα «σχέδια σωτηρίας»; Αφού «εκβάλαμε τον ένα δαίμονα», τη μία φούσκα, υπάρχει ο κίνδυνος να έρθουν πολλές φούσκες. Να προστεθούν πολλές δηλαδή και να κορέσουν το τοπίο περισσότερο από ότι σήμερα και να μας βρουν αυτές περισσότερο εξαντλημένους, την ώρα που θα έχουν γίνει φορολογικές και χρηματικές κρατικές αφαιμάξεις, για να καλύψουν πολιτικές μιας διογκωμένης και όχι διάχυτης και δίκαιης ευημερίας.
Το χρηματιστήριο πάντως δε σκέφτεται. Η χρηματιστηριακή οικονομία δεν έχει το χρόνο και τη λογική της μακροχρόνιας προοπτικής. Δε συλλαμβάνει τα θεμελιώδη της οικονομίας. Γι’ αυτό πρέπει να τραβήξουμε για λίγο την προσοχή μακριά από τη βραχυχρόνια λήψη μέτρων και να δούμε ποια μακροχρόνια μέτρα χρειάζονται για την πραγματική εξυγίανση της οικονομίας. Τον παλμό για τα μακροχρόνια μέτρα δυστυχώς δεν τον προσφέρουν οι άνοδοι ή οι πτώσεις των χρηματιστηριακών δεικτών, ούτε το η δημοσιογραφική θρηνωδία ή διθυραμβολογία. Θα τον προσφέρει ο οραματισμός μιας δίκαιης οικονομίας, μιας επιστημονικής τεκμηρίωσης, μιας καθαρής πολιτικής βούλησης με διαδικασίες ενός ώριμου διαλόγου διεξοδικότητας στην προσέγγιση των βημάτων, με επαναχάραξη και αναστοχασμό στην προοπτική, τη δυνατότητα και τις ανάγκες που αναδύονται.
Πρέπει εδώ να επαινέσουμε τη διαδοχικότητα και τη συνέχεια (για την ώρα) με την οποία προσεγγίζει το ζήτημα της κρίσης από τους πολιτικούς κύρια, ο Γκόρντον Μπράουν και ο Σαρκοζί. Ζητάνε ένα νέο Μπρέντον Γουντς μετά και απ’ αυτή τη δέσμη άμεσων μέτρων. Σ’ αυτό το νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να συμπεριληφθούν πολιτικές που παλιότερα θα θεωρούντο «χαμηλές πολιτικές» όπως οι πολιτικές του περιβάλλοντος. Σ’ αυτό το νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να μπουν παράλληλα πολιτικές νέων πόρων κοινωνικής δικαιοσύνης, μερισμού της πολιτισμικής ανάπτυξης. Πολιτικές νέων πόρων που θ’ αναδείξουν τελικά την προοπτική για ένα πνευματικό ιστό στην οικονομία, στην οικονομική ζωή, στον οικονομικό βίο και θα δώσουν νέες προοπτικές, αμβλύνοντας την ανταγωνιστικότητα που τώρα πιέζεται από την ανταγωνιστικότητα του εργατικού κόστους. Θα απελευθερώσουν τον άνθρωπο προς μια νέα πορεία ελεύθερου χρόνου και ποιότητας ζωής τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες κοινωνίες όπου η κουλτούρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν θα αμφισβητείται ούτε από φονταμεταλισμούς ούτε από λογικές συμπίεσης του εργατικού κόστους ή παραβατικών και εγκληματικών οικονομικών δραστηριοτήτων που παρασιτούν ή κυριαρχούν, όπως συμβαίνει σε χώρες του τρίτου κόσμου. Πρέπει να είναι πολιτικές που θα σταθούν πάνω από αυτή τη ληστρικότητα των πνευματικών δικαιωμάτων και των πατεντών, θα σταθούν πάνω από την οικονομική και περιβαλλοντική διακινδύνευση και θα αναδείξουν μια ελευθερία του ανθρώπου από την άμεση οικονομική αξία, προς τις πιο μακροχρόνιες και ολιστικές αξίες, τις αξίες της ζωής. Καλό θα είναι να ευχόμαστε και να σταθούμε θετικά, συμπαραστατικά και συμμετοχικά στην ανάγκη ενός ολοκληρωμένου αυτή τη φορά νέου Μπρέντον Γουντς τουλάχιστον για τις επόμενες 2-3 δεκαετίες για την ανθρωπότητα και το βιώσιμο πλανήτη μας. Το νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να είναι για την πραγματική οικονομία και για την πραγματική κοινωνία τελικά.
ΙΙΙ. Η προετοιμασία για ένα νέο Μπρέντον Γουντς. Χαιρόμαστε για το γεγονός ότι ένας πολιτικός ηγέτης που μέχρι πρότινος θεωρείτο τόσο άμεσα επικοινωνιακά ληξιπρόθεσμος από κάποιους και βρισκόταν υπό τη σκιά άλλων που ήταν «χρυσές αποτυχίες» σε βάθος χρόνου, υιοθετεί πρώτον δραστικές πολιτικές άμεσης αντιμετώπισης της κρίσης και κυρίως για το γεγονός ότι υιοθετεί την αναγκαιότητα για ένα νέο Μπρέντον Γουντς. Είναι το πρώτο σημείο στην επίσημη παγκόσμια πολιτική ατζέντα από όπου φαίνεται πλέον ότι ωριμάζει η Παγκοσμιοποίηση και η μεταπολεμική πραγματικότητα, στον μεταδιπολικό κόσμο και ότι αυτή απελευθερώνεται από το δόγμα του Νεοσυντηρητισμού και Νεοφιλελευθερισμού.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι όντως ζητήματα που αφορούν την αγορά, λογικά ζητήματα δεν μπορούν να περιοριστούν υπερβολικά. Από την άλλη μεριά πρέπει να πούμε ότι ο σαρκαστικός, σκληρός, άτεγκτος δογματισμός του Νεοφιλελευθερισμού δεν έχει πια καμία θέση, ούτε στην επιστημονική σκέψη , ούτε στη πολιτική συζήτηση. Αυτή η πικρόχολη ολετηριακή προσέγγιση στην ερμηνεία και την πολιτική των εξελίξεων έχει αυτοδιαψευστεί επαρκώς. Ωστόσο πρέπει να προσέξουμε, μήπως δημιουργήσουμε τελικά μια Κεϋνσιανή Οργάνωση του Νεοφιλελευθερισμού. Επίσης πρέπει να προσέξουμε να προστατευθούμε από μία στρέβλωση του Κεϋνσιανισμού, αν και πρέπει να πούμε ότι δεν πρέπει να γίνει υπερβολική κατάχρηση του ονόματος του Κέυνς. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που περισσότερο πρέπει να δούμε είναι πολιτικές ενός νέου Νιου Ντιλ, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων δηλαδή πολιτικές που δεν στοιχίζονται ακριβώς στη λογική ενός δόγματος αλλά στον πραγματιστικό προσανατολισμό της πολιτικής για την αντιμετώπιση των αναγκών και των προβλημάτων.
Ένα λοιπόν νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να προπαρασκευαστεί ολοκληρωμένα, ελεύθερα από την αντιδικία και από την λογική επικράτηση δογματικών προσεγγίσεων και επιστημονικοφανών θεωριών, ελεύθερα από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, διατηρώντας τον προσανατολισμό για μια δίκαιη λύση για τους ανθρώπους και για την αντιμετώπιση των αναγκών τους, δίκαιη και για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων που σημαίνει και αειφορική.
Το νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να προπαρασκευαστεί και με θεματικό, τομεακό διάλογο για πληθώρα εκκρεμών ζωτικών ζητημάτων. Για παράδειγμα των ζητημάτων του περιβάλλοντος, της φτώχειας, των υπερβολών του καπιταλισμού, της βιομηχανικής ανάπτυξης, των χρηματιστηρίων ή άλλων τομέων και λογικών όπως των ληστρικών εφαρμογών των πατεντών και των πολιτικών υψηλού ρίσκου. Επίσης για τα ζητήματα που αφορούν την ειρηνική κουλτούρα της οικονομίας, των διακρατικών και διεθνών σχέσεων, της δικαιοσύνης στην αξιοποίηση και στη βιωσιμότητα των φυσικών πόρων και αγαθών - όπως πχ για το νερό.
Πρέπει να ξανασχεδιάσουμε δηλαδή ολοκληρωμένα, να συγκεντρωθούν προτάσεις, να υπάρξουν ομάδες επεξεργασίας των προτάσεων αυτών, να γίνουν τοπικά, περιφερειακά και οικουμενικά forums εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, με μια ατζέντα που θα είναι παράλληλη και ανοιχτή τόσο στο επίπεδο των κρατών όσο και στο επίπεδο των λαών και των πολιτών της γης.
Παράλληλα πρέπει να αναζητήσουμε, καινοτόμες προσεγγίσεις για τους πόρους, συστήματα που χρειάζονται κάλυψη και που δεν τα έχει αντιμετωπίσει ή μας έχει αποπροσανατολίσει στο να τα αντιμετωπίσουμε η ίδια η αγορά σαν βαθιές ανάγκες, σα στοιχεία εξανθρωπισμού και εκπολιτισμού ξανά της ζωής μας και των εξελίξεων.
Πρέπει να προσδιορίσουμε συγκεκριμένα αυτά τα ζητήματα, και να υπάρξει μία πολιτισμική ατζέντα όχι μόνο για την οικονομία αλλά για το συνολικό όραμα της ζωής και του πολιτισμού. Αναφερόμαστε στο ζήτημα του Περιβάλλοντος και της Κοινωνικής Συνοχής, της άρσης του οικονομικού και κοινωνικού αποκλεισμού, της ανάπτυξης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ευκαιριών, της συμφιλίωσης της επιχειρηματικότητας με τον ανθρωπισμό. Έναν ανθρωπισμό όμως χωρίς επένδυση θεατρικής πανουργίας ώστε να εμψυχώνει την καθημερινότητά μας και διαμορφώνει όρους έκφρασης και ανάπτυξης της καλής θέλησης και των σωστών ανθρώπινων σχέσεων.
Από τώρα πρέπει να κινητοποιήσουμε αυτές τις δυνάμεις, - ως κοινωνίες των πολιτών, ως πολίτες, ως φορείς πολιτών, ως άνθρωποι και τελικά ως ανθρωπότητα-, για την επαναχάραξη του οικονομικού συστήματος, χωρίς σ’ αυτή την ιδέα της επαναχάραξης να γίνουμε ριζοσπαστικά άμεσοι, δυναμιτίζοντας μια μακροχρόνια προοπτική και βάζοντάς την σε αντιπαραθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναστείλουμε την οραματική ελευθερία μας αλλά ότι πρέπει να δούμε τα ζητήματα της μεθόδου μ’ έναν τρόπο αμοιβαιότητας και πραγματισμού.
Επιτέλους πρέπει να συμβάλουμε όλοι στο να αισθανθούμε ότι η ιστορία πια διδάσκει πολύ γρήγορα, οι κρίσεις διδάσκουν γρήγορα και αποδίδουν ιστορικά. Μακάρι αυτή η πρόσφατη κρίση να γίνει αφετηρία για να συνειδητοποιηθεί ένα τέτοιο θετικό βήμα της ανθρωπότητας, των κυβερνήσεων και των λαών, σε μια πορεία αντιμετώπισης των προβλημάτων και διαμόρφωσης ενός καλύτερου μέλλοντος μιας νέας εποχής.
Μέσα από το μετριασμό της κρίσης η ανθρωπότητα και καθένας από μας, κάθε κυβέρνηση ή κάθε κυβερνήτης έχει ξανά την ευθύνη στα χέρια του και δε χρειάζεται άλλο παρά να αξιοποιήσει αυτή την ευθύνη εποικοδομητικά και συνεργατικά. Βλέποντας λοιπόν τα προβλήματα από την προοπτική της καλής θέλησης, ελπίζουμε τα συμπεράσματα από την κρίση ν’ αναπτυχθούν ολοκληρωμένα. Κάτι που θα πάρει οπωσδήποτε μάκρος χρόνου για να υπάρξει αυτή η εποικοδομητική αντίδραση.
Το νέο Μπρέντον Γουντς πρέπει να έχει χαρακτηριστικά μιας νέας οικουμενικής σεισάχθειας και μιας μεταοικονομικής απελευθέρωσης του ανθρώπου, του πολιτισμού και του περιβάλλοντος, Να έχει ένα άλλο πρότυπο. Η οικονομία έχει φτάσει σε ένα σημείο πια - πρέπει να το αναγνωρίσουμε αυτό - που εξυπηρέτησε πολλές ανάγκες του ανθρώπου, βελτίωσε ανυπολόγιστα το βιοτικό επίπεδο, συγκρίνοντάς το με έναν αιώνα πριν και πλέον αρχίζει και να αυτοκαταστρέφεται και μέσα απ’ αυτήν αυτοκαταστρέφεται ο άνθρωπος.
Η αναχαίτιση αυτής της αυτοκαταστροφικότητας του πολιτισμού μέσα από την οικονομία πρέπει να επιδιωχθεί άμεσα ώστε και η οικονομία να είναι βιώσιμη και να προσεγγίζει τα ζητήματα με τη λογική του Σκοπού και όχι του αυτοσκοπού στην ανθρώπινη ιστορία και πρόοδο.
Οραματικά λοιπόν πρέπει να πούμε ότι μια συνάντηση όπως των G20 στις 15/ 11/ 08 στην Ουάσιγκτον απέχει ακόμη από το να είναι ένα νέο Μπρέτον Γούντς και ακόμη περισσότερο ένα νέο παγκόσμιο New Deal. Αυτό που χρειάζεται είναι αυτή η συνάντηση να ανοίξει ένα νέο κύκλο Διασκέψεων ως εισαγωγή, απελευθερωμένη από τους δογματισμούς του παρελθόντος.
12 Νοεμβρίου 2008,
Γιάννης Ζήσης, Δημοσιογράφος – Συγγραφέας Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ ΣΟΛΩΝ |